Δευτέρα, 13 Απριλίου 2009

ΤΕΣΣΕΡΑ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΓΡΗΓΟΡΗ ΜΠΙΘΙΚΩΤΣΗ

Σήμερα που γράφω τούτες τις γραμμές κλείνουν τέσσερα χρόνια που έφυγε από τη ζωή η «Φωνή της Ρωμιοσύνης», ο μεγάλος, α ανεπανάληπτος συνθέτης και ερμηνευτής, Γρηγόρης Μπιθικώτσης. Έτσι, ενώ άλλα είχα στο νου μου να δημοσιεύσω, δράττομαι της ευκαιρίας(;) (μεγάλος του φαν γαρ), να του κάνω ένα μικρό αφιέρωμα.

Σύντομο βιογραφικό

Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης γεννήθηκε στις11 Δεκεμβρίου 1922 στο Περιστέρι (Οδός Μυκηνών, νυν οδός Γρηγόρη Μπιθικώτση) και αποχαιρέτησε τούτο τον κόσμο στις 7 Απριλίου 2005 (82 ετών) ώρα 19:22 στο «Υγεία».
Από φτωχή οικογένεια, εργάστηκε ως υδραυλικός για να επιζήσει και παράλληλα έπαιζε κιθάρα. Ήταν το μικρότερο παιδί της οκταμελούς οικογένειας. Έκανε δύο γάμους και απέκτησε 3 παιδιά, δυο κόρες και ένα γιο, τον Γρηγόρη που είναι επίσης τραγουδιστής.

Μπήκε στην δισκογραφία το 1947 σε ηλικία 25 ετών ως συνθέτης με το τραγούδι «Το καντήλι τρεμοσβήνει» σε στίχους Χαράλαμπου Βασιλειάδη ή Τσάντα και ερμηνευτές τη Σούλα Καλφοπούλου και τον Μάρκο Βαμβακάρη..

Πρώτη φορά ως τραγουδιστής ερμήνευσε το «Τρελλοκόριτσο» το 1952.
(Για την ιστορία, τους στίχους του τραγουδιού έγραψε ο, συνεργάτης του Γρηγόρη, Γιάννης Παπαδόπουλος, για χατήρι μάλιστα της ... Πόλυς Πάνου !
Στα πρώτα του χρόνια ως τραγουδιστής ερμήνευσε όλους σχεδόν τους συνθέτες του ρεμπέτικου, από τον Βαμβακάρη, τον Τσιτσάνη και τον Παπαιωάννου, έως τον Χιώτη, τον Χατζηχρήστο, τον Μπαγιαντέρα κ. α.
Λέει επίσης μερικά από τα πρώτα τραγούδια του Χατζιδάκι στο ξεκίνημα του κορυφαίου συνθέτη στο λαϊκό τραγούδι (π.χ. «Είμαι αϊτός χωρίς φτερά, «Γαρύφαλλο στ’ αυτί» κ. α).
Ως συνθέτης άφησε στη δισκογραφία περισσότερα από 200 τραγούδια, πολλά από τα οποία έγιναν μεγάλες επιτυχίες, όπως τα «Του Βοτανικού ο μάγκας», «Τρελοκόριτσο», «Σε τούτο το στενό», «Επίσημη αγαπημένη», «Στου Μπελαμή το ουζερί», «Ένα όμορφο αμάξι με δυο άλογα», «Ρίξε μια ζαριά καλή», και πλήθος άλλων.
Τα πρώτα του τραγούδια τραγούδησαν ο Τσαουσάκης, ο Καζαντζίδης, ο Αγγελόπουλος, η Πόλυ Πάνου, η Βίκυ Μοσχολιού κ.α.
Ήταν αυτός που ανέδειξε την Πόλυ Πάνου (την έφερε από την Πάτρα έφηβη και της έδωσε το πρώτο της τραγούδι, το «Πήρα τη στράτα την κακιά»), τη Βίκυ Μοσχολιού, το Λευτέρη Μυτιληναίο κ. α.

Η μεγάλη τομή στη σταδιοδρομία του συμβαίνει το 1959. Ο Μπιθικώτσης συναντιέται με τον Μίκη Θεοδωράκη και μαζί με τον κορυφαίο Μ. Χιώτη στο μπουζούκι ηχογραφούν τον ανυπέρβλητο «Επιτάφιο» σε ποίηση του Γιάννη Ρίτσου:

Το ηχόχρωμα της φωνής και η τραγικότητα της ερμηνείας του Μπιθικώτση έγινε ένα με το σπαραγμό της Μάνας που πενθεί το γιό της. Και είναι καταπληκτικό να σκεφτεί κάποιος ότι από τις τρεις διαφορετικές ερμηνείες του «Επιτάφιου», αυτών της Νάνας Μούσχουρη και της Μαίρης Λίντα (δυο γυναικών και μεγάλων τραγουδιστριών) επικράτησε η ερμηνεία του Μπιθικώτση!

Μετά τον Επιτάφιο ακολουθούν και άλλα έργα – σταθμοί του Θεοδωράκη: «Το τραγούδι του Νεκρού Αδερφού», «Άξιον Εστί», «Ρωμιοσύνη», «Πολιτεία Α΄ και Β΄», «Θαλασσινά Φεγγάρια» και άλλα πολλά. Παράλληλα ο Μπιθικώτσης τραγουδάει όλους σχεδόν τους σπουδαίους συνθέτες που ξεχύθηκαν από αυτήν την πολιτιστική άνοιξη: Ξαρχάκο, Σπανό, Μούτση, Κουγιουμτζή και άλλους, λέγοντας πάντα τα καλύτερα τραγούδια τους σε ποίηση και στίχους των Ν. Γκάτσου, Ευτυχίας Παπαγιανοπούλου, Δ. Χριστοδούλου, Τ. Λειβαδίτη, Λ. Παπαδόπουλου, Μ. Ελευθερίου κ.α.

Ο άντρας




Ο Γρηγόρης με τη μεγάλη στιχουργό Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου



Ο Μπιθικώτσης ήταν μια προσωπικότητα της Τέχνης που όχι μόνο πρωταγωνίστησε σε μια μουσική επανάσταση στην Ελλάδα, αλλά και αποτέλεσε τη φωνή που εξέφρασε τα πιο προοδευτικά και ριζοσπαστικά σκιρτήματα της ελληνικής εργατικής τάξης και της νεολαίας τις δεκαετίες κυρίως του 1960 και 1970.

Το ανάστημα, η αρχοντιά και η αγέρωχη εμφάνιση του, δεν καθρέφτιζαν μόνο το χαρακτήρα του αλλά και αυτό ακριβώς που εκπροσώπησε στο ελληνικό τραγούδι επί 55 χρόνια. Η «ξύλινη» φωνή του, «δωρική» την είπαν άλλοι, έφερε τα πάνω κάτω στο τραγούδι, δημιούργησε σχολή, κυρίως όμως έδωσε την αμεσότητα του λαϊκού στον ήχο του έντεχνου. Μια φωνή που, χωρίς εύκολα τεχνάσματα και επιδεικτικές τσαλκάντζες, πάντρεψε τη μελοποιημένη ποίηση με τη λαϊκή δύναμη, που έφτασε από τα αλώνια μέχρι τα σαλόνια.
Ήταν ο καταλληλότερος ερμηνευτής των ποιητών, γιατί η φωνή του είχε μέτρο, χροιά, λαϊκότητα, δύναμη και κρυμμένο αυστηρό λυγμό. Και δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι ερμηνείες του δεν ξεπεράστηκαν από κανέναν άλλο έως σήμερα.
Η φωνή του ταυτίστηκε με τα κοινωνικοπολιτικά σκαμπανεβάσματα της Ελλάδας που τα τραγούδησε με αρχοντικό αίσθημα. Εκπροσώπησε την άλλη πλευρά της χώρας, μια εποχή που το κοινό διχαζόταν ανάμεσα στο παράπονο του Καζαντζίδη και την περήφανη συγκίνηση του Μπιθικώτση.

Δεν υπάρχουν σχόλια: