Δευτέρα, 6 Ιανουαρίου 2014

ΠΟΙΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ

Δεν έχεις πολλά να πεις για τούτη τη νέα χρονιά. Οι ελπίδες, που συνήθως φέρνει ένας καινούριος χρόνος, παραμένουν κλειδαμπαρωμένες στο σεντούκι των προηγούμενων μνημονιακών χρόνων, φως στον ορίζοντα με την παρούσα κατάσταση δεν φαίνεται, τι μένει λοιπόν;
Ας «το ρίξουμε» στην ποίηση! Σκωπτική ή σοβαρή έρχεται από παλιά και σαρκάζει καταστάσεις, παρόμοιες με αυτές που ζούμε τώρα!
 Η ιστορία επαναλαμβάνεται τελικά. Το μόνο που μας μένει, είναι να μετρήσουμε ποιος είναι ο κύκλος της, έτσι για να μάθουμε ποια από τις επόμενες γενιές θα ανοίξει το σεντούκι της ελπίδας και οι ευχές της θα έχουν ένα νόημα!
Σε ότι με αφορά θα τολμήσω μιαν ευχή που πάντα έχει σημασία.
ΝΑ ΕΧΕΤΕ ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ ΙΣΧΥΡΗ ΜΝΗΜΗ ΜΕ ΤΟΝ ΝΕΟ ΧΡΟΝΟ!

ΑΗ ΒΑΣΙΛΗΣ
Αη Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία
με το ραβδί του το χλωρό και τον γνωστό τορβά του
κι ενώ το Κράτος βρίσκεται σε τέτοια φασαρία
εκείνος εξακολουθεί τον ίδιο τον χαβά του

Ούτε η πείνα δεν μπορεί για να τον εμποδίσει
κι αρχίζει το τραγούδι του με δυνατή φαγούρα
και θέλει σώνει και καλά να μας καλοκαρδίσει
αλλ’ όμως όπου κι αν διαβεί παντού τα βρίσκει σκούρα

Κανείς δεν έχει όρεξη ν’ ακούσει το σκοπό του
εφέτος όπου κι αν σταθεί και όπου κι αν περάσει
όλοι μ’ ελπίδες τον τορβά κοιτάζουν τον δικό του
και τον ρωτούν αν έφερε καρβέλια να μοιράσει

Αη Βασίλης έρχεται και πέφτουνε κανόνια
και μοναχά για μποναμά ευχές καθένας στέλλει
και θεωρείται ευτυχής σ’ αυτά τα στείρα χρόνια
αυτός, που παίρνει μποναμά μπαγιάτικο καρβέλι.

Αη βασίλης έρχεται και πάλι πεινασμένος
Εις την κοιλιά τους έμπλαστρα βάζουν πολλοί με κόλλα
κι είναι στ’ αλήθεια πιο πολύ απ’ όλους κερδισμένος
εκείνος που κατόρθωσε και τίναξε τα κώλα.
 Το πιο πάνω σατιρικό ποίημα που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Σκρίπ” την Πρωτοχρονιά του 1895 είναι γραμμένο από τον ιατρο-λογοτέχνη Σπυρ. Καζινιέρη (ή Καζινέρη) ο οποίος χρησιμοποιούσε το λογοτεχνικό ψευδώνυμο Β. Μανής.
  

Το κοριτσάκι με τα σπίρτα
Κική Δημουλά

Απόγευμα πρωτοχρονιάς
ψυχή στους δρόμους.
Μονάχα κάτι γκρίζο παλαιό
καινούργιου χρόνου.

Τρέμουν από το κρύο
τα σταυροδρόμια και οι γωνίες
σφίγγονται κολλάνε να ζεσταθούν
επάνω σε αλλότριας πατρίδας
πλανόδιους ανθοπώλες

μπουκέτα φασκιωμένα
με αγριωπό χαρτί
και η φτηνή ποιότητα
με τρύπες διανθισμένη γύρω γύρω
από αυτοδίδακτο ψαλίδι καμωμένες

όπως κι εμείς όταν παιδιά
για σχέδια πεινασμένα
σ’ εφημερίδα διπλωμένη ομοιόμορφα
μικρά τετραγωνάκια ψαλιδίζαμε
κι όπως ξεδιπλωνόταν το χαρτί
τι χαρούμενα τι αλλεπάλληλα, τι συμμετρικά
παραθυράκια διάπλατα μάς άνοιγε το μέλλον.

Απόγευμα πρωτοχρονιάς
ψυχή στους δρόμους
μόνο κλειστά μεγάλα γκρίζα παράθυρα
κι ένα φτωχό χιονόνερο που ζητιανεύει χιόνι.

Από τη συλλογή "Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως" (2007)

Πρωτοχρονιάτικο (Κ Βάρναλης)

Σαράντα σβέρκοι βωδινο μ λαδωμένες μποκλες
σκεμπέδες, σταβροθόλωτοι κα
βρώμιες ποδαροκλες
ξετσίπωτοι,
καμάτηδες, τσιμπούρια κα κορέοι
ντυμένοι στ
μαλάματα κ᾿ πίσημοι κι ραοι.
Σαράντα λύκοι μ προβι (γι᾿ ατος χτυπ καμπάνα)
καθένας γουρουνόπουλο, καθένας νταμιτζάνα!
Κι
π ρεβάμενοι βαθι ξαπλώσανε στ τζάκι,
κι
βάσταγες νιώσανε φαγορες στ μπατζάκι.
ξ᾿ κοσμάκης φώναζε: «Πεινμε τέτοιες μέρες»
γερόντοι κα
γερόντισσες, παιδάκια κα μητέρες
κ
᾿ ο τν πίγειων γαθν σφιχτο νοικοκυρέοι
νοξαν τ παράθυρα κα κράξαν: «Εστε θέοι».
 Το ποίημα του Κώστα Βάρναλη, με τίτλο «Πρωτοχρονιάτικο», μπορείτε να το βρείτε σε πολλά σημεία στο Διαδίκτυο, αλλά στα περισσότερα θα βρείτε τη μεταγενέστερη, συντομότερη μορφή του, αυτήν άλλωστε που ο ίδιος ο ποιητής συμπεριέλαβε στα Ποιητικά του, την έκδοση του 1956. 
Όμως, το ποίημα είχε και μια προηγούμενη μορφή, την εξής:



ΜΠΟΝΑΜΑΣ
Σαράντα σβέρκοι βοδινοί με λαδωμένες μπούκλες
σκεμπέδες σταβροθόλωτοι και βρώμιες ποδαρούκλες
ξετσίπωτοι ακαμάτηδες, τσιμπούρια και κορέοι
ντυμένοι στα μαλάματα κι επίσημοι κι ωραίοι.

Εξήντα λύκοι με προβιά (γι’ αυτούς βαράν καμπάνες)
φάγανε γουρουνόπουλα, στραγγίσαν νταμιτζάνες!
Κι απέ ρεβάμενοι βαθιά ξαπλώσανε στα τζάκια,
κι αβάσταγες ενιώσανε φαγούρες στα μπατζάκια.

Την προσευκή τους κάνανε τα πράματα ν’ αλλάξουν
να ξεπροβάλουν οι κυράδες του Δεκαημέρου
χωρίς καπίστρι και λουρί, πολλές μαζί… (φυλάξου
τα πισινά του μουλαριού τα μπρος του καλογέρου!)

Κι ο Σατανάς τούς άκουσε που πιο καλά τους ξέρει
κι έστειλε τον καθηγητή της ηθικής ξεφτέρι…

Όξω οι φτωχοί φωνάζανε: «Πεινάμε τέτοιες μέρες”
γερόντοι και γερόντισσες, παιδάκια και μητέρες.
Κι οι των επίγειων αγαθών σφιχτοί νοικοκυρέοι
ανοίξαν το παράθυρο κι είπανε: «Φταιν οι αθέοι».

ΓΕΡΒΑΣΙΟΣ Ο… ΘΕΟΕΜΒΑΙΚΤΗΣ
(Διά το γνήσιον Κ. ΒΑΡΝΑΛΗΣ)


Πρωτοχρονιάτικο (Δημήτρης Μανθόπουλος)

Βράδυ της Πρωτοχρονιάς.
Έξω κρύο και χιονιάς
και βοριάς σφυρίζει.
Στο τραπέζι το στρωτό,
τ' αναμμένο θυμιατό
ευωδιές σκορπίζει.

Μ΄αγωνία τα παιδιά
κι ανυπόμονη καρδιά,
κάποιον καρτερούμε.
Ασπρομάλλη, γελαστό,
μ' ένα σάκο γεμιστό,
που θα μοιραστούμε.

Το ρολόι μας γυρνά
κι ο βοριάς λυσσομανά.
Τι κακοκαιρία!
Θε μου, κάνε να βιαστεί
μην τυχόν κι αποκλειστεί
μες την Καισαρεία.


Πρωτοχρονιά (Κ. Καλλοναίου)

- Αρχιμηνιά! Καληχρονιά! Καλώς τον άρχοντά μας,
πόχει την τύχην αδερφή και την καρδιά του πλούτος!
- Βάνω το πόδι το δεξί κι όλα δεξά να πάνε!

- Σπάσε το ρόδι τ’ άλικο στη μαλλιαρή την πέτρα,
πιές απ’ τ’ αμίλητο νερό της κρυσταλλένιας βρύσης,
σκόρπα τα φύλλα της ελιάς, πες της καρδιάς τραγούδια!

- Ωσάν την πέτρα με ριζά η αγάπη να ριζώσει,
ξόρκι τ’ αμίλητο νερό ναν’ στο κακό το μάτι,
και σαν το ρόδι μ’ αγαθά το σπίτι να γιομίσει!

Ξημέρωμα Πρωτοχρονιάς (Ε. Νέγρη)

Το χιόνι πέφτει από ψηλά,
ξημέρωσε Πρωτοχρονιά,
και γέμισαν οι κλώνοι.

Ο Άη Βασίλης τη νυχτιά,
φέρνει τα δώρα στα παιδιά,
που τραγουδούν ακόμη.

Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά,
σε κάθε σπίτι και γωνιά,
για να χαρούνε όλοι.

Και με τη νέα τη χρονιά,
υγεία, αγάπη και χαρά,
να ‘ρθει στη χώρα όλη.

Πρωτοχρονιά (Γιάννη Ποταμιάνου)
29 Δεκέμβρη 2012,

Πρωτοχρονιά
Μεγάλος συνωστισμός
                       στους πάνω δρόμους
Έλκηθρα ανεβοκατεβαίνουν
                                        Φορτωμένα

Κι ο χιονιάς χαμογελαστός
                                 σαν Αι Βασίλης
Καίει ο βοριάς
            τα γυμνά χέρια των παιδιών

Τα μαυρισμένα
                          απ το κρύο δάχτυλα
χαϊδεύουν ένα νεογέννητο
                                           στη φάτνη
Το νεογέννητο χαμογελάει

Εγώ κλαίω γιατί βλέπω
                          τα πάθη να ‘ρχονται
Μια δεκαεξάχρονη μάνα κλαίει
                     τα βάσανα του κόσμου

Εγώ κλαίω τα δικά της βάσανα
Μέρες γιορτινές
               που η πίκρα διαστέλλεται,
όπως ο χρόνος του απελπισμένου

Ανεβοκατεβαίνουν τα έλκηθρα
           στους πάνω δρόμους
                                      γεμάτα δώρα
Κι όμως σε κάθε δρομολόγιο
                                        μας ξεχνάνε

Νύχτες στολισμένες
           που αναβοσβήνουν γιορτινά
Στους κάτω δρόμους
παιδικές καρδιές που περιμένουν
τα έλκηθρα που δεν έφτασαν ποτέ

 
28/12/20123
Πηγές:
http://icthis.net/


Δεν υπάρχουν σχόλια: