Πέμπτη, 7 Φεβρουαρίου 2008

ΣΕΙΣΜΟΣ (4 χρόνια μετά) Απόσπασμα από το στιχούργημα «Σκληροπόντικας και Mαργούλα»

Ήταν δεκαπενταύγουστου παραμονή και ώρα
οκτώ και δεκατέσσερις, σαν ξέσπασε η μπόρα.
Τα ζώα εκοιμόντουσαν ή ήταν στη δουλειά τους
κι είχαν στο σπίτι αφητά στον ύπνο τα παιδιά τους.
Λίγα κυκλοφορούσανε σε δρόμους και πλατείες
κι ελάχιστα εκάνανε μπάνιο στις παραλίες.

Ξάφνου εσείστη το νησί κι η γη ξεθεμελιώθη.
Το κάθε ζώο και πτηνό μεγάλο φόβο νοιώθει.
Πετάγονται απ’ τη φωλιά και βγαίνουν στην αλάνα,
ψάχνει ο πατέρας το παιδί και το παιδί τη μάνα.
Σεισμός, χωρίστηκε η γη, χαλάσαν τα κατοίκια,
τα ψάρια εκρυφτήκανε κάτω από τα φύκια.
Σε έξι κόμμα τέσσερα ρίχτερ τον εμετρήσαν
μα κάποια ζώα έμπειρα εις το σεισμό ως ήσαν
είπαν πως ήτανε εφτά, με παραπάνω δόσεις
μα τον μετρήσαν χαμηλά, στις αποζημιώσεις
μην έχουνε δικαίωμα όλα τα ζά και πρέπει
να βάλει η Κυβέρνηση χέρι βαθειά στην τσέπη.

Ο Λούδας τρέχει μονομιάς, με το αρνί αντάμα,
για να παρηγορήσουνε τα ζα από το κλάμα.
Κοιτούν εδώ, κοιτούν εκεί, καταστροφή μεγάλη
Τους έχει φύγει το νιονιό που είχαν στο κεφάλι.
Δεν ξέρουν τι να κάνουνε, τι να κοιτάξουν πρώτα,
τον σκύλο ή το γάιδαρο, τον πετεινό, την κότα,
τους δρόμους που γκρεμίστηκαν, τα σπίτια, το λιμάνι…
τα ζώα περιμένουνε λύσεις και μάνι μάνι.
Σχέδιο για καταστροφές υπήρχε μα υποφέρουν,
δεν το διαβάσανε ποτέ, να κάνουν τι δεν ξέρουν.
Περίμεναν τους ειδικούς να’ ρθουν απ’ την Ατίνα
για να τους δώσουν άλλοθι, να δείξουν τα που γίνα(ν)
και να δρομολογήσουνε λύσεις την πρώτη μέρα
μιας και ήταν ανίκανοι για να τα βγάλουν πέρα.

Ηρθαν οι κυβερνητικοί και πήραν τα ηνία.
Λούδας κι Αρνί απόμειναν μονάχοι στη γωνία
και παρακολουθούσανε τα τάζανε οι άλλοι.
Ο Λούδας μοίραζε νερά σε πλαστικό μπουκάλι
όταν οι άλλοι κάνανε συσκέψεις στο γραφείο
πού’ ταν δικό του ως τα πριν και γίνηκε θηρίο
που δεν του πολυδίνανε και τόση σημασία
μα μοναχά παράβγαιναν, πιο θα’ χει τα πρωτεία
στα μέτρα ανοικοδόμησης, στις παροχές, στα λόγια.
(Όπου θα δεις καταστροφή, υπάρχουν και λαμόγια).

Τα λόγια πήρε ο άνεμος, οι προσδοκίες μένουν,
κυλά ο καιρός, καρτερικά τα ζώα υπομένουν,
πότε θα υλοποιηθούν οι τόσες υποσχέσεις..
Από τον Λούδα και το Αρνί ζητούν να πάρουν θέσεις
για να λυθεί το πρόβλημα σ’ Ασπράδα κι Ασπροτόπι,
να’ χουν αποζημίωση μην παν χαμένοι οι κόποι,
που τόσα χρόνια κάνανε κι απ’ το σεισμό γκρεμίσαν.
Θα κάνουν χρόνους και καιρούς να πάρουν τα ζητήσαν,
αν πάρουν κάτι τελικά και δεν τους ξεγελάσουν
κι από το θα και θα και θα στο τέλος θα τα χάσουν.

…………………………………………………………….

Τα παραπάνω έγραφα το δυο χιλιάδες τρία.
Τέσσερα χρόνια αργότερα, τα ζώα με πικρία
ακόμα περιμένουνε να δούνε άσπρη μέρα.
Τα λόγια σκορπιστήκανε στον δυνατό αγέρα
κι ας λέγαν τα αρμόδια εις τις θεμελιώσεις
(έχουνε γίνει δυο – τρεις), ότι οι αποδόσεις
στα σπίτια δεν θα αργήσουνε. Πέτρα δεν μπήκε ακόμα!

Μα πλησιάζουν εκλογές κι έτσι με ένα στόμα
όλα τα της κυβέρνησης, θα τρέχουν και θα τάζουν.
Μέλια από τα χείλια τους ολημερίς θα στάζουν.
(Κανονικά οι εκλογές – να λέμε την αλήθεια-
Πρέπει συχνά να γίνονται. Αλλιώς με παραμύθια
θα μας κοιμίζουν συνεχώς αυτοί που κυβερνούνε.
«Εν τη παλάμη…» ο λαός λέει, ότι κι αν πούνε
σαν πλησιάζουν εκλογές. Γιατί μετά την ψήφο
από τα τάξαν τα πολλά δεν ξανακούμε ήχο…)

Ο Βέργας πού’ ναι κότσιφας, με «Κρούεζα» στυλάκι
θα τάζει, θα χαμοπετά σπιτάκι το σπιτάκι,
θα λέει: « με ενέργειες δικές μου γίναν όλα.
Πρέπει να ξαναεκλεγώ, μη φάτε καμιά φόλα
από τα άλλα ζωντανά, που είναι λόγια μόνο.
Μόνο εγώ ξέρω καλά να βοηθώ στον πόνο…»

Τα της αντιπολίτευσης, Μαργούλα(;), Φερενίκος(;)
θα καταγγέλλουν μοναχά σε πλάτος και σε μήκος
τ’ Ασπροτοπιού, τα ψέματα που λένε τ’ άλλα ζώα,
κι αυτοί θα παίζουν το λευκή περιστερά κι αθώα…

Όποιο δεν έχει να ξυστεί, φαγούρα πάντα θα’ χει
λέω εγώ, Τα ζωντανά πρέπει να δώσουν μάχη.
Να βγουν και να φωνάξουνε, την πόρτα τους να φράξουν
σε ζώα που παράδεισους και άλλα θα τους τάξουν.
Όταν πεινάσει το παιδί πρέπει πολύ να κλάψει,
να τρέξει η μάνα με φαί το στόμα να του φράξει,
αλλιώς δεν θα’ χει προκοπή δέκα ζωές κι αν ζήσει.
Χωρίς αγώνα στη ζωή δεν θα ορθοποδήσει.
15/8/2007

Δεν υπάρχουν σχόλια: