Παρασκευή, 6 Δεκεμβρίου 2013

Σπίτι μου σπιτάκι μου(;)



 «H απόκτηση κατοικίας από αυτούς που την στερούνται ή που στεγάζονται ανεπαρκώς αποτελεί αντικείμενο ειδικής φροντίδας του Κράτους.»
Σύνταγμα της Ελλάδος

Τι ωραία! Ο συντάκτης του συντάγματος βεβαίως δεν προέβλεψε ούτε τρόικα, ούτε «σκυφτομεσάκηδες» πολιτικούς που, στο όνομα της κερδοφορίας του μεγάλου κεφαλαίου, γράφουν στα παλιά τους τα παπούτσια και το σύνταγμα και τους πολίτες! Αντί για προστασία της κατοικίας φτάσαμε στην εύκολη εκποίησή της, σε βάρος των φτωχών και των ανέργων!

Κεραμίδι
Η έννοια του σπιτιού στην Ελλάδα, πέρα από την εύκολη εκδοχή της ατομικής ιδιοκτησίας, της εκμετάλλευσης και του πλουτισμού, κυρίως χαρακτηρίζει την ιδιαίτερη μας ιδιοσυγκρασία.
Η σχέση των Ελλήνων με τα σπίτια έχει βαθιές ρίζες στον χρόνο, στην Ιστορία, στην κοινωνία. Αξίζει να σκεφτούμε πόση αυταπάρνηση, πόσος πόνος, στέρηση αλλά μαζί και ελπίδα και όνειρα όχι ενός, αλλά πολλών ανθρώπων, κρύβονται πίσω από τα φθαρμένα επιχρίσματα στους τοίχους των σπιτιών μας. Που αν τα ξύσεις λίγο, προβάλλει ολοζώντανη η ιστορία μιας ζωής. Μιας Ελλάδας μετά το ’60 που ζούσε και ανέπνεε για ένα καλύτερο αύριο. Κάποια, πολλά από αυτά τα ντουβάρια, χτίστηκαν με τον ιδρώτα της ξενιτιάς, και άλλα με το μεροκάματο,  πετραδάκι - πετραδάκι.
Για μας, το τελευταίο μισό του περασμένου αιώνα, ο ορισμός της ανθρώπινης ανάγκης και το κριτήριο της ευτυχίας ήταν ένα κεραμίδι κι ένα πιάτο φαΐ. Τίποτε παραπάνω. Ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι μας, να μην μας τρώνε τα ενοικιοστάσια και να μην μας ξεσπιτώνουν όποτε θέλουν, για να μπορέσουμε να βάλουμε την ανθρώπινη επαφή, την αγάπη και τα όνειρά μας για το μέλλον μέσα σε τέσσερις τοίχους.  
Γιατί είμαστε ένας λαός που, στην ιστορική του διαδρομή, ξεριζώθηκε πολλές φορές και βρέθηκε στο δρόμο, που είδε γενιές να χτίζουν με πηλοφόρι και μυστρί τα δωμάτια που έμελλε να γίνουν τα πατρικά τους. 


Μ’ αίμα χτισμένο, κάθε πέτρα και καημός
κάθε καρφί του πίκρα και λυγμός
Μα όταν γυρίζαμε το βράδυ απ’ τη δουλειά
εγώ και εκείνη όνειρα, φιλιά
Το `δερνε αγέρας κι η βροχή
μα ήταν λιμάνι κι αγκαλιά και γλυκιά απαντοχή
Αχ, το σπιτάκι μας, κι αυτό είχε ψυχή.

Πάρ’ το στεφάνι μας, πάρ’ το γεράνι μας
στη Δραπετσώνα πια δεν έχουμε ζωή
Κράτα το χέρι μου και πάμε αστέρι μου
εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί

Ένα κρεβάτι και μια κούνια στη γωνιά
στην τρύπια στέγη του άστρα και πουλιά
Κάθε του πόρτα ιδρώτας κι αναστεναγμός
κάθε παράθυρό του κι ουρανός

Κι’ όταν ερχόταν η βραδιά
μες στο στενό σοκάκι ξεφαντώναν τα παιδιά
Αχ, το σπιτάκι μας, κι αυτό είχε καρδιά …
                  
Τούτοι οι συγκλονιστικοί στίχοι του Τάσου Λειβαδίτη (Δραπετσώνα) αποτυπώνουν με τον καλύτερο τρόπο αυτά που αναφέρονται παραπάνω. 


Αυτή είναι με λίγα λόγια, η ιστορία των παππούδων μας, η ιστορία των γονιών μας. Η ιστορία η δική μας. Στο κάθε σπίτι έχει αποτυπωθεί ο ιδρώτας που χύθηκε για να χτιστεί, έχει αποτυπωθεί η τίμια εργασία και το όνειρο.

Απάτη
Η σύγχρονη οικονομική απάτη που στήθηκε εις βάρος του ελληνικού λαού βασίστηκε, όπως αποδεικνύεται, πάνω ακριβώς στην ανάγκη του αυτή. Στην αγωνία, στο όνειρο για τη λεγόμενη «αποκατάσταση». Πριν είκοσι χρόνια η αγορά σπιτιού με τραπεζικό δάνειο, ήταν σπάνιο φαινόμενο. Τα επιτόκια ήταν απαγορευτικά! Θυμούμαι προσωπικά δάνειο με επιτόκιο 25%!  Τραπεζίτες εκδορείς …
Ξαφνικά ο κανόνας άλλαξε. Οι τράπεζες έριξαν τα επιτόκια και παρότρυναν τους πολίτες, με διαφημίσεις, με τηλεφωνήματα στο σπίτι, με κάθε τρόπο να αποκτήσουν τη δική τους στέγη. Τα δάνεια για πρώτη κατοικία ήταν επιδοτούμενα με αποτέλεσμα όποιος έμενε σε ενοίκιο και πλήρωνε π.χ 500 € το μήνα εύκολα να πείθεται να αγοράσει ένα σπίτι με δάνειο, στο οποίο η μηνιαία δόση δεν ήταν παραπάνω από το ενοίκιο που έτσι ή αλλιώς πλήρωνε. Ας μην ξεχνούμε την τεράστια (τεχνητή;) αύξηση των ενοικίων τα τελευταία χρόνια προ κρίσης!
Και οι πολίτες προσέτρεξαν να κάνουν το όνειρό τους πραγματικότητα με ένα δάνειο που μπορούσαν να εξυπηρετήσουν, γιατί είχαν εργασία και αξιοπρεπή μισθό.
Μέσα σε λίγα χρόνια, μια χούφτα από Τραπεζίτες γίνανε και με το νόμο συνιδιοκτήτες στην περιουσία του καθενός που δανειζόταν για να κτίσει το σπίτι του. Καταντήσαμε μια χώρα προσημειωμένη.

Κι ύστερα ήρθε η κρίση. Κρίση που κάποιοι προετοίμαζαν επιμελώς για χρόνια! Μαζί της οι φόροι, τα χαράτσια, το πάγωμα της αγοράς ακινήτων, η πτώση της αγοραστικής αξίας τους. Τα μεσιτικά γραφεία γεμάτα από αιτήματα για πωλήσεις. Το προνόμιο για τους πολίτες έγινε βάρος.
Εκατοντάδες χιλιάδες όσων έχουν πάρει στεγαστικά δάνεια δεν μπορούν πια να τα πληρώνουν. Η ανεργία στην χώρα πλησιάζει, αν δεν έχει περάσει το 30%, έχουμε πάνω από 1,5 εκατομμύριο ανέργους, οι μισθοί και οι συντάξεις έχουν μειωθεί δραματικά, οι φόροι μας ξεζουμίζουν και επειδή δεν μπορούμε να είμαστε συνεπείς στις δόσεις μας, τώρα, για την ασυνέπεια που μας προκάλεσαν, θα μας πάρουν τα σπίτια μας!
Ποιες; Οι τράπεζες! Που έχουν χρηματοδοτηθεί από εμάς με δεκάδες δισεκατομμύρια και, αντί να «κουρέψουν» τα δάνεια της άνεργης και φτωχής οικογένειας, ζητάνε εκβιαστικά πίσω και τα πανωτόκια μεθοδεύοντας κατασχέσεις και πλειστηριασμούς. Τραπεζίτες εκδορείς…
       
Εγώ κρατώ τα κλειδιά μου κι άλλος την καλύβα μου.
Ελληνική παροιμία
Οι περισσότεροι από τους οφειλέτες προς τις τράπεζες, ασυνεπείς ή μη έχοντες να πληρώσουν, δεν έχουν συνειδητοποιήσει το μέγεθος του κινδύνου που τους απειλεί. Νομίζουν ότι η τράπεζα... δεν θα τους πάρει το σπίτι!
Τι να το κάνει η τράπεζα ένα ασήμαντο δυάρι ή τριάρι διαμέρισμα; Σε ποιον θα το πουλήσει; Πως θα πουλήσει η Τράπεζα 10 ή 20.000 σπίτια; Οι σκέψεις αυτές και άλλες παρόμοιες ακούγονται λογικοφανείς, είναι όμως βαθύτατα λανθασμένες.
Η κάθε τράπεζα δεν έχει καμιά έγνοια να... πουλήσει ή έστω να νοικιάσει σε κάποιον το σπίτι που κατάσχεσε! Της αρκεί που απέκτησε αυτή τους τίτλους ιδιοκτησίας! Αντί να ψάχνει να βρει 10.000 αγοραστές που έτσι κι αλλιώς δεν πρόκειται να τους βρει ποτέ, κάνει κάτι εντελώς διαφορετικό. Βγαίνει στις αγορές του χρηματοπιστωτικού συστήματος και λέει: «Κατέχω τίτλους ιδιοκτησίας ακινήτων αντικειμενικής αξίας ενός δισεκατομμυρίου ευρώ και τους πουλάω για π.χ. επτακόσια εκατομμύρια ή τριακόσια εκατομμύρια ευρώ!». Μια τράπεζα από το Χονγκ Κονγκ ή από την Ουρουγουάη αγοράζει τους τίτλους αυτούς για να τους πουλήσει κι αυτή την επόμενη μέρα ή τον επόμενο μήνα!
Ο τίτλος ιδιοκτησίας του σπιτιού που κατάσχεσε η ελληνική τράπεζα επειδή δεν πληρώθηκαν οι δόσεις του δανείου βρίσκεται σήμερα... στο Κατάρ, αύριο στο Μεξικό, μεθαύριο ποιος ξέρει …
Κάποια από τα σπίτια αυτά βεβαίως θα πουληθούν σε γελοία τιμή, πάντως μεγαλύτερη από όσο τα αγόρασαν, σε κάποιο Γερμανό,  Άγγλο ή άλλο συνταξιούχο, που θα πίνει το τσάι του στην υγεία του κορόιδου που μάτωσε για να το αποκτήσει!
«Ποιος είναι λοιπόν πατριώτης; Αυτοί ή εμείς; Το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα και τρέχει να βρει κέρδη σ’ όποια χώρα υπάρχουνε τέτοια. Γι αυτό δε νοιάζεται κι ούτε συγκινείται με την ύπαρξη των συνόρων και του κράτους. Ενώ εμείς, το μόνο πού διαθέτουμε, είναι οι καλύβες μας και τα πεζούλια μας. Αυτά αντίθετα από το κεφάλαιο που τρέχει, οπού βρει κέρδη, δε μπορούν να κινηθούν και παραμένουν μέσα στη χώρα που κατοικούμε. Ποιος, λοιπόν, μπορεί να ενδιαφερθεί καλύτερα για την πατρίδα του; Αυτοί που ξεπορτίζουν τα κεφάλαια τους από τη χώρα μας ή εμείς που παραμένουμε με τα πεζούλια μας εδώ;».
Ομιλία του Αρη Βελουχιώτη στη Λαμία στις 22 Οκτωβρίου 1944 μετά την απελευθέρωση της στις 19 Οκτωβρίου 1944.

29/11/2013

Υ.Γ. Είναι αυτονόητο ότι είμαι αντίθετος με τους πλειστηριασμούς,  Α΄ κατοικίας (που αφορούν στο 80% των κατασχέσεων). Είναι αυτονόητο επίσης ότι δεν υποστηρίζω τους «μπαταχτσήδες». Αν κάποιος έχει, αντικειμενικά και όχι με το «ελάχιστο όριο αξιοπρεπούς διαβίωσης» που μας πασάρουν και είναι παρανοϊκό, και πονηρά δεν πληρώνει, ας υποστεί τις συνέπειες. Στο όνομα των λίγων όμως δεν γίνεται να καταστρέφονται οι πολλοί!

Δεν υπάρχουν σχόλια: