Τρίτη, 6 Μαΐου 2008

Π Α Ν Ι Δ Α

- Ηντα θα κάνουμε σήμερα; Πάμε να πάρουμε το Μανώλη και να πάμε ίσαμε το Λαγγό για πέρδικες; Εκειά στου Γιαννάκη το πορί είδα οψάργας μια πού σερνε ίσαμε δέκα περδικάκια!
- Δε μπορώ γιατί θυμίζει (1) η αίγα μας κι έπεψέ με ο αφέντης μου να τηνε πάω στον τράο. Άμα δεν τηνε πάω θα μ’ ασβολώσει !
- Και πού ναι η αίγα;
- Εδά θα πάω να τηνε φέρω από τη χαλέπα
- Και να τηνε βρεις θέλεις γη…
- ΄Οι δα μπρε να τηνε βρω θέλει γιατί την έχω κοστεκιάσει.(2)
- Εμένα θυμίζει η γαϊδάρα μου διαόλοι μέσα τζη και δε κατέω ήντα να τηνε κάμω. Πού χετε δεμένο το γάιδαρο σας;
- Στη Λαθουρέ τονε πήγα. Αναθεμάτονε πήγε να με τσουρίσει (3) πάλι σήμερα στο Πρόβαρμα. Μωρέ του σπας απάνω ντου τη χαχαλόβεργα (4) και δεν κουνιέται ! Ετσέ και μυριστεί γαϊδάρα και φορτωμένος νάναι κατέεις πως γλακά;
- Το βράδυ ήντα θα κάνεις;
- Θαρρώ πως θα πάω με τη μάνα μου στο Λαγγό για χοχλιούς.
- Εκειά στη Μεγάλη Στροφή από πάνω είναι γεμάτος ο κόσμος μουρμούρια.(5)
- Διαόλοι μεσαντονε μα δε μ’ αρέσουνε. Καλιά’ χω τσι μεγάλους που γίνουντε και μπουμπουριστοί. (6)
- Καλά, θα τα πούμε αύριο στο σκολειό. Εδιάβασες;
- Μη λες μωρέ μπουνταλές


1. Θυμίζει = έχει διάθεση ζευγαρώματος
2. Κοστεκιάζω, μπουζιάζω = δένω τα πόδια ανά δύο με σχοινί, παράλληλα ή σταυρωτά.
3. Τσουρώ = πέφτω σε κατηφορικό μέρος
4. Χαχαλόβεργα = Ξύλο που στην κορυφή του έχει διχάλα, χρήσιμη για να κρατά το φορτίο του ζώου από τη μια μεριά ώσπου να φορτώσουμε την άλλη.
5. Μουρμούρι = Είδος σαλιγκαριού. Μικρό , καφετί και με λεπτό όστρακο.
6. Μπούμπουρα= Μπρούμυτα. Οι χοχλιοί λέγονται μπουμπουριστοί γιατί τους τηγανίζουμε με το άνοιγμα του οστράκου προς το τηγάνι, δηλαδή μπρούμυτα.

Ένας διάλογος φανταστικός που σήμερα ίσως δεν έχει κανένα νόημα ακόμη και για αυτούς που ζουν στα χωριά. Τα χρόνια όμως της ανέχειας, της απομόνωσης των χωριών, της έλλειψης των τεχνολογικών επιτευγμάτων και της μηχανοκίνητης γεωργίας, το να μιλάς για τα ζώα που συντηρούσες σπίτι σου ήταν εκ των ουκ άνευ.
Τότε τα ζώα ήταν αρωγός σε κάθε προσπάθεια επιβίωσης, φίλος και συμπαραστάτης, εργαλείο και μέσον μεταφορικό, ο θεμέλιος λίθος της γεωργικής οικονομίας και της επιβίωσης του ανθρώπου στο χωριό.
Με τη βοήθειά τους κάθε σπιθαμή γης είχε καλλιεργηθεί ακόμη και η πλέον απρόσιτη, τη στιγμή που σήμερα χερσώνουν τα πάντα ακόμη και τα χωράφια στα οποία φτάνει το τρακτέρ και το σκαπτικό μηχάνημα.
Τότε κάθε σπίτι είχε απαραίτητα:
΄Ενα γάιδαρο, ή στην καλύτερη περίπτωση ένα μουλάρι, για μεταφορικό μέσον, μια αγελάδα σαν τρακτέρ ή αλωνιστική μηχανή, μια κατσίκα για το γάλα, το ανθόγαλο και το τυρί, μια σκρόφα (γουρούνα) για το απαραίτητο κρέας και κότες για τα αυγά.
Ο γάιδαρος πιστός, υπομονετικός και υπάκουος, πάντα δίπλα, πάντα μαζί σε κάθε μέρος που υπήρχε γεωργική εργασία.
Η αγελάδα πέρα από την αναπαραγωγή ήταν χρήσιμη στο όργωμα (δυο μαζί δεμένες σε ζυγό - η μια δανεική - έσερναν το αλέτρι), στο αλώνισμα (γυρνώντας μόνο γύρω – γύρω μέσα στο αλώνι ή σέρνοντας το βολόσυρο) και (σπανίως) για το γάλα της, βλέπετε το αφήναμε στο μοσχαράκι.

Στο χωριό το ζώο ήταν μέρος της οικογένειας και έμενε μαζί της, συνήθως στο κατώι του σπιτιού.
Ο θάνατός του είναι πένθος για την οικογένεια και όχι μόνο.
Στο χωριό μου όποτε πέθαινε ένας γάιδαρος μαζευόταν η γειτονιά και σάρκαζε το γεγονός με αυτοσχέδιες μαντινάδες του τύπου

Εψόφησε ο γάιδαρος οπού τρωγε τα χόρτα
Και δεν θα ξαναπάει μπλιό στου …. την πόρτα.

Εγλάκαγε η …….. και τσούραγε τσι δέτες
Για να τση δώσουν τα άντερα να κάνει καλτσοδέτες.

Την πρώτη μου στιχουργική προσπάθεια την έκαμα σε ένα τέτοιο γεγονός, θα ήμουν περίπου εννέα χρονών.

…Πάρε Μιχάλη μια μπουκιά να φάνε τα παιδιά σου
Ο Γιώργος σου κι ο Γιάννης σου κι όλη η οικογένειά σου.
Για τη Γεωργία έκοψα ξεχωριστή μερίδα
Γιατί με παρηγόραγε στο δρόμο η κακομοίρα…


Βεβαίως στα παιδικά μου χρόνια η βία απέναντι στα ζώα ήταν μέρος της ζωής μας. Μιλάμε για τα ζώα που δεν θεωρούσαμε χρήσιμα. Π. χ πιάναμε ένα βατράχι και του βάζαμε ένα αναμμένο τσιγάρο στο στόμα. Αυτό δεν μπορούσε να εκπνεύσει τράβαγε καπνό ώσπου … έσκαγε. Ναι πιστέψτε το. Έκανε μπαμ !
Πιάναμε στο ποτάμι τα καβούρια, τους σπάζαμε τις δαγκάνες και τα ξαναρίχναμε μέσα στο νερό.
Χαλάγαμε τις φωλιές των πουλιών παίρνοντας τα αυγά ή τα μικρά πουλάκια τα οποία προφανώς δεν άντεχαν τις κακουχίες στις οποίες τα υποβάλαμε.
Περιμέναμε με λαχτάρα το μουνούχισμα (ευνουχισμό) των μικρών γουρουνιών για να πάρουμε τα α….. του για μεζέ στο σπίτι ή αν έσφαζαν ένα γουρούνι μαλώναμε ποιος θα πάρει τη φούσκα του (ουροδόχο κύστη) για να την κάνει μπαλόνι και να παίξει. (Βλέπετε ήταν το μόνο μπαλόνι που ξέραμε).
Είναι ατελείωτες οι ιστορίες που θυμούμαι με ζώα και, πιστέψτε με, τις θυμούμαι με νοσταλγία. Κάποια άλλη φορά, να σαν τέτοιες ημέρες, που δεν θα έχω διάθεση για γκρίνιες , και λόγω ημερών ασφαλώς, θα σας ξεδιπλώσω τις αναμνήσεις μου.
Φαντάζομαι πως οι αναγνώστες, της ηλικίας μου και όχι μόνο, θα βρουν την ευκαιρία να θυμηθούν, να νοσταλγήσουν και να γυρίσουν σε χρόνια αγνά, σε ημέρες «γεμάτες» και σε μια φύση σχεδόν παρθένα.
Να μυρίσουν ξανά άρωμα Άνοιξης και Φθινόπωρου που τόσο έχουν λείψει από την «καταστροφική» εποχή μας.
22/4/2008
ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΕ ΟΛΟΥΣ (με όποια σημασία της δίδει ο καθένας).

Δεν υπάρχουν σχόλια: