Παρασκευή, 31 Δεκεμβρίου 2010

ΤΑ ΚΑΛΑΝΤ(Ρ)Α στην Κρήτη

Σαν σήμερα θυμάμαι το μακρινό 1964, παραμονή 1965, που είπα τελευταία φορά τα κάλαντα στο χωριό μου. Γυρίζαμε δυο φίλοι με οκαδιάρικα μπουκάλια και πύργιες (χωνιά), δεν θυμάμαι να είχαμε λύχνο, λέγαμε τα κάλαντα και περιμέναμε την πλερωμή, το λάδι πάει να πει γιατί, φτωχό το χωριό, άλλα πράγματα δεν είχε… Κάποιες γριούλες τσιφούτες έσταζαν λίγο λάδι στα μπουκάλια μας και εμείς με κόλπο τις κάναμε να ρίχνουν περισσότερο. Σηκώναμε ψηλά το μπουκάλι μας και όταν άρχισε να τρέχει το λάδι το κατεβάζαμε απότομα. Το χέρι της γριάς ακολουθούσε τον … κατήφορο και εμείς κερδίζαμε λίγο λάδι παραπάνω!
Το λάδι το πουλούσαμε στον μπακάλη (14 δραχμές η οκά είχε τότε), κλέβαμε και λίγο από το σπίτι μας και κάτι κονομούσαμε, για να πάρουμε λάστιχα και πετσιά για τη σφεντόνα μας, λίγα χύμα τσιγάρα Νο 5, Νο 10 στη ζούλα, καμιά καραμέλα ή λίγο λιόσπορο. Παπούτσια δεν είχαμε ανάγκη, είχαν κάνει σόλα τα πόδια μας από μόνα τους, ξυπόλητοι γαρ ή με εκείνα τα λαστιχένια πέδιλα…
Ωραίες εποχές…

Τα κάλαντα, κάλαντρα στην Κρητική διάλεκτο, είναι τραγούδια που, με αφορμή το θρησκευτικό περιεχόμενο της εορτής, ζητούν φιλοδωρήματα για τους τραγουδιστές, τους «καλαντράδες».
Η βάση των παραδοσιακών καλάντων σε όλη την Ελλάδα είναι κοινή. Ξεκινούν με την εορτή, περνάνε στα παινέματα για όλη την οικογένεια, με στίχους που είναι ένας ποταμός από εικόνες εκπληκτικής ομορφιάς (τα σημερινά παιδιά της πολυκατοικίας και της τηλεόρασης, χωρίς να φταίνε βέβαια τα ίδια, μάλλον δεν θα τα καταλάβαιναν καν), και καταλήγουν στα δώρα που ζητούν. Όχι εφετζίδικα δώρα, όχι εμπορεύματα, αλλά είδη πρώτης ανάγκης!
Για τα κάλαντρα χρειάζεται προετοιμασία. Τα λόγια πολλά και πρέπει να μαθευτούν απόξω, ο ντενεκές ή το ασκί για το λάδι, στα ελαιοπαραγωγικά χωριά, το οκαδιάρικο μπουκάλι με την πύργια στα πιο φτωχά, ο λύχνος ή ο φακός για το σκοτίδι (σκοτάδι), η βούργια (τσάντα) για τα άλλα φιλοδωρήματα. Οπωρικά, κάστανα φουρνιστά, καρύδια, πορτοκάλια και τα τελευταία χρόνια χρήματα, είναι τούτα τα φιλοδωρήματα.
Δεν θυμάμαι τι λόγια λέγαμε τότε. Βρήκα όμως παλιά Κρητικά κάλαντρα. Πάμε λοιπόν.




Τα κάλαντα του ζευγά Αη Βασίλη

«Ταχειά - ταχειά ν' αρχιμενιά, ταχειά ν' αρχή του χρόνου
ταχειά ν' απου πορπάτηξε ο Κύριος του κόσμου
κι εβγήκε κι εχαιρέτηξε ούλους τσι ζευγολάτες.
Τον πρώτ' απού χαιρέτηξε ήταν Αϊ Βασίλης
- Άγιε Βασίλη, Δέσποτα, καλό ζευγάριν έχεις;
- Καλό το λες, αφέντη μου, καλό και βλοημένο,
απού το βλόγα η χάρι ντου με το δεξί ντου χέρι,
με το δεξί, με το ζερβό, με το μαλαματένιο
πευκένιο 'ναι τ’ αλέτρι του δαφνένιος ο ζυγός του
τ' απανωζεύλια του ζυγού βασιλικού κλωνάρι.
- Πες μου να ζήσεις Βασιλειέ, τι σπέρνεις την ημέρα;
- Σπέρνω σταράκι δώδεκα, κριθάρι δεκαπέντε
ταή και ρόβι δεκοχτώ κι από νωρίς στο σταύλο
Μ' αλήθεια κάτω στο γιαλό, κάτω στο περιγιάλι
μουζούρι στάριν έσπειρα με το πλατύ πινάκι.
Μα 'κεια τ' ανεριαστήκανε λαγούδια και περδίκια,
και στένω την οξόβεργα να πιάσω τα περδίκια
μουδέ λαγούδια έπιασα μουδέ περδίκια είδα
μα θέρισα κι αλώνεψα κι έκαμα χίλια μόδια
και τ' αποσκυβαλίδια μου χίλια και πεντακόσια.
Μα τάλλα δεν εμέτρησα γιατ’ ο Χριστός επέρνα
κι εκειά που στάθηκ' ο Χριστός ώρηα - πανώρια βρύση
κι εκεί που παραστάθηκε πανώριο κυπαρίσσι
κι είχε στη ρίζα τζίντζεβρο και στη κορφή καννέλα.
Κι απάνω - πάνω στα κλαδιά γράμματα 'ναι γραμμένα,
περνά ο παπάς διαβάζει τα, διάκος κι ανάγνωσέ ντα
κι οι άγγελοι του ουρανού καθίζουν γράφουνέ ντα.

Ο Γιός


Μ' επά τον έχουν τον υγιό τομοσκοκανακάρη
που λούζουν και χτενίζουν τον και στο σκολειό τον μπέμπουν
για να του μάθουν γράμματα, Γραμματικός να γίνει.
Μα ποιος θα μπει συργουλευτά για να τόν-ε ξυπνήση,
και να του γύρει να πλυθεί, να τον καλοκαρδίσει;
Φέρτε πανιέρι κάστανα, πανιέρι λεφτοκάρυα
και φέρτε και καλό κρασί να πιουν τα παλληκάρια.
Κι εγώ θα μπω συργουλευτά και θα τόν-ε ξυπνήσω
και θα τού γύρω να πλυθεί να τον καλοκαρδίσω
και να τον μπέψω στο σχολειό γράμματα για να μάθει.
Μα εξέπεσέν του το κερί κι έκαψε το χαρτί του
κι έκαψε και την πέτσα του την πενταπλουμισμένη
όπου την επλουμίζανε οι τρεις βασιληοπούλες.
Η μια βάνει τον πόθον τζη, η γι' άλλη την κεδιά τζη
κι η τρίτη η καλύτερη βάνει την ομορφιά τζη.
Κι ο δάσκαλος του τόδειρε μ' ένα χρυσό βιτσάλι,
το παίρνει το παράπονο στη γήτσα - γήτσα πάει.
Στη στράτα τ’ απαντήξανε τρεις άρχοντες κι ετρώγαν,
-Κάτσε να φας, κάτσε να πιείς, κάτσε να τραγουδήσεις.
- Μα μένα οι καλοί γονιοί τραγούδια δε μου μάθαν
μόνο μου μάθαν γράμματα κι εκείνα σας - ελέω,
- Μα σαν κατέεις γράμματα πε μας την άλφα - βήτα.
Κι εις το ραβδί ντου κούμπησε να την καλαναρχίσει
και το ραβδί 'τονε ξερό χλωρούς βλαστούς επέτα
κι απάνω - πάνω στους βλαστούς πέρδικες κακάριζαν.
- Κακάριζε, κακάριζε, κι αν κελαϊδείς κελάιδε.
Κατέβηκεν η πέρδικα να βρέξη το φτερό τζη
κι έβρεξε τον αφέντη μας τον πολυχρονισμένο.


Ο «Αφέντης»

Είπαμ' εδά του γιόκα μας ας πούμε και τ’ αφέντη.
Αφέντη, αφέντη ολάφεντε, πέντε φορές αφέντη
πέντε βαστούνε τ’ άτι σου, δέκα το χαληνάρι
και δεκαπέντε σε βαστούν να βγει ο καβαλάρης.
Εσένα πρέπει, αφέντη μου, καράβια ν' αρματώνεις
και στην Κωνσταντινούπολη μονημερίς να σώνεις.
Εσένα πρέπει, αφέντη μου φλουριά να κουλαντρίζεις
με τόνα χέρι να σκορπάς και τάλλο να δανείζεις.
Μα πάλι ξαναπρέπει σου να τρως κουλούργι' αφράτα
τση κιτρολεμονιάς τσ' αθούς να γεύγεσαι σαλάτα.
Και πάλι ξαναπρέπει σου καθέκλα καρυδένια
ν' αντικουμπίζουντα νεφρά τα μαργαριταρένια.
Μα πάλι ξαναπρέπει σου θρόνος για να καθίζεις
και μια κοπέλα όμορφη να την-ε κανακίζεις.




Η κερά και η θυγατέρα


Είπαμ' εδά τ' αφέντη μας ας πουμε τση κεράς μας
Κερά ψηλή, κερά λιγνή, κερά καμαροφρύδα
κερά μαρμαροτράχηλη και φεγγαρομαγούλα
όντε λουστείς και χτενιστείς και βάλεις τα καλά σου
τα μάρμαρα ραΐζουνε από την ομορφιά σου.
Κερά, 'κλησιά θε να γενείς με δεκοχτώ καμάρες
κάθε καμάρα και κερί και κάθε τρεις το διώμα
και κάθε τρεις και τέσσερις ώρηα πανώρια βρύση
να τρέχουν τα κρυγιά νερά να πιούνε οι διαβάτες
κι όσοι διαβάτες κι αν περνούν, διαβάτες και διαβαίνουν
να πίνουντα κυγιά νερά, τον Κύριον να δοξάζουν.
Κερά τη θυγατέρα σου Γραμματικός τη θέλει
μ' αν είναι και Γραμματικός πολλά προυκιά γυρεύει.
Γυρεύγει Κάστρα, πρόβατα, τον ουρανό σεντόνια
τον ήλιο το λαμπρότατο, αμπέλια και περβόλια.
Γυρεύγει μύλους δώδεκα και με τσι μυλωνάδες
Γυρεύγει βόδια είκοσι και με τσι ζευγολάτες
τάξε, κερά μου, τάξε του, τάξε και μην του δώσεις.


Η Βάγια

Είπαμ' εδά και τση κεράς ας πούμε και τση βάγιας.
Αψε, βαγίτσα, το κερί, άψε και το λυχνάρι
και έμπα και εις την κάμερα να δεις τι θα μας βγάλεις.
γι' απάκι γή λουκάνικο, γή αυγά καθαρισμένα,
κι απού το γέρο βάρελο να πιούμε μια γεμάτη
κι αν είναι περισσότερο βαστούμε και τ' ασκάκι
κι απού το γέρο πίθαρο ένα κουρούπι λάδι
κι απού την ορνιθόκοτα κιανένα πουλαδάκι
κι απού το τυροκούρουπο ένα ζηλοκουμπάκι
κι απού το ασπροσάκκουλο κιανένα μετζητάκι.
Κι ακόμης δεν τον ηύρηκες το μάνταλο ν' ανοίξεις
να μας ε-δώκεις τίβοτσι κι ύστερα να σφαλίξεις.
Κι αν είναι με το θέλημα, άσπρη μου περιστέρα
ανοίξετε την πόρτα σας να πούμε καλή σπέρα ».


Μετά τα φιλοδωρήματα, «την πλερωμή τους», δηλαδή, οι καλαντιστάδες σήκωσαν το ασκί με το λάδι στη ράχη και βγαίνοντας εξ' απ' την πόρτα τραγουδούσαν τούτα τα στιχάκια:

«Επά που καλαντίσαμε καλά μας επλερώσαν
καλά νάναι τα έχη των και τ' αποδόματά των
κι αν έχουν σερνικό παιδί στη σέλα καβαλάρης
να σιέται, να λυγίζεται να πέφτει το λογάρι
να το μαζώνου οι γι' άρχοντες να κάνουν δαχτυλίδια
κι αν έχουν θηλυκό παιδί χρουσή μοίρα να λάβει
του Ρε ντ' Εσπάνιο το υγυιόν άντρα να τον επάρει...»

(Αποστολάκης Α. Σταμ. σ. 443-446)*.
http://www.chania-info.gr/

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ ΦΙΛΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ. ΑΣ ΠΕΣΟΥΝ ΕΞΩ ΟΛΕΣ ΟΙ ΚΑΚΕΣ ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ!

27/12/2010

Δεν υπάρχουν σχόλια: