Δευτέρα, 27 Ιουλίου 2009

Εκφράσεις και … δημοτική πολιτική

Τον τελευταίο καιρό στις συνεδριάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου του δήμου Λευκάδας, γίνονται πολλά και παράξενα.
Οικόπεδα παραχωρούνται χωρίς έρευνα, παραλίες δεν εκμισθώνονται μα αφήνονται έρμαιο στα χέρια κερδοσκόπων ή βιοπαλαιστών, δρόμοι χαρίζονται σε καταστηματάρχες, πεζοδρόμια τα στερούν από τους πολίτες, μελέτες γίνονται αλλά δεν υλοποιούνται, έργα προχωρούν χωρίς να ακολουθούνται οι μελέτες με αποτέλεσμα κάποιοι να επωφελούνται, αποφάσεις παίρνονται χωρίς ποτέ να υλοποιούνται, η καταπατήσεις δημοτικής ή δημόσιας έκτασης έχουν γίνει καθεστώς, βάλτε να έχετε.

Σε πολλά από τα θέματα που συζητούνται στο δημοτικό μας συμβούλιο, είναι φανερό σε κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο πως στον τόπο κυριαρχούν τα

Λαμόγια...

Αρχικά η λέξη εντοπίζεται στη φράση την κάνω λαμόγια, με τη σημασία «ξεφεύγω, φεύγω, εξαφανίζομαι από κάπου». Χρησιμοποιείται κυρίως ως υβριστικός χαρακτηρισμός, κυρίως ως συνώνυμο του «απατεώνα».
Η λέξη «λαμόγιο» ακούστηκε για πρώτη φορά στον Ιππόδρομο του Φαληρικού Δέλτα, στις αρχές της δεκαετίας του ’80.
Τη φώναξε κάποιος γαλλοτραφής αλογομούρης, για κάποιον αναβάτη που είχε «στήσει» την κούρσα, που συχνά – πυκνά πήγαινε και στους Γαλλικούς Ιπποδρόμους και ήταν γνωστός στους κύκλους των «φιλίππων»….
Σύμφωνα με το Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής προέρχεται πιθανόν από την ισπανική la moya = η τάδε.
Στο Λεξικό της Πιάτσας παρατίθεται ο τύπος λαμόγιας με τη σημασία «αβανταδόρος» (= αυτός που κάνει αβάντα για κάποιον άλλο, υποκρίνεται δηλαδή τον αγοραστή για να προσελκύσει πελάτες) με ετυμολογική προέλευση από το ιταλικό la moya = το λάδι.


Τα συμφέροντα που παίζονται σε διάφορες αποφάσεις που προσπαθεί να πάρει το δημοτικό συμβούλιο είναι πολλά. Κάποιοι που θίγονται παραπονιούνται και είναι φυσικό, κάποιοι άλλοι που δεν κάνουν τη δουλειά τους, με την αρωγή και τη συμπαράσταση κάποιων συμβούλων, το παίζουν


Τραμπούκοι


Το 1862 εμφανίστηκε μια ομάδα πολιτών που ονομάστηκαν «τραμπούκοι».
Καθαρό δημιούργημα των πολιτικάντηδων αυτοί οι περιθωριακοί τύποι ήταν πολύ χρήσιμοι κατά τον προεκλογικό αγώνα διαφόρων υποψηφίων.
Σε περίπτωση που ο πολιτικός, που τους είχε κάτω από την προστασία του, ερχόταν στην εξουσία, οι τραμπούκοι αναλάμβαναν σπουδαίες δουλειές. Ασκούσανε εκβιασμούς, απειλές και τρομοκρατία σε βάρος των πολιτικών αντιπάλων. Επειδή τα καφενεία στου Ψυρρή έσφυζαν από αυτούς τους περιθωριακούς τύπους, οι πολιτικοί άρχοντες αναζητούσαν ανάμεσά τους τους συνεργάτες που θα τους στήριζαν στις δημόσιες συγκεντρώσεις.
Έτσι, από αυτούς, όσοι προσλαμβάνονταν εκτός από την χρηματική αμοιβή που εισέπρατταν, απολάμβαναν δωρεάν τον καφέ (κερασμένο από τον πολιτικό άρχοντα) αλλά και τα πούρα της γνωστής τότε Κουβανέζικης εταιρίας από την Αβάνα «Trabucos», που μοίραζαν οι πολιτικοί άρχοντες προκειμένου να κερδίσουν την υποστήριξη εκείνων των περιθωριακών που είχαν βροντερή φωνή (βάλτε στο μυαλό σας γνωστούς «τραμπούκους» του νησιού και θα καταλάβετε).
Απ’ αυτή τη συνήθεια, έμεινε και ο χαρακτηρισμός «τραμπούκος».
Φυσικά, μόλις τελείωναν οι εκλογές, αυτοί οι μόρτηδες ή κουτσαβάκηδες ή τραμπούκοι, εάν ο «προστάτης πολιτικός» δεν κατάφερνε να εκλεγεί, επανέρχονταν στην πρότερη κατάστασή τους, δηλαδή εκείνη της ανεργίας και της καθημερινής απόλαυσης του καφέ στα καφενεδάκια του Ψυρρή.
Πηγή: sxeseis.gr


Ο δήμαρχός μας, ηθικός και έντιμος μα χαμηλών τόνων άνθρωπος, δεν τολμά να τα βάλει ούτε με τους δικούς του ούτε βεβαίως με τους ξένους που απειλούν τους δημοτικούς συμβούλους και προτιμά να


Κάνει την πάπια

Στη βυζαντινή εποχή, αυτός που κρατούσε τα κλειδιά του παλατιού - ο κλειδοκράτορας δηλαδή - ονομαζόταν Παπίας.
«Ο Παπίας μετά του Εταιριάρχου αυτοπροσώπως ήνοιγον και έκλεινον άπασας τας εις το παλάτιον εισόδους».
Τώρα για ποιο λόγο τον έλεγαν έτσι, παραμένει άγνωστο. Ωστόσο με τον καιρό, το όνομα αυτό έγινε τιμητικός τίτλος, που δινόταν σε διάφορους έμπιστους αυλικούς.
Ο Παπίας είχε το δικαίωμα να παρακάθεται στο ίδιο τραπέζι με τον αυτοκράτορα, να κουβεντιάζει μαζί του και να διασκεδάζει στα συμπόσιά του. Κάποτε - όταν αυτοκράτορας ήταν ο Βασίλειος Β΄ - Παπίας του παλατιού έγινε ο Ιωάννης Χανδρινός, άνθρωπος με σκληρά αισθήματα, ύπουλος και ψεύτης. Από τη στιγμή που ανέλαβε καθήκοντα κλειδοκράτορα, άρχισε να διαβάλει τους πάντες - ακόμη και τον αδερφό του Συμεώνα - στον αυτοκράτορα. Έτσι, κατάντησε να γίνει το φόβητρο όλων. Όταν κανείς του παραπονιόταν πως τον αδίκησε, ο Χανδρινός προσποιούταν τον έκπληκτο και τα μάτια του … βούρκωναν υποκριτικά.
«Είσαι ο καλύτερός μου φίλος, του έλεγε. Πώς μπορούσα να πω εναντίoν σου στον αυτοκράτορα;»
Η διπροσωπία του αυτή έμεινε κλασική στο Βυζάντιο. Γι' αυτό, από τότε, όταν κανείς πιανόταν να λέει ψέμα στη συντροφιά του ή να προσποιείται τον ανήξερο, οι φίλοι του του έλεγαν ειρωνικά: "Ποιείς τον Παπίαν"…Φράση που έμεινε ως τα χρόνια μας με μια μικρή παραλλαγή.


Και ενώ στα δημοτικά μας πράγματα, και ιδιαιτερως σε ότι αφορά στην καθαριότητα (η πόλη τον τελευταίο καιρό μυρίζει σαν βόθρος ανοιχτός), γίνεται


Της π.....ας το κάγκελο


Με την φράση «της π…..ας το κάγκελο», εννοούμε έναν μεγάλο συνωστισμό, κοσμοσυρροή, φασαρία και κατά περίπτωση και ταλαιπωρία. Είναι συνώνυμη του «έγινε χαμός».
Η προέλευση της φράσης, ανάγεται στην περίοδο πριν τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν ερχόντουσαν αρκετά συχνά, συμμαχικά πολεμικά πλοία και αγκυροβολούσαν ανοιχτά από την παραλία του Νέου Φαλήρου (κάτι που συνέβαινε και μετά τη λήξη του).
Ο ερχομός των στόλων ήταν «δώρο Θεού» για τις «κοινές» γυναίκες, οι οποίες μαθαίνοντας τον ερχομό τους μαζευόντουσαν στην ξύλινη εξέδρα του Φαλήρου, και μάλιστα στα κάγκελα της δεξιάς πλευράς (προς τον εξερχόμενο) που έβλεπαν προς την Ακρόπολη, στα οποία και ανέμεναν τους επίδοξους πελάτες τους (δηλαδή τους ναύτες). Εκεί, η κάθε πόρνη είχε και το δικό της κάγκελο, πάνω στο οποίο ακουμπούσε και έγραφε το όνομά της, έως που να έρθουν οι ναύτες. Οι γονείς που τύχαινε να βρίσκονται εκεί με τα παιδιά τους, απέτρεπαν την οποιαδήποτε παραμονή εκεί χαρακτηρίζοντας το χώρο ως «της π…..ας το κάγκελο». Από αυτό το γεγονός έμεινε η παροιμιώδης φράση «της πουτάνας το κάγκελο».
Σατιρικά, η φράση αναφέρεται και σε αρχαΐζουσα γλώσσα ως «της επί χρήμασιν εκδιδομένης το σιδηρούν κιγκλίδωμα», ενώ η οικονομική πνοή που έφερναν οι συμμαχικοί στόλοι στην Τρούμπα και στα «μαγαζιά με γυναίκες» του Πειραιά, αποτέλεσε θέμα της γνωστής παλιάς ελληνικής ταινίας «Καλώς ήρθε το δολάριο».
Πηγές: moutzaheadin.com | el.wikipedia.org


ο αντιδήμαρχός μας, σε συνέντευξή του στην εφημερίδα τα βρίσκει όλα


«ΟΚ»



Αν είσαι εθνικιστής (είτε το παραδέχεσαι είτε όχι), θεωρείς ότι η ελληνική γλώσσα είναι ανώτερη από τις άλλες, ότι, κατά κάποιον τρόπο, τις «γονιμοποίησε», ή (αν είσαι εντελώς ακραίος) ότι είναι «η γλώσσα των Θεών».
Αυτή η νοοτροπία έχει γεννήσει διάφορους μύθους, όπως το ότι η Ελληνική λίγο έλειψε (για μία ψήφο) να οριστεί ως η επίσημη γλώσσα των νεοσύστατων, τότε, Η.Π.Α., ή ότι η (αρχαία) Ελληνική είναι «η γλώσσα στην οποία θα επικοινωνούν οι υπολογιστές του μέλλοντος».
Οι φορείς αυτών των απόψεων, επειδή προσπαθούν να διαιωνίσουν τη διασπορά τους (καθώς εξυπηρετούν τους σκοπούς του εθνικισμού), έχουν την τάση να παραβλέπουν άλλα στοιχεία, τα οποία εύκολα θα κατέρριπταν τους ισχυρισμούς τους — πολύ φυσικό, αφού, παρότι διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους εν ονόματι της αλήθειας, η αλήθεια δεν τους ενδιαφέρει καθόλου. Στην περίπτωση των ανωτέρω παραδειγμάτων, η παντελής έλλειψη ιστορικών στοιχείων, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο ίδιος μύθος (ο πρώτος εκ των δύο) διαδίδεται και για τη γερμανική γλώσσα, θα έπρεπε να είναι αρκετή για να τον καταρρίψει. Αλλά, όταν έχεις ένα σκοπό να υπηρετήσεις, οι αποδείξεις είναι δευτερεύουσας σημασίας. Είναι γνωστό ότι, για αυτούς τους κύκλους, ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Όσον αφορά στο δεύτερο μύθο που ανέφερα, οποιοσδήποτε γνώστης των γλωσσών μηχανής και προγραμματισμού των ηλεκτρονικών υπολογιστών θα σας διαβεβαιώσει ότι αυτοί που διαδίδουν τέτοιες αφέλειες δεν έχουν ιδέα για τι πράγμα μιλάνε.

Ας έλθουμε, όμως, στην περίπτωση της αγγλικής (διεθνούς, πια) έκφρασης «ΟΚ».
Ένα από τα «εργαλεία» των οπαδών του ελληνικού γλωσσικού εθνικισμού είναι η παρετυμολογία. Οι παρετυμολογούντες ψάχνουν για επιφανειακές (οπτικές ή ακουστικές) ομοιότητες μεταξύ λέξεων διαφόρων γλωσσών και προσπαθούν να τις αναγάγουν σε κάποια ελληνική ή αρχαιοελληνική λέξη ή ρίζα, προκειμένου να «αποδείξουν» έτσι ότι η x ξένη λέξη προέρχεται από την ελληνική. Αυτό συνέβη και στην περίπτωση του «ΟΚ».
Τι σημαίνει «ΟΚ»; «Όλα Καλά».

Άρα, σου λέει, από εκεί προήλθε — και επινόησαν κάποια αφήγηση περί κιβωτίων που μεταφέρονταν από ελληνικά πλοία στην Αμερική, πάνω στα οποία οι Έλληνες ναυτικοί έγραφαν τα αρχικά «Ο.Κ» για να πιστοποιήσουν ότι είχαν ελεγχθεί. Περιττό να πούμε ότι δεν υπάρχει καμία τεκμηρίωση γι’ αυτό. Είναι μια ιστορία που βασίστηκε στην (τεκμηριωμένη) ετυμολόγηση της μάγκικης λέξης «μέγκλα», που σημαίνει, αν δεν κάνω λάθος, «προϊόν αρίστης ποιότητας», και που προήλθε από την επιγραφή «Made in England» πάνω στα (αρίστης ποιότητας, όντως) εγγλέζικα υφάσματα που προορίζονταν για κοστούμια.
Αυτός ο μύθος διαδίδεται εδώ και χρόνια.

Όλες οι σοβαρές πηγές (Oxford English Dictionary cd - rom, AskOxford, Online Etymology Dictionary, αλλά και η Wikipedia και το The Straight Dope, συμφωνούν στο ότι η έκφραση «ΟΚ» δεν έχει καμιά σχέση ούτε με το ελληνικό «όλα καλά», ούτε με το σκοτσέζικο «och aye», ούτε με το ινδιάνικο «oke» ή «okeh», ούτε με το γαλλικό «aux Cayes», ούτε με το «au quais», ούτε με τον Obediah Kelly, ούτε με το «zero killed», ούτε με το «waw - kay», ούτε με το «hoacky», ούτε με ένα σωρό άλλες «λαϊκές» (παρ)ετυμολογήσεις. Γιατί; Γιατί για καμία απ’ αυτές δεν υπάρχουν ιστορικά στοιχεία που να την τεκμηριώνουν.
Το 1963-64, όμως, ο Allen Walker Read, έχοντας αφιερώσει πολλά χρόνια στην ετυμολόγηση του «ΟΚ», βρήκε, επιτέλους, κάποια απτά στοιχεία.
Τη δεκαετία του 1830, έγινε της μόδας στη Βοστόνη η χρήση ακρωνύμων. Ακρώνυμα, συντμήσεις και αρκτικόλεξα εμφανίζονταν καθημερινά στις εφημερίδες, άλλοτε «λογικά» και άλλοτε ως λογοπαίγνια, χιουμοριστικά ή (επίτηδες) ανορθόγραφα. Έτσι, υπάρχει (τεκμηριωμένα) η χρήση των αρχικών Ο.Κ. με την έννοια «all correct», «όλα σωστά», ή «όλα εντάξει» — φράση που εμφανίζεται, μάλιστα, και γραμμένη ως «oll korrect» ή «ole kurrect».

Με βάση τις πηγές το ακρωνύμιο O.K. πρωτοαπαντά στην εφημερίδα Morning Post (Βοστώνη) στο φύλλο τής 23ης Μαρτίου 1839, όπου εξηγείται ως o.k.: all correct «όλα εντάξει»[ .
Τα συμφραζόμενα στο φύλλο τής εφημερίδας είναι τα εξής:
... he of the Journal, and his train-band, would have the contributions' box et ceteras, o.k. —all correct— and cause the corks to fly. Αναφερόταν σε κάποιον εκδότη περιοδικού, ο οποίος είχε αναλάβει χορηγός συγκεκριμένου πολιτικού κόμματος

Αυτά, σε πρώτη φάση.

Σε δεύτερη φάση, στις προεδρικές εκλογές του 1840, οι οπαδοί του (δημοκρατικού) Martin Van Buren, ο οποίος καταγόταν από το Old Kinderhook, πήραν το (ήδη γνωστό) «Oll Korrect» και χρησιμοποίησαν τα αρχικά Ο.Κ. για να δηλώσουν το παρατσούκλι του υποψηφίου τους — «Old Kinderhook». Σιγά - σιγά, η χρήση τού «ΟΚ» διευρύνθηκε, και σήμερα, πια, χρησιμοποιείται σε ολόκληρο σχεδόν τον κόσμο.


20/7/2009

Δεν υπάρχουν σχόλια: