Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου 2008

ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΚΙ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΡΙ




Κοίταζα απέναντί μου, στο σόχωρο του Κωσταρού, το γάιδαρο επίμονα. Ξαφνικά άρχισε να γέρνει πότε εμπρός και πότε πίσω, σαν καράβι σε φουρτούνα. Το τζάμι από το παράθυρο του σχολείου γέμισε απότομα χιλιάδες κυκλάκια. Κατάφερα να κρατηθώ και να μην τον βουλιάξω στα μάτια μου. Σ αυτό βοήθησε και ο δάσκαλος, που σταμάτησε να με δέρνει στα χέρια με τη βίτσα. Τι βίτσα που, τι ειρωνεία, εμένα έστειλε να κόψω την προηγούμενη από τις ελιές στο διπλανό χωράφι! Και τη διάλεξα καλή, της σκάλισα κιόλας χαρακιά στο πιάσιμο !
Αιτία, μια μελανιά στο βιβλίο των βαθμών. Θέλησα να κοιτάξω τους βαθμούς μα είχε βρέξει και μια σταγόνα νερού έπεσε από τα μαλλιά μου στο, γραμμένο με μελάνι, βιβλίο… (Ομολόγησα αυθόρμητα μπας και γλυτώσω το ξύλο αλλά δεν βαριέστε…)
Εικόνα αποτυπωμένη στο μυαλό μου τόσα χρόνια. Ο γάιδαρος και χιλιάδες κυκλάκια στο τζάμι του σχολείου. Κάποτε πρέπει να το ζωγραφίσω αυτό…
Ξετυλίγω, τι με έπιασε, το κουβάρι των αναμνήσεων.
Δημοτικό σχολείο αρχές της δεκαετίας του 1960. Μονοθέσιο. Σκηνές καθημερινής τρέλας. Προσευχή, συσσίτιο γάλα σκόνη και κίτρινο τυρί, μάθημα μετά ανελέητου ξύλου, σχόλασμα και γραμμή για το μεσημεριανό συσσίτιο, με αγαπημένο φαγητό το πλιγούρι. (Τρελό δεν ακούγεται;)




Κοντυλοφόρος, μελανοδοχείο, στυπόχαρτο, τετράδια και βιβλία ντυμένα με μπλε χαρτί, σάκα κρεμαστή πάνινη, προσφορά της μαμάς από κάποιο παλιόρουχο, κοντό πανταλόνι χειμώνα καλοκαίρι, ξυπόλητος και με χιλιομπαλωμένη μάλλινη πλεκτή μπλούζα.
Αλητεία. Στα βουνά για τσιγάρο με το Λάμπρο και το Μανώλη, στις πλαγιές για φωλιές πουλιών, στον ποταμό για σφακομπιστόλες, στις στέρνες (γεμάτες βδέλλες) και στις γούρνες του ποταμού για μπάνιο, στην πλατεία του χωριού για μπάλα πάνινη. Πριν βραδιάσει φέρναμε τα αίχνη (μια δυο κατσίκες συνήθως κοστεκιασμένες, πάει να πει με δεμένα, ανά δύο, τα πόδια με σχοινί, παράλληλα ή διαγώνια για τις πιο άτακτες) από τη βοσκή τους, και μετά… διάβασμα. Με λύχνο ή με λάμπα πετρελαίου ενώ η γειτονιά βεγγέριζε.
Η πρώτη μας δασκάλα νέα και όμορφη. Με μακριές φούστες, φουρό και από μέσα από το φουρό… έ! Ενίοτε δεν πήγαινε χαμένο το ρίξιμο του βιβλίου κάτω από το θρανίο.
Σκληρή όμως και αυταρχική. Θέμα αυτοπροστασίας από τα λαίμαργα βλέμματα των αρσενικών του χωριού ίσως. Μανία με την καθαριότητα των νυχιών. Τα χέρια πάνω στο θρανίο και, αν έβλεπε άκοπα βρώμικα νύχια, χραααπ η βέργα πάνω στα χέρια, σε θέριζε. Αναίτια θαρρείτε κονομήσαμε κάποιοι το κουσούρι να τρώμε τα νύχια μας;
Είχε και τη βοηθό της. Η … επιλοχίας του σχολείου γένους θηλυκού.
- Κυρία, κυρία αυτός δεν έκοψε τα νύχια του…
Κάποτε – κάποτε, αν … μύριζε η τάξη την έβαζε να περιφέρεται από θρανίο σε θρανίο και να οσμίζεται την… ατμόσφαιρα μήπως και ανακαλύψει τον αίτιο. (Καλά της έκανε ο Ηλίας και την … κέρασε την κατάλληλη στιγμή. Χαλάλι και το ξύλο που έφαγε… )
Μετά το κάρφωμα η τιμωρία.
Τα χέρια εναλλάξ με τις παλάμες προς τα πάνω και η βίτσα έπεφτε με ορμή. Φάλαγγα. Μετά ήθελες δυο ημέρες για να καταφέρεις να πιάσεις κοντύλι…
Άλλη τιμωρία η στάση του πελαργού με τη μύτη στον τοίχο ή στον πίνακα.
Έξω από το σχολείο στη βροχή , πάνω στο υπερυψωμένο σόχωρο, για να φαίνεσαι, και άλλα…
Το μεγάλο της όπλο όμως ήταν ένα σχοινί. Η τάξη στους τοίχους δεξιά και αριστερά είχε κρικέλια. Σε έδενε από τη μέση με το σχοινί, πέρναγε την άλλη άκρη στο κρικέλι και σε… κρέμαγε. (Η… επιλοχίας κρατούσε πάντα το σχοινί για την… ανάβαση ή την αποκαθήλωση)
Η τάξη μου βεβαίως ήταν τυχερή. Μας κρέμαγε μέσα στην τάξη. Τους προηγούμενους τους κρέμαγε, από μια χαρουπιά, στην είσοδο του σχολείου. Το περίεργο είναι ότι όποιος συγχωριανός και αν περνούσε σε αγριοκοίταζε και επιδοκίμαζε τη δασκάλα!
Στις τρεις τελευταίες τάξεις δάσκαλος. Αυτός κατάργησε το κρέμασμα. Τι να το κάμει με τέτοιο βαρύ χέρι που διέθετε. Όνομα και πράγμα. Βαρούχας! Ικανότατος, δημιουργικός μα και σκληρός. Αν σου έπιανε το αυτί δεν υπήρχε περίπτωση να σε αφήσει αν δεν έβλεπε αίμα.
Δεν ανεχόταν να σε βλέπει έξω στους δρόμους. Την επόμενη ημέρα πρωί - πρωί έπιανε τη βίτσα και οι παραβάτες έβλεπαν … αστράκια. Σαν και εμένα, στο επεισόδιο με το γάιδαρο που ανέφερα στην αρχή.
Ο κύριος Βαρούχας, δυστυχώς, χάθηκε νωρίς, προδομένος από την καρδιά του. Λίγες ημέρες πριν χαθεί συναντηθήκαμε στο χωριό μου, πάνε λίγα μόλις χρόνια, και τον ρώτησα γιατί έχω φάει από αυτόν τόσο ξύλο.
- Ήσουν, μου είπε, από τους καλύτερους μαθητές που είχα ποτέ. Ήσουν όμως και αλήτης. Αν δεν έτρωγες τόσο ξύλο θα καταστρεφόσουν, να είσαι σίγουρος. Άλλωστε, τον καλό μαθητή δέρνεις. Τον κακό δεν τον σώζει το ξύλο μα άλλα πράγματα.
Ξέρω, κάποιοι θα πουν πως αυτά που γράφω δεν τους ενδιαφέρουν. Σύμφωνοι. Οι μεγαλύτεροι όμως, φαντάζομαι, θα βρουν ευκαιρία να θυμηθούν τα δικά τους, να αναπολήσουν, να αναστενάξουν για τη χαμένη αθωότητα, να σφίξουν τα χείλη για τα δύσκολα αλλά συνάμα υπέροχα χρόνια της παιδικής τους ηλικίας.
Γιατί, όσο δύσκολα κι αν περάσαμε, ζήσαμε πράγματα που οι νεότεροι δεν θα ζήσουν ποτέ. Το καθαρό περιβάλλον, τις εποχές του έτους, τη μυρωδιά και τη γεύση των φρούτων, το μεγαλείο της φύσης, την αγνότητα και την ανιδιοτέλεια της κοινωνίας, τη γειτονιά, τις ανθρώπινες σχέσεις.
Έπειτα, βαρέθηκα να γράφω τα ίδια και τα ίδια χωρίς κάτι να κινείται. Βαρέθηκα να μιλάω σε «ώτα μη ακουόντων». Βαρέθηκα μια κοινωνία που κυριαρχούν τα «λαμόγια» και οι «αρπαχτές». Βαρέθηκα τις μεγαλοστομίες και τους αρμόδιους – δοκησίσοφους.
Για σήμερα έτσι; Όποτε αγανακτώ, καταφεύγω στις αναμνήσεις μου και κρατιέμαι όρθιος. Από αύριο θα επανέλθω, φαντάζομαι, αμετανόητος και δριμύτερος.
Συχωρνάτε με για το διάλειμμα.
10/10/07

Δεν υπάρχουν σχόλια: