Τετάρτη, 4 Ιουλίου 2018

ΙΟΥΛΙΟΣ


 Ο Ιούλιος ή Ιούλης ή Θερνόν (ποντιακά, συναντάται και ως Χορτοθέρτς), είναι ο έβδομος μήνας του έτους κατά το Ιουλιανό και το Γρηγοριανό Ημερολόγιο και έχει 31 ημέρες.

Αρχικά ήταν ο πέμπτος μήνας του Ρωμαϊκού Ημερολογίου, εξ ου και η ονομασία του Quintilis (Πέμπτος). Με την προσθήκη των μηνών  Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου από τον Νουμά Πομπίλιο, έγινε ο έβδομος μήνας του Ρωμαϊκού Ημερολογίου.
Ιούλιος ονομάσθηκε με πρόταση του Μάρκου Αντωνίου, που αποδέχθηκε η Ρωμαϊκή Σύγκλητος μετά τη δολοφονία του Ιουλίου Καίσαρα (ο οποίος γεννήθηκε στις  7 του μήνα αυτού).

Στην Αρχαία Ρώμη γιορτάζονταν:
Οι Nonae Caprotinae ή Caprotinia, προς τιμή της Ήρας, με γιορτές που συμμετείχαν μόνο γυναίκες (οι Ρωμαίες πατρίκιες με τις σκλάβες τους).
Στην Αρχαία Αθήνα ο Ιούλιος αντιστοιχούσε με το δεύτερο δεκαπενθήμερο του μήνα Σκιροφοριώνα και το πρώτο δεκαπενθήμερο του μήνα Εκατομβαιώνα. Ο Σκιροφοριών ήταν ο τελευταίος μήνας του έτους και ο Εκατομβαιών ο πρώτος.
Στο διάστημα αυτό στην Αθήνα γιορτάζονταν τα:
Διισωτήρια στον Πειραιά, προς τιμή του Διός Σωτήρος και της Αθηνάς Σώτειρας, με ταυροθυσίες και λεμβοδρομίες.
Διισωτήρια στην Αθήνα, την τελευταία μέρα του έτους, με προσφορά θυσίας στον Δία και παρουσίαση των νέων αρχόντων που είχαν προκύψει κατόπιν κληρώσεως από τους Αθηναίους πολίτες και θα αναλάμβαναν την εξουσία από την επομένη.
Εκατόμβαια, προς τιμή του Απόλλωνα. Το όνομα προέρχεται από την εκατόμβη, που σημαίνει τη θυσία εκατό βοδιών ή ταύρων.
Ηράκλεια, προς τιμή του Ηρακλή, με αγώνες στην πεδιάδα του Μαραθώνα.
Κρόνια, προς τιμή του Κρόνου.

Ονόματα
Στην αγροτική Ελλάδα ο Ιούλιος ονομάζεται:
Αλωνάρης, Αλωνιστής, Αλωνητής, Αλωνιάτης και Αλωνεύτης, διότι την εποχή αυτή γίνεται το αλώνισμα των δημητριακών.
Στα ορεινά της πατρίδας μας συναντάται και με την ονομασία Θεριστής, καθώς λόγω των ψυχρού κλίματος ο θερισμός γίνεται τον Ιούλιο.
Στη Ρόδο τον ονομάζουν και Φουσκομηνά ή Χασκομηνά, επειδή αρχίζουν φουσκώνουν ή να χάσκουν τα σύκα, δηλαδή να ωριμάζουν και να ανοίγουν.
Στη Νάξο και τη Χίο ο Ιούλιος αναφέρεται και ως
Γυαλιστής, επειδή ωριμάζουν τα σταφύλια και γυαλίζει η ρώγα τους.
Δευτερόλης ή Δευτερογιούλης, επειδή είναι ο δεύτερος μήνας του καλοκαιριού.
Αηλιάς ή Αηλιάτης, λόγω της γιορτής του Προφήτη Ηλία στις 20 Ιουλίου.

Ο Ιούλιος στην Ελληνική λαογραφία
Οι εποχιακές αλλαγές είχαν για τους αρχαίους τεράστια σημασία, ιδιαίτερα μετά την εμφάνιση της γεωργίας αφού η σπορά, η συγκομιδή και οι άλλες  γεωργικές ασχολίες εξαρτιόνταν από τις αλλαγές των εποχών. Λόγω των γεωργικών αυτών ασχολιών ο Ιούλιος ονομάζεται και  Αλωνάρης  ή  Αλωνιστής  αφού στον μήνα αυτό γίνεται το αλώνισμα των δημητριακών. Παλαιότερα, όταν δεν υπήρχαν οι σύγχρονες μηχανές οι γεωργοί μας καθάριζαν από τα αγριόχορτα το αλώνι που βρίσκονταν σε μέρος που να το φυσούν οι περισσότεροι άνεμοι και ήταν στρωμένο με πέτρα ή συχνότερα με χώμα. Όπως γράφει σ’ ένα του ποίημα και ο Γεώργιος Δροσίνης (1859-1951): «Στ’ αλώνια καλοσάρωτα / και ξεχωρταριασμένα / θα ξαπλωθούν οι θημωνιές/ξανθόμαλλες πλεξίδες».

Το αλώνισμα
Το αλώνι είχε σχήμα κυκλικό και στη μέση βρίσκονταν το «στρέντζερο» ή το «στρογερό», το ξύλινο δοκάρι γύρω από το οποίο έτρεχαν τα ζώα που θα αλώνιζαν τα στάχυα. Τα βόδια, τα άλογα, τα γαϊδούρια ή τα μουλάρια που χρησιμοποιούνταν ήταν ζεμένα το ένα δίπλα στο άλλο και γυρνούσαν γύρω από το κεντρικό στύλο ποδοπατώντας έτσι τα στάχυα. Πολλές φορές χρησιμοποιούσαν και την «δοκάνα», μια ειδικά διαμορφωμένη πλατφόρμα που θρυμμάτιζε τα στάχυα. Κατόπιν με ένα δικριάνι σαν φτυάρι ξεκινούσε το λίχνισμα, η διαδικασία που ξεχώριζε τον καρπό από το άχυρο με την βοήθεια του ανέμου. Σύμφωνα, πάντως, με τα έθιμα του αλωνισμού δεν κάνει να έρθει στο αλώνι γυναίκα με ρόκα γνέθοντας γιατί «είναι ξωτικιά και διώχνει τον άνεμο και δεν μπορούν να ανεμίσουν (λιχνίσουν)». Πολλά από τα έθιμα αυτά προέρχονται μάλιστα από τα αρχαιοελληνικά Θαλύσια, προς τιμήν της Δήμητρας. Με το λίχνισμα, όμως, συνδέεται και ο προφήτης Ηλίας που διαφεντεύει τους ανέμους, γι’ αυτό άλλωστε ο Ιούλιος ονομάζεται και  Αηλιάτης  ή Αηλιάς.

Στην Κρήτη
Τα αλώνια ήταν ακαλλιέργητες εκτάσεις. Συνήθως τα φτιάχνανε σε μέρη που φυσά αέρας ώστε να διευκολύνεται το λίχνισμα. Το σχήμα τους πάντα ήταν κυκλικό. To αλώνι έπαιρνε πάντα το όνομα του ιδιοκτήτη και κατ επέκταση δημιουργούταν τοπωνύμιο.
Τα αλώνια γίνονταν περιμετρικά με όρθιες πλάκες χωμένες στη γη τη μια δίπλα στην άλλη , αφήνοντας κενό στη νοτική πλευρά για να σπρώχνουν τα άχερα και να τα βγάζουν έξω από το αλώνι, τα καθάριζαν από τα χόρτα, τα κατάβρεχαν με νερό και τα άλειφαν με κοπριά βοδιών (αραιωμένη Βουτσά -σβουνιά). Το αλώνισμα ήταν επίπονη και δύσκολη δουλειά γιατί έπρεπε να γίνεται το καταμεσήμερο με τη δυνατή ζέστη για να κόβονται τα στάχια ευκολότερα. 
βολόσυρος
Τα βούγια (βόδια), τα μουλάρια γύριζαν ολημερίς στο αλώνι και έσερναν το βωλόσυρο. Δυο πλατιές μακρόστενες σανίδες, λίγο γυριστές μπροστά με κοφτερές πέτρες από κάτω και αργότερα με πριονωτές λάμες, που έκοβαν τα στάχια σε ψιλά άχυρα και τα ξεχώριζαν από τον καρπό. Πάνω στο βωλόσυρο, μόνιμα, έπρεπε να είναι κάποιος για να βαραίνει και να κρατά με το σχοινί τα βόδια και να τα οδηγεί γύρω γύρω στο αλώνι, ενώ συγχρόνως έριχναν και νέα δεμάτια. «έπρεπε να έχομε τ’ αμέντε μας, μη τυχόν τα βούγια κάνουν την ανάγκη τους και είχαμε το βουτσολόγο έτοιμο για να μην λερωθεί η σοδιά ειδάλλως ήπρεπε να καθαρίσομε με τα χέρια μας . Τα βόδια φορούσαν χόρτινες μουστούχες, για να μην τρώνε και καθυστερούν. Τα κοπέλια συνορίζονταν πιο θα πρωτοβγεί στο βολόσυρο μα ήκανε κάψα και κατεβαίνανε γρήγορα.»

Όταν τελείωναν με το αλώνισμα βάζανε στη μέση στο αλώνι ένα μεγάλο σωρό καρπό και άχερα. Για το πρώτο ξεχώρισμα από τους κοντύλους χρησιμοποιούσαν τα ντυχάλια. Μετά πιάνανε τα θρηνάκια και άρχιζε το λίχνισμα πετώντας ψηλά το αλώνισμα. Ο αέρας χώριζε τον καρπό από το άχερο . ο καρπός έμενε στα πόδια του λιχνιστή και το άχερο συγκεντρωνόταν πιο πέρα.
Μετά το λίχνισμα κοσκίνιζαν το στάρι με το Βολίστη . Μετά μάζευαν τον καρπό τον έβαζαν στα σακιά το πήγαιναν στο σπίτι πήγαινε για πλύσιμο, στέγνωμα στον ήλιο ,κοσκίνισμα με το νειροκόσκοινο, καθάρισμα, και άλεσμα στο χειρόμυλο ή στον αλευρόμυλο.
Σήμερα, φυσικά, έπαψε ο παλιός τελετουργικός τρόπος του θέρους και του αλωνισμού. Είναι τώρα τα μηχανήματα, που έφτασαν και στο πιο απρόσιτο χωριό, τα οποία ξερίζωσαν και παραμέρισαν κάθε παλιά συνήθεια.
Τον Ιούλιο κάνει πολύ ζέστη, τα «Κυνικά καύματα» που λένε. Τ’ όνομά τους το χρωστούν στον αστερισμό του «Μεγάλου Κυνός» που αυτόν τον καιρό το πιο λαμπρό του αστέρι, ο Σείριος, συμπίπτει ν’ ανατέλλει μαζί με τον ήλιο, με αποτέλεσμα να έχουμε τις μεγαλύτερες ζέστες του χρόνου. Η μεγάλη ζέστη, όμως, του μήνα αυτού κάνει να ωριμάζουν οι καρποί.

Το Αφήλιο της Γης
Όσο κι αν φαίνεται παράξενο, τις πρώτες ημέρες του Ιουλίου (γύρω στις 3 του μήνα) η Γη μας βρίσκεται στο πιο απομακρυσμένο σημείο της ετήσιας τροχιάς της, στο αφήλιο της δηλαδή, γεγονός που δεν πρέπει να ξενίζει κανέναν αφού η απόστασή μας από τον Ήλιο δεν σχετίζεται με τις θερμοκρασίες που επικρατούν πάνω στη Γη. Αυτό, όπως είναι γνωστό, οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στην κλίση του άξονα της Γης κι όχι από του αν βρισκόμαστε στο αφήλιο ή στο περιήλιο της γήινης τροχιάς. Έτσι στη διάρκεια του Καλοκαιριού ο Ήλιος ευνοεί το βόρειο ημισφαίριο, οι ακτίνες του πέφτουν πάνω μας περισσότερο κάθετα και ενώ εμείς έχουμε Καλοκαίρι, στο νότιο ημισφαίριο έχουν Χειμώνα.

Προφήτης Ηλίας
Ο προφήτης Ηλίας, του οποίου η μνήμη γιορτάζεται στις 20 του μήνα, είναι συνδεδεμένος και με τις βροχές και με τις κορυφές των βουνών. Σε κάθε περιοχή θα βρούμε κι από ένα ξωκλήσι του. Από την αρχαιότητα άλλωστε οι κορυφές ήταν κέντρα λατρείας και ταυτίζονταν με τον Δία που ήταν επίσης και θεός των μετεωρολογικών φαινομένων, εξ ου και οι ονομασίες του ως  ΝεφεληγερέτηςΥέτιος και Κεραύνιος, ιδιότητες που οι νεοέλληνες, αλλά και οι Σλάβοι, αποδίδουν και στον προφήτη Ηλία.
Ο Αϊ-Λιάς θεωρείται ο Άγιος της βροχής γι’ αυτό όταν το καλοκαίρι επικρατεί μεγάλη ξηρασία, με κίνδυνο να καταστραφεί κάθε γεωργική παραγωγή, τη μέρα της γιορτής του εκκλησιάζονται, κάνουν λιτανεία την εικόνα του Αγίου και παρακλήσεις για να βρέξει.
Σύμφωνα με μια παράδοση που αναφέρει ο Γεώργιος Ν. Αικατερινίδης:
«Οι βροχές και τ’ αστροπελέκια από τον προφήτη Ηλία γίνονται. Ξαπλώνει στα σύννεφα και κοιμάται, όταν είναι να καλοσυνέψει ο καιρός. Μα όταν είναι για νερό, τρέχει με τ’ αμάξι του στον ουρανό και γι’ αυτό βροντάει… Όταν βροντάει, είναι που με το πύρινο αμάξι του κυνηγάει τη Λάμια να τη σκοτώσει, για να μην καταστρέψει τα σπαρτά των ανθρώπων. Οι αστραπές που πέφτουνε τότες είναι οι πύρινες σαγίτες που ρίχνει στη Λάμια ο άγιος».
— Γεώργιος Ν. Αικατερινίδης

Για τον προφήτη Ηλία υπάρχει η εξής παράδοση. Ο Αϊ – Λιάς ήταν ναύτης και επειδή έπαθε πολλά στη θάλασσα και πολλές φορές θα πνιγόταν βαρέθηκε τα ταξίδια και αποφάσισε να πάει στο μέρος που να μην ξεύρουν τι είναι θάλασσα και τι είναι καράβια. Βάνει, λοιπόν, το κουπί στον ώμο και βγαίνει στη στεριά και όποιον απαντούσε τον ρωτούσε τι είναι αυτό που βαστάει.
Όσο του έλεγαν “κουπί” τραβούσε ψηλότερα, ώσπου έφτασε στην κορυφή του βουνού. Ρωτά τους ανθρώπους που βρίσκονταν εκεί τι είναι και αυτοί του είπαν ότι είναι “ξύλο”. Κατάλαβε, λοιπόν, πως αυτοί δεν είχαν δει ποτέ τους κουπί και έμεινε μαζί τους, εκεί ψηλά.
Μια άλλη παράδοση θρησκευτική αναφέρει πως ο προφήτης Ηλίας, ενώ βρισκόταν στην έρημο κατά την εποχή της μεγάλης ξηρασίας που είχαν εξαπολύσει ο Θεός κατά του ασεβούς Βασιλιά Αχαάβ, τρεφόταν με ψωμί που του κουβαλούσαν τα κοράκια. Γι’ αυτό ο λαός πιστεύει πως τα κοράκια που συμπίπτει να φεύγουν από τον τόπο μας τις μέρες εκείνες πηγαίνουν στάχυα στον Προφήτη Ηλία. Πιστεύουν πως από την ημέρα εκείνη ο καιρός κάνει στροφή προς το χειμώνα “Τ’ Αϊλιός γύρνα ν’ κάπα αλλιώς”.
Ο Προφήτης Ηλίας θεωρείται προστάτης των γουνοποιών γιατί με την μηλωτή του (δορά προβάτου από την αρχαία λέξη μήλο = πρόβατο) επιτελούσε θαύματα και με αυτή κτύπησε τον ποταμό Ιορδάνη και αμέσως σχίστηκε στο μέσο και έγινε δρόμος και πέρασε από ξηράς στην άλλη όχθη μαζί με τον Ελισσαίο και άλλους πενήντα ανθρώπους.
Γεώργιος Μ. Μπόντας
Τέως Δ/ντής της Μανουσείου Δημόσιας Βιβλιοθήκης
Σιάτιστας – Λαογράφος

Άλλες γιορτές
Δεν είναι, όμως, μόνο ο προφήτης Ηλίας που γιορτάζεται τον Ιούλιο. Πολλές από τις μεγάλες γιορτές του μήνα είναι αφιερωμένες στους άγιους «ιατήρες» αρχίζοντας γιατρούς Κοσμά και Δαμιανό την πρώτη του μήνα. Ονομάστηκαν Ανάργυροι, γιατί δεν έπαιρναν χρήματα για αμοιβή των υπηρεσιών τους, “Δωρεάν ελάβατε, δωρεάν δότε ημίν”.
Η αφιλοκερδής δραστηριότητά τους εξόργισε τον έπαρχο ο οποίος τους ζήτησε τον 3ο αιώνα να αποκηρύξουν την πίστη τους, κι όταν αυτοί αρνήθηκαν τους βασάνισε και στο τέλος τους αποκεφάλισε.
Στις 2 Ιουλίου, γιορτή της καταθέσεως της εσθήτας της Θεοτόκου, κοινώς λεγόμενη της «Καψοδεματούσας», δεν αλωνίζουν και διηγούνται παραδόσεις περί τιμωρίας «του Παπά με τα χερόβολα στ’ αλώνι».
Δεν αλωνίζουν, επίσης, κατά τη γιορτή της Αγίας Κυριακής (7 Ιουλίου) διότι το ψωμί γίνεται μαύρο.
Στις 17 του μήνα γιορτάζεται η μνήμη της Αγίας Μαρίνας η οποία «ξε-μαραίνει», αναζωογονεί δηλαδή, τα καχεκτικά παιδιά. Στη γιορτή της στο Θησείο συνήθιζαν να περνούν ξάγρυπνοι τη νύχτα όσοι είχαν άρρωστα παιδιά, αλλάζοντας τα ρούχα τους μπροστά στην εικόνα της. Στο Δεμάτι της Ηπείρου, μετά τη Θεία Λειτουργία, θυσιάζουν βόδι. Ο ιερέας «διαβάζει» το ζώο και η σφαγή γίνεται σε βόθρο τον οποίο ανοίγουν στην αυλή της εκκλησίας.
Και οι γιορτές συνεχίζονται με την οσιομάρτυρα Αγία Παρασκευή που σύμφωνα με την παράδοση θεραπεύει τα μάτια και της οποία η μνήμη εορτάζεται στις 26 του μήνα. Στα χωριά της Κυζίκου της Μ. Ασίας γίνονταν τελετές μαιναδισμού μετ' αλαλαγμού και ενθέου χορίας: Εκσταση και Ενθουσιασμός... μια επιβίωση του Χορού των Βακχών που βλέπουμε στο θέατρο. (Ο ενθουσιασμός των διονυσιακών τελετών παράγεται από την έν-θους «των εν+θεός». Σήμαινε κατέχομαι εντός μου από «θεϊκό πνεύμα» κι έτσι η ψυχή μου υποχρεωτικά εξ-ίσταται: βρίσκεται σε κατάσταση έκστασης όπως αυτή... της Πυθίας). Οι γυναίκες στο Βαθύ της Κυζίκου πάθαιναν την «τρέλα του Βαθιού»: πιάνονταν με τα δύο χέρια από το τέμπλο και κτυπούσαν το κεφάλι τους πάνω στις εικόνες. «Ενθουσιασμένες», σε «έκσταση», έβγαιναν από τον ναό χοροπηδώντας. Τριγύριζαν στο χωριό ως μαινάδες κι αλίμονο στο σερνικό που θα συναντούσαν.

Μια ημέρα αργότερα γιορτάζεται κι ένας άλλος ιατρός που ασκούσε την ιατρική ως φιλανθρωπία κι ο οποίος αποκεφαλίστηκε το έτος 305. Πρόκειται για τον Άγιο Παντελεήμονα του οποίου η ιδιότητα είναι εμφανής και από την παροιμία «κουτσοί, στραβοί στον άγιο Παντελεήμονα». Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει και η ανθρωπολόγος  Λίντα Παπαγαλάνη:
«Η θρησκευτική λαϊκή παράδοση κρατά ζωντανή τη θαυματουργική χαριτοδότηση των αγίων, όπως και των αρχαίων θεοτήτων. Με ευχές, τελετικά δρώμενα και προσφορές, οι πιστοί προσπαθούν, σ’ ένα συνδυασμό ευλάβειας, πίστης, φόβου και προσωπικής ωφέλειας, να διασφαλίσουν την συνεπικουρία των θείων δυνάμεων».
— Λίντα Παπαγαλάνη

Παροιμίες
 «Ο Αηλιάς κόβει σταφύλια και η Αγία Μαρίνα σύκα».
 «Αλωνάρη με τα 
αλώνια και με τα χρυσά πεπόνια».
«Τζίτζιρας ελάλησε, άσπρη ρόγα γυάλισε».
«Τον Ιούλη κι οι γριές κάνουνε ξετσιπωσιές».
«Από τ' Αι-Λιος ο καιρός γυρίζει αλλιώς».
«Γαμπρός αλωναριάτικος, κακό χειμώνα βγάνει».
«Έτσι το ‘χει το λινάρι να ανθεί τον Αλωνάρη».
«Η καλή αμυγδαλιά ανθίζει το Γενάρη και βαστάει τ' αμύγδαλα όλο τον Αλωνάρη».
«Κάλλιο λόγια στο χωράφι , παρά ντράβαλα (φασαρίες) στ' αλώνι».
«Κάτσε κότα το Γενάρη και παπί τον Αλωνάρη».
«Κότα πίτα το Γενάρη, κόκορα τον Αλωνάρη».
«Κότα, χήνα το Γενάρη και παπί τον Αλωνάρη».
«Μικρό-μικρό τ' αλώνι μου, και να ‘ναι μοναχικό μου».
«Ο άη-Λιας κόβει σταφύλια και η αγία Μαρίνα σύκα».
«Ο Θεριστής θερίζει, ο Αλωνάρης αλωνίζει κι ο Αύγουστος ξεχωριζει».
«Όρνιθα το Γενάρη, κέφαλος τον Αλωνάρη».
«Που μουχτάει τον Χειμώνα‚ χαίρεται τον Αλωνάρη».
«Πρωτόλη (Ιούνιε), Δευτερόλη(Ιούλιε) μου, φτωχολογιάς ελπίδα».
«Στο κακορίζικο χωριό τον Αλωνάρη βρέχει».
«Τ' Αλωναριού τα κάματα (δυνατή ζέστη), τ' Αυγούστου τα λιοβόρια» (ζεστός δυνατός ανατολικός άνεμος).
«Της αγιά Μαρίνας ρώγα και του άη -Λιός σταφύλι». (δηλαδή το σταφύλι ωριμάζει αργότερα από τη σταφίδα)
«Της Αγιάς Μαρίνας ρούγα και του Αϊ Λια σταφύλι και του Αγιού Παντελεήμονα γιομάτο το 
κοφίνι».
«Το τραγούδι του Θεριστή, η χαρά του Αλωνιστή».
«Τον Αλωνάρη δούλευε καλό χειμώνα να έχεις».
«Τον Αλωνάρη έβρεχε στον ποτισμένο τόπο».
«Χιόνισε μέσα στο Γενάρη, να οι χαρές του Αλωνάρη».


Ποίηση

Οδυσσέας Ελύτης, [Γυμνός, Ιούλιο μήνα]
«Μυρίσαι το άριστον (VIII)»

Γυμνός, Ιούλιο μήνα, το καταμεσήμερο.
Σ’ ένα στενό κρεβάτι ανάμεσα σε δυο σεντόνια χοντρά,
ντρίλινα,
με το μάγουλο πάνω στο μπράτσο μου,
που το γλείφω και γεύομαι την αρμύρα του.
Κοιτάζω τον ασβέστη αντικρύ στον τοίχο της μικρής μου κάμαρας.
Λίγο πιο ψηλά το ταβάνι με τα δοκάρια.
Πιο χαμηλά η κασέλα όπου έχω αποθέσει όλα μου τα υπάρχοντα:
δυο παντελόνια, τέσσερα πουκάμισα, κάτι ασπρόρουχα.
Δίπλα, η καρέκλα με την πελώρια ψάθα.
Χάμου, στ’ άσπρα και μαύρα πλακάκια, τα δυο μου σάνταλα.
 Έχω στο πλάι μου κι ένα βιβλίο.
Γεννήθηκα για να ‘χω τόσα.
Δε μου λέει τίποτα να παραδοξολογώ.
Από το ελάχιστο φτάνεις πιο σύντομα οπουδήποτε.
Μόνο πού ‘ναι πιο δύσκολο.
Κι από το κορίτσι που αγαπάς επίσης φτάνεις,
Αλλά θέλεις να ξέρεις να τ’ αγγίξεις οπόταν η φύση σου υπακούει.
Κι από τη φύση- άλλα θέλει να ξέρεις να της αφαιρέσεις την αγκίδα της.

(Ο. Ελύτης, Ο μικρός ναυτίλος, Ίκαρος)

Γιάννης Ρίτσος, [Υπέροχες νύχτες του Ιουλίου]

Α, υπέροχες νύχτες του Ιουλίου με τα μαντολίνα των τζιτζικιών
και των γρύλων – έλεγε, –
το φωταγωγημένο βαποράκι της κωλοφωτιάς αγκυροβολημένο στο
παλιό τζάκι της καλύβας,
η καλύβα στα καλάμια της ακροποταμιάς –
δε σου ζητούν αποδείξεις,
οι φλέβες του νερού κάτω απ’ το χώμα δίχως ερώτηση,
υπάρχουμε,
μεγάλοι κύκλοι δροσιάς στην πυρωμένη έκταση της
θερινής νύχτας,
τ’ αλώνια με τα άλογα μετέωρα,
οι θεριστάδες κοιμισμένοι στις θημωνιές,
 τα κορίτσια ξύπνια,
η αψάδα του αμπελιού γλείφοντας τη γλώσσα της,
το σκυλί του κυνηγού κοιτάζοντας το φεγγάρι.
Ο μικρός ακούρευτος βοσκός
ένιωσε μονομιάς την ευγένεια των ζώων και των άστρων,
τη ζέστα του μαλλιού, τη δροσιά του νερού,
το χέρι που έλειπε απ’ τη μέση του,
τη μεγάλη απουσία εκείνου που δεν ήξερε πώς περίμενε,
έφτιαξε με θυμάρι μια στρωμνή για δύο
και ξάπλωσε μόνος,
σε λίγο σηκώθηκε κ’ έκλαψε στο λαιμό του κριαριού του,
(μαζί κλάψαμε, για άλλο ο καθένας),
κλαίγανε και τα πρόβατα στην ασημένια νύχτα –
Άγνωστη γνώση   γνώση του σώματος,
άγνωστο σώμα.
(Γιάννης Ρίτσος, Ποιήματα, τ. 3ος, Κέδρος)

Πηγές:
diaskedastis.gr
stilida.com/politistika
http://www.kritipoliskaihoria.gr


Δεν υπάρχουν σχόλια: