Σάββατο, 16 Αυγούστου 2008

Λ Υ Τ Ρ Ω Σ Η

Διάλειμμα. Να πάρουμε μια ανάσα από την καθημερινότητα. Να σταματήσουν οι … «εχθροπραξίες», οι γκρίνιες, οι παρεξηγήσεις.
Ανακωχή. Ολυμπιακοί Αγώνες ξεκίνησαν άλλωστε, το προστάζει η ιστορία μας. Γιορτές Λόγου και Τέχνης στο νησί. Ας πάμε με την «αύρα» των ημερών. Πολιτισμός. Τέχνη, σε κάθε της έκφανση. Λόγος. Γραπτός και έμμετρος, σκέψεις αραδιασμένες στο χαρτί, καταθέσεις ψυχής. Σε παρελθόντα χρόνο ίσως μα αποταμίευση για τον παρόντα και τον μέλλοντα χρόνο. Σε δύσκολες στιγμές πάντα εκεί καταφεύγουμε, με στόχο ένα. Την, προσωρινή έστω, λύτρωση.
Η ποίηση, λένε, είναι η αποκάλυψη του αθέατου. Σας καλωσορίζω λοιπόν στον αθέατο κόσμο μου.



Μ Ε Θ Υ Σ Α


Μέθυσα πάλι στων χειλιών σου το κρασί
πήρα τους δρόμους και χαρούμενος γυρίζω.
Το κάθε πρόσωπο που βλέπω είσαι εσύ
στην κάθε λέξη που ακούω σε γνωρίζω.

Αποξεχνιέμαι περπατώντας στη βροχή
κρατώ τα όνειρα σφιχτά στην αμασχάλη.
Έκανα απόψε με τον πόνο ανακωχή
και με θωράκισε η αγάπη σου με ατσάλι.



Μ Ο Ρ Φ Ε Α Σ


Και σαν δεν έρχεται ο Μορφέας να με πάρει
αναθυμιέμαι τη Μυρτώ και την Ελένη
τη Φωτεινή και την Μαρία και την Ξένη
θέσεις ξεχωριστές μέσα στου νου το αμπάρι.

Αχ να’ ταν λέει να’ ρχονταν τα χρόνια πίσω
και να’ μουν πάλι εικοσάχρονο αγόρι
με τη ζωντάνια και την πείρα πανωφόρι
την κάθε μέρα πού’ χασα να ξαναζήσω.

Και σαν δεν έρχεται ο Μορφέας να με πάρει
μου το θολώνουν το μυαλό οι αναμνήσεις
και το κουράγιο που να βρεις για να κρατήσεις
να μην ξαπλώνεις σε βρεγμένο μαξιλάρι.




ΚΟΚΚΙΝΙΣΕ ΑΠΟ ΑΙΜΑ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ


Άρχισε πάλι το φτερούγισμα του νου
και πρέπει να ξεφύγω.
Τη σκέψη μακριά από σένανε να φύγω,
τι μ’ έχεις φέρει ως το χείλος του γκρεμού
και σβήνω λίγο - λίγο.

Κοκκίνισε από αίμα το φεγγάρι,
πάνω μου φέγγει ετοιμοθάνατο λυχνάρι
και πώς να του ξεφύγω!

Παίρνω μολύβι και χαρτί για τον καημό,
με στίχο να λυτρώσω.
Μα αν κάτι αρχίσω, πες μου πώς να το τελειώσω,
τι δεν μπορώ να σταματήσω το λυγμό.
Μ’ έχεις πικράνει τόσο.

Κοκκίνισε από αίμα το φεγγάρι,
πάνω μου φέγγει ετοιμοθάνατο λυχνάρι,
και πώς να το γλυτώσω!





Μ Α Ν Ν Α
4/11/1981



Οι θύμησες,
πώς να σβηστούν
έτσι με μια
σαν κιμωλία που πεθαίνει από σφουγγάρι !
Να ξεχαστούν
χρόνια παλιά.
Χρυσά μαλλιά
στο αχνοφέγγισμα σού’ φτιαχνε το φεγγάρι,
τα βράδια που με κοίμιζες.

Σου φώναζα
μάννα πεινώ,
από μακριά,
σαν γύριζα τα μεσημέρια απ’ το σκολειό μου.
Ήμουν θαρρώ,
εκεί μπροστά,
στην εκκλησιά.
Και συ μου φώναζες να κάνω το σταυρό μου !
Την πείνα να ξαγόραζα;

Με μάλωσες
σαν μια βραδιά,
πείνα πολλή,
έφαγα και του αδελφού μου το καρβέλι.
Εφτά παιδιά,
κάθε πρωί
κι ένα φιλί
μας έδινες κι ήταν γλυκύτερο από μέλι.
Μάννα, πως μας μεγάλωσες!



ΑΜΕ ΣΤΟ ΚΑΛΟ


Έτσι ξαφνικά,
άφησες πίσω σου τη μέρα
κι όλες τις Άνοιξες.
Έτσι ξαφνικά,
μόνο με άφησες μητέρα,
φτερούγες άνοιξες.

Άμε στο καλό.
Τον ύπνο τον αιώνιο πάρε
γλυκά στο μνήμα σου.
Άμε στο καλό
και να μου την προσέχεις Χάρε
στο μαύρο κτήμα σου.

Πέλαγο βαθύ
είναι η ζωή μου εδώ πέρα
δίχως το χάδι σου.
Πέλαγο βαθύ
όμως σε σκέφτομαι μητέρα,
Φως της παράδεισου.

9/8/2008

Δεν υπάρχουν σχόλια: