Παρασκευή, 28 Ιανουαρίου 2011

ΔΥΟ ΠΟΙΗΤΕΣ – ΔΥΟ ΠΟΛΕΙΣ

Δυο ποιητές (Λάσκος και Καρυωτάκης ), δυο πόλεις (Παρίσι και Πρέβεζα), δυο σπουδαία ποιήματα. Ο αέναος στόχος και το όνειρο στο πρώτο, η φρικτή απογοήτευση στο δεύτερο.
Ας ξεχαστούμε με ποίηση σήμερα χωρίς περιττά άλλα λόγια…

ΤΟ ΠΑΡΙΣΙ
Ορέστης Λάσκος




Ξέρω έναν κύριο παράξενο πολύ
που λόγια πάντ’ αλλόκοτα μιλεί
για το Παρίσι
στην συντροφιά μας όταν έρθει να καθίσει.

Λένε γι’ αυτόν
πως από τα μαθητικά του χρόνια είχεν ορίσει,
μοναδικό
μες στη ζωή του ιδανικό
να πάει στο Παρίσι.

Χρόνια και χρόνια τον μεθούσε
τ’ ονειρεμένο αυτό ταξίδι
που ποθούσε.

Παντού για κείνο συζητούσε•
μες στα όνειρά του αυτό θωρούσε•
τόσο, που ο πόθος του με τον καιρό
του ’γινε μες στην ύπαρξή του ένα στολίδι
λαμπρό.

Να πάει στο Παρίσι...

Για το ταξίδι αυτό τ’ ονειρευτό
σκότωνε φευγαλέες επιθυμίες
και έκανε αιματηρές οικονομίες
για να το πραγματοποιήσει.

Να πάει στο Παρίσι...



Και να,
που κάποια μέρα στα στερνά
το κατορθώνει.
Κι ένα πρωί μέσα στου τρένου ένα βαγόνι
για το Παρίσι μεθυσμένος ξεκινά.

– Μα,
μόλις αντίκρισε μακριά τον πύργο του Άιφελ
ν’ αχνοδιαγράφεται στο φόντο τ’ ουρανού,
φριχτή μια σκέψη εισόρμησε στην κάμαρα
του νου:
«Κι ύστερα; Κι ύστερα τι θα γινόταν;
Πώς θα μπορούσε πια να ζήσει
με δίχως τη λαχτάρα αυτή για το Παρίσι;»
Γιατί ένιωθε τώρα καλά πως όταν
σε λίγο στο Παρίσι θα βρισκόταν
μέσα σ’ ελάχιστο διάστημ’ ασφαλώς,
θα το βαριόταν.
Και τότε;

– Και τότε
πήρε μια τεράστια απόφαση
που ως τώρα δεν ευρέθηκε να του τη συγχωρήσει
κανείς.
Αντίς να προχωρήσει στο Παρίσι
κατέβηκε σ’ ένα προάστιο,
στο Σαιν Ντενίς.
Και το πρωί απ’ την ίδια οδό
ξανάρθε εδώ.

– Και τώρα, σαν και τότε προτού φύγει, πάλι,
με μια λαχτάρα σαν και πριν μεγάλη,
μιλάει και λέει παντού, πως έχει ορίσει
μοναδικό
μες στη ζωή του ιδανικό
ν α π ά ε ι σ τ ο Π α ρ ί σ ι.

ΠΡΕΒΕΖΑ
Κώστας Καρυωτάκης





Θάνατος είν' οι κάργες που χτυπιούνται
στους μαύρους τοίχους και στα κεραμίδια,
θάνατος οι γυναίκες που αγαπιούνται
καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια.
Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι
με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους,
ο ελαιώνας, γύρω η θάλασσα, κι ακόμη
ο ήλιος, θάνατος μέσα στους θανάτους.

Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει,
για να ζυγίσει, μιά «ελλιπή» μερίδα,
θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι
κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.

Βάσις, Φρουρά, Εξακονταρχία Πρεβέζης.
Την Κυριακή θ' ακούσουμε τη μπάντα.
Επήρα ένα βιβλιάριο Τραπέζης,
πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.

Περπατώντας αργά στην προκυμαία,
«υπάρχω;» λες, κι ύστερα: «δεν υπάρχεις!»
Φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία.
Ίσως έρχεται ο κύριος Νομάρχης.

Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους αυτούς,
ένας επέθαινε από αηδία...
Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,
θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.


25/1/2011

Δεν υπάρχουν σχόλια: