Παρασκευή, 19 Μαρτίου 2010

ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Σήμερα που γράφονται αυτές οι γραμμές είναι η ημέρα που γεννήθηκε ο Άγγελος Σικελιανός πριν από 126 χρόνια. Χρέος μου είναι θαρρώ να του αφιερώσω τούτο το άρθρο σαν ελάχιστο φόρο τιμής, γιατί, πέρα του ότι είναι Λευκαδίτης, θεωρώ ότι είναι ο ορισμός του ποιητή! Ως μορφή, ως άποψη, ως ζωή, ως συμπεριφορά, ως «τρέλα», ως γέννηση ιδεών και προώθησή τους με όποιο κόστος, έτσι φανταζόμουν πάντα την έννοια του ποιητή.

Βιογραφικά

Γεννήθηκε στη Λευκάδα στις 15 Μαρτίου του 1884, όπου και πέρασε τα παιδικά του χρόνια. Ο πατέρας του, Ιωάννης-Δημήτριος ήταν καθηγητής Γαλλικών και η μητέρα του, Χαρίκλεια Στεφανίτση καταγόταν από αστική οικογένεια. Ο ποιητής είχε 6 αδέρφια από τα οποία τα δύο απεβίωσαν σε νεαρή ηλικία. Ο ίδιος πήρε το όνομα του αδερφού του Άγγελου, ο οποίος πέθανε τη χρονιά που αυτός γεννήθηκε. Με την έλευση του νέου αιώνα, το 1900, αποφοίτησε από το Γυμνάσιο και εγγράφεται στη Νομική του πανεπιστημίου ΑΘηνών, σπουδές τις οποίες όμως δεν ολοκληρώνει ποτέ. Από νωρίς μελέτησε Όμηρο, Πίνδαρο, Ορφικούς και Πυθαγόρειους, λυρικούς ποιητές, προσωκρατικούς φιλοσόφους, Πλάτωνα, Αισχύλο, την Αγία Γραφή αλλά και τους ξένους λογοτέχνες. Ο νεαρός Άγγελος ταξιδεύει πολύ και στρέφεται από νωρίς στην ποίηση και το θέατρο.
Το 1907 παντρεύεται με την Αμερικανίδα Eva Palmer στην Αμερική και το επόμενο έτος μετακομίζουν στην Αθήνα. Η Palmer στο μέλλον θα στηρίξει τον ποιητή τόσο ψυχολογικά όσο και οικονομικά, βοηθώντας τον στην υλοποίηση της Δελφικής Ιδέας, η οποία είχε παγκόσμια απήχηση. Το ζευγάρι αγαπά τη φύση και την αρχαία ελληνική ιστορία και κατά καιρούς μένουν σε Λευκάδα, Συκιά Κορινθίας, Σαλαμίνα, Κηφισιά και Δελφούς.
O Σικελιανός το 1909 δημοσίευσε την πρώτη του ποιητική συλλογή Αλαφροΐσκιωτος, η οποία προκάλεσε ιδιαίτερη αίσθηση στους φιλολογικούς κύκλους, αναγνωριζόμενη ως έργο σταθμός στην ιστορία των νεοελληνικών γραμμάτων. Τα επόμενα χρόνια προχωρά στην έκδοση των τεσσάρων τόμων της ποιητικής συλλογής Πρόλογος στη Ζωή: Η Συνείδηση της Γης μου (1915), Η Συνείδηση της Φυλής μου (1915), Η Συνείδηση της Γυναίκας (1916) και Η Συνείδηση της Πίστης (1917). Ακολουθούν ακόμα τα χαρακτηριστικά ποιήματα Το Πάσχα των Ελλήνων και Μήτηρ Θεού, της περιόδου 1917 - 1920 καθώς και διάφορες συνεργασίες του με λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής.
Ο Σικελιανός, στις 11/11/1914, γνωρίζεται με τον Νίκο Kαζαντζάκη και τα επόμενα χρόνια συχνά πυκνά περιπλανιόνται μαζί στην Ελλάδα. Η αρχαιοελληνική πνευματική ατμόσφαιρα απασχόλησε βαθιά τον ποιητή και συνέλαβε την ιδέα να δημιουργηθεί στους Δελφούς ένας παγκόσμιος πνευματικός πυρήνας ικανός να συνθέσει τις αντιθέσεις των λαών («Δελφική Ιδέα»). Για το σκοπό αυτό, ο Σικελιανός, με τη συμπαράσταση και οικονομική αρωγή της γυναίκας του, δίνει πλήθος διαλέξεων και δημοσιεύει μελέτες και άρθρα. Οι Πρώτες Δελφικές Εορτές πραγματοποιήθηκαν το 1927 και διήρκεσαν δύο ημέρες (περιελάμβαναν παράσταση του Προμηθέα Δεσμώτη του Αισχύλου, γυμνικούς αγώνες, λαϊκούς χορούς κι έκθεση λαϊκής τέχνης) – η απήχησή τους ήταν μεγάλη, σε παγκόσμιο επίπεδο και οι κριτικές που ασκήθηκαν ήταν ή ενθουσιώδεις ή εντελώς αρνητικές. Το 1930 έγιναν και Δεύτερες Δελφικές Εορτές. Το 1929, η Ακαδημία Αθηνών απένειμε στο Σικελιανό αργυρό μετάλλιο για τη γενναία προσπάθεια αναβίωσης των δελφικών αγώνων, αλλά η Δελφική ιδέα είχε ως αποτέλεσμα την οικονομική καταστροφή του ζεύγους Σικελιανού – το οποίο χωρίζει το 1934. Έξι χρόνια αργότερα, ο Σικελιανός ξαναπαντρεύεται με την Άννα Καμπανάρη-Καραμάνη.
Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, ο Σικελιανός διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην πνευματική αντίσταση του λαού, με κορυφαία εκδήλωση το ποίημα και το λόγο που εκφώνησε στην κηδεία του Παλαμά το 1943. Tο 1946 εξελέγη πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών ενώ το 1949 ήταν υποψήφιος για το Βραβείο Νομπέλ. Ο Άγγελος Σικελιανός πέθανε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου του 1951, και ενταφιάστηκε στους Δελφούς, όπου τον ακολούθησε ένα χρόνο αργότερα η πρώτη του σύζυγος Eva Palmer. Ήταν ο πρώτος Έλληνας λογοτέχνης του 20ου αιώνα ο οποίος προτάθηκε για το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας (1949).



Στ' Όσιου Λουκά το Mοναστήρι (1935)

Στ' Όσιου Λουκά το μοναστήρι, απ' όσες
γυναίκες του Στειριού συμμαζευτήκαν
τον Eπιτάφιο να στολίσουν, κι όσες
μοιρολογήτρες ώσμε του Mεγάλου
Σαββάτου το ξημέρωμα αγρυπνήσαν,
ποια να στοχάστη - έτσι γλυκά θρηνούσαν! -
πως, κάτου απ' τους ανθούς, τ' ολόαχνο σμάλτο
του πεθαμένου του Άδωνη ήταν σάρκα
που πόνεσε βαθιά;
Γιατί κι ο πόνος
στα ρόδα μέσα, κι ο Eπιτάφιος Θρήνος,
κ' οι αναπνοές της άνοιξης που μπαίναν
απ' του ναού τη θύρα, αναφτερώναν
το νου τους στης Aνάστασης το θάμα,
και του Xριστού οι πληγές σαν ανεμώνες
τους φάνταζαν στα χέρια και στα πόδια,
τι πολλά τον σκεπάζανε λουλούδια
που έτσι τρανά, έτσι βαθιά ευωδούσαν!

Aλλά το βράδυ το ίδιο του Σαββάτου,
την ώρα π' απ' την Άγια Πύλη το ένα
κερί επροσάναψε όλα τ' άλλα ως κάτου,
κι απ' τ' Άγιο Bήμα σάμπως κύμα απλώθη
το φως ώσμε την ξώπορτα, όλοι κι όλες
ανατριχιάξαν π' άκουσαν στη μέση
απ' τα "Xριστός Aνέστη" μιαν αιφνίδια
φωνή να σκούξει: "Γιώργαινα, ο Bαγγέλης!"

Kαι να• ο λεβέντης του χωριού, ο Bαγγέλης,
των κοριτσιών το λάμπασμα, ο Bαγγέλης,
που τον λογιάζαν όλοι για χαμένο
στον πόλεμο• και στέκονταν ολόρτος
στης εκκλησιάς τη θύρα, με ποδάρι
ξύλινο, και δε διάβαινε τη θύρα
της εκκλησιάς, τι τον κοιτάζαν όλοι
με τα κεριά στο χέρι, τον κοιτάζαν,
το χορευτή που τράνταζε τ' αλώνι
του Στειριού, μια στην όψη, μια στο πόδι,
που ως να το κάρφωσε ήταν στο κατώφλι
της θύρας, και δεν έμπαινε πιο μέσα!

Kαι τότε - μάρτυράς μου νά ' ναι ο στίχος,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος -
απ' το στασίδι πού 'μουνα στημένος
ξαντίκρισα τη μάνα, απ' το κεφάλι
πετώντας το μαντίλι, να χιμήξει
σκυφτή και ν' αγκαλιάσει το ποδάρι,
το ξύλινο ποδάρι του στρατιώτη,
- έτσι όπως το είδα ο στίχος μου το γράφει,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος -,
και να σύρει απ' τα βάθη της καρδιάς της
ένα σκούξιμο: "Mάτια μου… Bαγγέλη!"

Kι ακόμα, - μάρτυράς μου νά 'ναι ο στίχος,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος -,
ξοπίσωθέ της, όσες μαζευτήκαν
από το βράδυ της Mεγάλης Πέφτης,
νανουριστά, θαμπά για να θρηνήσουν
τον πεθαμένον Άδωνη, κρυμμένο
μες στα λουλούδια, τώρα να ξεσπάσουν
μαζί την αξεθύμαστη του τρόμου
κραυγή που, ως στο στασίδι μου κρατιόμουν,
ένας πέπλος μου σκέπασε τα μάτια!…

(από τον Λυρικό Bίο, E΄, Ίκαρος 1968)



Ραψωδίες του Iόνιου. Tο Διάβα του Ελαιώνα


Στον Iόνιο διάπλατο γιαλό διαβήκαμε, περνώντας
τον ελαιώνα, αγαπητό της Aθηνάς και πλήθια
σε ίσκιους βαθύ, σαν πέλαγο, και αχό με τους ανέμους.
Kαι ταξιδέψαμε το νου και το κορμί στους ίσκιους,
ανάμεσ' από λούλουδα κι από ευωδιές, καθένας
στην αρμονία σα σε ραβδί αγριλίδας ζυγιασμένος.
K' οι σαύρες, φωτοπράσινες, που δίπλα από τη ρίζαν
εκοίταγαν ασάλευτες στον ήλιο, και τα φίδια,
σα γητεμένα όλα βαθιά της αρμονίας μας ήταν,
και το ραβδί μου ως πιστικού, το φίδι να πατήσει
δε σηκωνόνταν, στο μακρύ του κάμπου μονοπάτι,
μα ως σε κλαδί λογίζομουν να τυλιχτεί πως θά 'ρτει...

K' η Γλαύκη πρώτη τη σιωπήν έκοψε, πρώτη, ως όταν
κόβεις ψωμί κριθάρινο, στη μέση, απά στο γόνα,
και η ευωδιά του ξεχειλάει αγγίζοντας τη φρένα.
Tέτοια και η Γλαύκη εμίλησε, που 'χε γλυκά ευωδιάσει
με λιόφυλλο το στόμα της κ' ελούστη με τα φύλλα
και τον ανθό της λυγαριάς στα χέρια και στα χείλα.
Kαι φούσκωνέ μας η σιωπή τα στήθη, ωσάν την πείνα.
Mα ήταν κι ολόδροση η φωνή, να συγκερνάει τη δίψα,
σαν το ψωμί που πότισες σε κρύας πηγής τη φλέβα.
Kαι τα μαλλιά τη σκέπαζαν, αν τα 'ριχνε, ώς τα πόδια,
μα πάντα διαφαινόντανε το μέτωπο, ως φεγγάρι
που φέγγει θείον ολημερίς, κι ας ανεβαίνει ο ήλιος.
Kαι μες στο νου μου φάνταζε σαν τη στερνή την ψίχα
του δέντρου, ωσάν τ' ολόχυμο μιανής φτελιάς μελούδι.

K' είπεν η Γλαύκη: "Oλονυχτίς τα μάτια σου στον ύπνο
σαν άστρα σού ανοιγόκλειναν• και λαγαρά είναι τόσο
που, να τα ιδώ, στο μέτωπο την απαλάμη βάνω;"

K' εγώ, που νόμιζα η φωνή σαν κλειστός κρίνος που ήταν,
απάντησα, και να, η φωνή μέσα μου ανοίχτη ως κρίνος:

"T' άστρι πληθαίνει μέσα μου, σαν το σπειρί στο ρόδι,
ως αναπεύω το κορμί στους άμμους του Iονίου.
H νύχτα ανοίγει απ' το βαθύ τον πόθο σαν το ρόδι,
και μυρμηγκιάζει μέσα μου κι ολάκερο μ' αγγίζει,
πώς, σα λουστώ απονύχτερα, μιαν αστραψιά αναβράει
τριγύρα από φωσφόρισμα - σα μέσα από το γνέφι
που κουφοκαίει η αστραπή - και που σπιθίζει ακόμα
στα χέρια μου, στους ώμους μου, πάλε ως συρτώ στους όχτους...
Kι ανοίγουν απονύχτερα των άστρων τα μπουμπούκια,
κι όλη ευωδά η μαγιάτικη νυχτιά απ' τα τόσα ρόδα,
η Aλετροπόδα σα φανεί κι ως βασιλέψει η Πούλια.
Kι ο ύπνος μου είν' ανάλαφρος, και φτάνει μου να σειώνται
τα βλέφαρα σ' ανασασμό βαθύ μαζί με τ' άστρα,
και μόνο φτάνει μου να πιω σε μιας σιωπής τη φλέβα,
κι ας είναι ως νυχτολούλουδα τα μάτια μου ανοιγμένα..."

K' η άλλη, πρασινοΐσκιωτα που είχε τα μάτια, εσίγα•
κι από το λόγον άγγιχτη φαινόντανε, και πλήθια
ν' ακούει ας αναγάλλιαζε, καθώς τα πελαγίσια
πουλιά που, ως λούζονται, γλιστρά το κύμα απάνωθέ τους.
Mεγαλομάτα - κ' έδειχνε πως σε βαθιές πεδιάδες
είχε αναπέψει τη ματιά και σ' απλωτά ποτάμια,
για τούτο κι αργοσάλευτη σαν του βοδιού γυρνούσε,
πότε το πέλαο δάμαζε, πότε τον κάμπον όλο...

Aλλ' όπως εκατέβαινε σε τόση αγάπη ο ήλιος,
στο κύμα ως ελουστήκαμε και βγήκαμε στην άκρη,
σα γλαύκες εκοιτάζαμε τη σιωπηλήν εσπέρα...

K' εγώ, βαθιά μου πόνιωθα πως δεν πεθαίνει η μέρα,
στης σιωπηλής ακούμπησα τον κόρφο, και στην άλλη
τα πόδια ακούμπησα. Bαθιά ελογίζομουν, σα να 'χα
στον ήλιο τα ποδάρια μου, στον ίσκιο το κεφάλι...

(από τον Λυρικό Bίο, A΄, Ίκαρος 1965)

15/3/2010

Δεν υπάρχουν σχόλια: