Τρίτη, 8 Απριλίου 2014

ΕΝΝΕΑ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΓΡΗΓΟΡΗ ΜΠΙΘΙΚΩΤΣΗ

Τη Δευτέρα 7 Απρίλη κλείνουν εννέα χρόνια που έφυγε από τη ζωή η «Φωνή της Ρωμιοσύνης», ο μεγάλος, ο ανεπανάληπτος συνθέτης και ερμηνευτής, Γρηγόρης Μπιθικώτσης. Έτσι, ενώ άλλα είχα στο νου μου να δημοσιεύσω, δράττομαι της ευκαιρίας(;) (μεγάλος του φαν γαρ), να του κάνω ένα μικρό αφιέρωμα.                             
                                
Σύντομο βιογραφικό

Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης γεννήθηκε στις11 Δεκεμβρίου 1922 στο Περιστέρι (Οδός Μυκηνών, νυν οδός Γρηγόρη Μπιθικώτση) και αποχαιρέτησε τούτο τον κόσμο στις 7 Απριλίου 2005 (82 ετών) ώρα 19:22 στο «Υγεία».
Από φτωχή οικογένεια, εργάστηκε ως υδραυλικός για να επιζήσει και παράλληλα έπαιζε κιθάρα. Ήταν το μικρότερο παιδί της οκταμελούς οικογένειας. Έκανε δύο γάμους και απέκτησε 3 παιδιά, δυο κόρες και ένα γιο, τον Γρηγόρη που είναι επίσης τραγουδιστής.

Μπήκε στην δισκογραφία το 1947 σε ηλικία 25 ετών ως συνθέτης με το τραγούδι «Το καντήλι τρεμοσβήνει» σε στίχους Χαράλαμπου Βασιλειάδη ή Τσάντα και ερμηνευτές τη Σούλα Καλφοπούλου και τον Μάρκο Βαμβακάρη..

Πρώτη φορά ως τραγουδιστής ερμήνευσε το «Τρελλοκόριτσο» το 1952.
(Για την ιστορία, τους στίχους του τραγουδιού έγραψε ο, συνεργάτης του Γρηγόρη, Γιάννης Παπαδόπουλος, για χατίρι μάλιστα της ... Πόλυ Πάνου !
Στα πρώτα του χρόνια ως τραγουδιστής ερμήνευσε όλους σχεδόν τους συνθέτες του ρεμπέτικου, από τον Βαμβακάρη, τον Τσιτσάνη και τον Παπαιωάννου, έως τον Χιώτη, τον Χατζηχρήστο, τον Μπαγιαντέρα κ. α.
Λέει επίσης μερικά από τα πρώτα τραγούδια του Χατζιδάκι στο ξεκίνημα του κορυφαίου συνθέτη στο λαϊκό τραγούδι (π.χ. «Είμαι αϊτός χωρίς φτερά, «Γαρύφαλλο στ’ αυτί» κ. α).
Ως συνθέτης άφησε στη δισκογραφία περισσότερα από 200 τραγούδια, πολλά από τα οποία έγιναν μεγάλες επιτυχίες, όπως τα «Του Βοτανικού ο μάγκας», «Τρελοκόριτσο», «Σε τούτο το στενό», «Επίσημη αγαπημένη», «Στου Μπελαμή το ουζερί», «Ένα όμορφο αμάξι με δυο άλογα», «Ρίξε μια ζαριά καλή», και πλήθος άλλων.
Τα πρώτα του τραγούδια τραγούδησαν ο Τσαουσάκης, ο Καζαντζίδης, ο Αγγελόπουλος, η Πόλυ Πάνου, η Βίκυ Μοσχολιού κ.α.
Ήταν αυτός που ανέδειξε την Πόλυ Πάνου (την έφερε από την Πάτρα έφηβη και της έδωσε το πρώτο της τραγούδι, το «Πήρα τη στράτα την κακιά»), τη Βίκυ Μοσχολιού, το Λευτέρη Μυτιληναίο κ. α.

Η μεγάλη τομή στη σταδιοδρομία του συμβαίνει το 1959. Ο Μπιθικώτσης συναντιέται με τον Μίκη Θεοδωράκη και μαζί με τον κορυφαίο Μ. Χιώτη στο μπουζούκι ηχογραφούν τον ανυπέρβλητο «Επιτάφιο» σε ποίηση του Γιάννη Ρίτσου:

Το ηχόχρωμα της φωνής και η τραγικότητα της ερμηνείας του Μπιθικώτση έγινε ένα με το σπαραγμό της Μάνας που πενθεί το γιό της. Και είναι καταπληκτικό να σκεφτεί κάποιος ότι από τις τρεις διαφορετικές ερμηνείες του «Επιτάφιου», αυτών της Νάνας Μούσχουρη και της Μαίρης Λίντα (δυο γυναικών και μεγάλων τραγουδιστριών) επικράτησε η ερμηνεία του Μπιθικώτση!

Μετά τον Επιτάφιο ακολουθούν και άλλα έργα – σταθμοί του Θεοδωράκη: «Το τραγούδι του Νεκρού Αδερφού», «Άξιον Εστί», «Ρωμιοσύνη», «Πολιτεία Α΄ και Β΄», «Θαλασσινά Φεγγάρια» και άλλα πολλά. Παράλληλα ο Μπιθικώτσης τραγουδάει όλους σχεδόν τους σπουδαίους συνθέτες που ξεχύθηκαν από αυτήν την πολιτιστική άνοιξη: Ξαρχάκο, Σπανό, Μούτση, Κουγιουμτζή και άλλους, λέγοντας πάντα τα καλύτερα τραγούδια τους σε ποίηση και στίχους των Ν. Γκάτσου, Ευτυχίας Παπαγιανοπούλου, Δ. Χριστοδούλου, Τ. Λειβαδίτη, Λ. Παπαδόπουλου, Μ. Ελευθερίου κ.α.



Ο άντρας

Ο Μπιθικώτσης ήταν μια προσωπικότητα της Τέχνης που όχι μόνο πρωταγωνίστησε σε μια μουσική επανάσταση στην Ελλάδα, αλλά και αποτέλεσε τη φωνή που εξέφρασε τα πιο προοδευτικά και ριζοσπαστικά σκιρτήματα της ελληνικής εργατικής τάξης και της νεολαίας τις δεκαετίες κυρίως του 1960 και 1970.

Το ανάστημα, η αρχοντιά και η αγέρωχη εμφάνιση του, δεν καθρέφτιζαν μόνο το χαρακτήρα του αλλά και αυτό ακριβώς που εκπροσώπησε στο ελληνικό τραγούδι επί 55 χρόνια. Η «ξύλινη» φωνή του, «δωρική» την είπαν άλλοι, έφερε τα πάνω κάτω στο τραγούδι, δημιούργησε σχολή, κυρίως όμως έδωσε την αμεσότητα του λαϊκού στον ήχο του έντεχνου. Μια φωνή που, χωρίς εύκολα τεχνάσματα και επιδεικτικές τσαλκάντζες, πάντρεψε τη μελοποιημένη ποίηση με τη λαϊκή δύναμη, που έφτασε από τα αλώνια μέχρι τα σαλόνια.
Ήταν ο καταλληλότερος ερμηνευτής των ποιητών, γιατί η φωνή του είχε μέτρο, χροιά, λαϊκότητα, δύναμη και κρυμμένο αυστηρό λυγμό. Και δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι ερμηνείες του δεν ξεπεράστηκαν από κανέναν άλλο έως σήμερα.
Η φωνή του ταυτίστηκε με τα κοινωνικοπολιτικά σκαμπανεβάσματα της Ελλάδας που τα τραγούδησε με αρχοντικό αίσθημα. Εκπροσώπησε την άλλη πλευρά της χώρας, μια εποχή που το κοινό διχαζόταν ανάμεσα στο παράπονο του Καζαντζίδη και την περήφανη συγκίνηση του Μπιθικώτση.
 

ΓΝΩΜΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ  ΓΡΗΓΟΡΗ
Χωρίς αμφιβολία η φωνή του Γρηγόρη Μπιθικώτση έχει σφραγίσει μια ολόκληρη εποχή. Είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ακμή του ελληνικού Τραγουδιού στο διάστημα μιας 25ετίας και αυτό δείχνει πόσο μοναδική εστάθηκε στην ερμηνεία και στην απόδοση του Νεοελληνικού Ψυχισμού. Προσωπικά, εστάθηκα, πιστεύω, τυχερός που βρέθηκε ο Μπιθικώτσης σε μια απ τις καλύτερες στιγμές του όταν έγινε ο δίσκος του «Αξιον Εστί». Ταυτίστηκε μαζί του. Κανείς δεν μπορεί να φανταστεί, παραδείγματος χάριν, το τραγούδι «Της δικαιοσύνης Ηλιε νοητέ» τραγουδισμένο από άλλη φωνή. Χαίρομαι λοιπόν που μπορώ να βεβαιώσω πως ο Μπιθικώτσης είναι μια στιγμή που ξεπέρασε το χρόνο και θα αντηχεί πάντα στα αυτιά μας και στην καρδιά μας.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ
Οκτώβρης 1983
                                         

Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης είναι ένας μεγάλος τραγουδιστής, ένας έξοχος, γνήσιος λαϊκός τραγουδιστής. Η φωνή του διαθέτει ένα καταπληκτικό, ένα εξαίσιο τίμπο, μια μεγάλη εκφραστική κλίμακα. Διαθέτει δύναμη και διαύγεια.
Η φωνή του Μπιθικώτση έλαμψε στα τραγούδια του Θεοδωράκη αλλά και η μουσική του Θεοδωράκη έλαμψε με τη φωνή του Μπιθικώτση.
Η φωνή του Μπιθικώτση δεν διαθέτει μονάχα τα τεράστια μουσικά προσόντα, αλλά διαθέτει και μια άρθρωση μοναδική που δεν διαθέτουν μεγάλοι ηθοποιοί. Ποτέ δεν χάνεται, δεν σβήνει, δεν θαμπώνει ούτε μια συλλαβή, ούτε ένα φωνήεν, ούτε ένα σύμφωνο. Ακόμα και το τελικό «σίγμα» στο τέλος μιας μουσικής φράσης που εξαφανίζεται πλήρως στους περισσότερους τραγουδιστές, στον Μπιθικώτση ακούγεται με απόλυτη καθαρότητα. Έτσι ο μεγάλος ποιητικός λόγος με τη μουσική του Θεοδωράκη και τη φωνή του Μπιθικώτση, βρίσκει μπορώ να πω τη μεγαλύτερη και εκφραστικότερη δικαίωση. Ο Μπιθικώτσης έχει στο ενεργητικό του τεράστιες επιτυχίες τραγουδώντας ποίηση μεγάλων ποιητών, του Σεφέρη, του Ελύτη, του Λειβαδίτη και άλλων ακόμα αλλά μέσα σ αυτές τις μεγάλες επιτυχίες νομίζω πως η κορυφαία του επιτυχία ήταν η «Ρωμιοσύνη», μια ερμηνεία μοναδική, ασύγκριτη, ανεπανάληπτη…
Μέσα στη φωνή του, όλος ο καημός του Ελληνικού Λαού, όλο του το μεράκι και όλη του η λεβεντιά φαίνεται σ όλο τους το μεγαλείο!
Θυμάμαι ότι σε μεγάλα γεγονότα της Νεοελληνικής μας Ιστορίας εδώ και 15 χρόνια, σε κρίσιμες αγωνιστικές στιγμές του Ελληνικού Λαού η φωνή του Μπιθικώτση βρισκόταν πάντοτε κοντά τραγουδώντας τη «Ρωμιοσύνη». Ακόμα και τον τελευταίο καιρό στο Πολυτεχνείο πριν από 10 χρόνια, ο παράνομος σταθμός των σπουδαστών άρχιζε τις εκπομπές του με τη «Ρωμιοσύνη» του Θεοδωράκη με τη φωνή του Μπιθικώτση και έκλεινε τις εκπομπές του με τη «Ρωμιοσύνη».
Θάθελα να ευχαριστήσω τον Γρηγόρη Μπιθικώτση που με την λαμπρότητα της φωνής του έφερε την Ελληνική Ποίηση κοντά στον Ελληνικό Λαό, απ όπου και προήλθε.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ
Νοέμβριος 1983
                                        

Ήθελα νάμουν όμορφος
νάμουν και παλικάρι
και να τραγούδαγα καλά
δεν ήθελα άλλη χάρη…


Ο Λαός μας όταν δίνει αυτό το τρίπτυχο σ αυτό το ποίημα, ουσιαστικά καθορίζει τα όρια της ομορφιάς, της ζωής, της αξιοσύνης. Ο Μπιθικώτσης είχε και τα τρία, αλλά πάνω από όλα τραγούδαγε με χάρη. Και τραγούδησε με χάρη πράγματα πάρα πολύ σκληρά!
Θάλεγε κανείς ότι αυτό το έθνος έχει κάποιες στιγμές όπου ενώ όλα φαίνονται ότι έχουν χαθεί και έχουν γίνει – χωρίς να θέλω να το προσβάλω «ταγκό» - βγαίνει μια φωνή και ειδοποιεί για τη μοίρα μας. Σκέπτομαι πως ο Μπιθικώτσης και ο Ελληνικός Λαός είχε μια τόσο μεγάλη τύχη. Με τις χάρες του να συναντηθεί με αυτό το Λαό και να τον εκφράσει.
Καμιά φορά συλλογίζομαι πως αυτό το έθνος, μέσα στα χρόνια της σκλαβιάς, πόσα χρωστάει – όχι μόνο στα εκκλησιαστικά κείμενα που διατήρησαν τη γλώσσα του – αλλά και στο μεγαλείο των ψαλτών του. Κι όχι μόνο των ψαλτάδων, των λαϊκών που λέμε, αλλά και των ιερωμένων. Έτσι λοιπόν, κι αυτή η «ξύλινη» φωνή, όπως αποκάλεσαν οι κριτικοί τη φωνή του Μπιθικώτση, που είναι τόσο βυζαντινή, τόσο άμεση, τόσο ελληνική, που έχει μέσα και τη Μικρά Ασία, που έχει μέσα και τον αγώνα στην Αλβανία, που έχει μέσα και τον πόνο της Αντίστασης, που έχει αυτή την ξύλινη υφή που θυμίζει καμιά φορά τα ξύλινα καμπαναριά του Αγίου Όρους.
Αυτή η περίεργη μοίρα να λέμε τα πράγματα χωρίς καλλιέπειες, κι αυτό πέρασε μέσα από τον Μεγάλο Μπιθικώτση. Νομίζω πως είναι μια στιγμή που ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης θα πρέπει να αντιμετωπιστεί πια σαν συνέχεια των Μεγάλων Ψαλμωδών του Έθνους…

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ
Οκτώβριος 1983



Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης είναι σίγουρα από τους πιο μεγάλους τραγουδιστές που έβγαλε αυτός ο τόπος. Και δεν μιλάω μόνο για τη φωνή του, μιλάω για ένα ήθος που εξέπεμπε αυτή η φωνή, για μιαν ελληνικότητα, για ένα δωρικό χαρακτήρα που ενέπνεε. Επανειλημμένα μου έχει πει ο Μίκης Θεοδωράκης ότι πάρα πολλά από τα τραγούδια του τα έχει γράψει εμπνεόμενος από τη φωνή του Μπιθικώτση, την οποία θεωρεί απαράμιλλη, κι επίσης θυμάμαι ότι ο συγχωρεμένος ο Μάνος Λοίζος μου έλεγε – επειδή αυτός ανήκε σε μια άλλη εταιρία κι ο Μπιθικώτσης σε άλλη – ότι, «για σκέψου τι δράμα είναι αυτό το δικό μου να μη γράψω ποτέ ένα τραγούδι με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση…».
Η προσωπική μου εμπειρία από τη συνεργασία μου με τον Γρηγόρη είναι ότι πραγματικά αυτός ο τραγουδιστής με ενέπνεε, τον σκεφτόμουν δηλαδή και πάντοτε, ότι έγραφα εκείνη την περίοδο, ήταν βασισμένο επάνω στη φωνή του Mπιθικώτση όπως η «Άπονη Ζωή» η «Φτωχολογιά» με κατάληξη το «Σαββατόβραδο στην Καισαριανή» που πρέπει να πω ότι αυτό ειδικά το τραγούδι ενώ απαιτούσε τέτοιες δυνατότητες και τέτοια αγάπη για κάποια πράγματα, ο Γρηγόρης μπήκε μέσα στο studio και το είπε μέσα σε ένα πεντάλεπτο. Μια κι έξω!
Νομίζω ότι η απουσία του Μπιθικώτση από το σημερινό τραγούδι είναι μια από τις αιτίες που το τραγούδι μας δεν βρίσκεται στην ακμή που βρισκότανε στη δεκαετία του ’60, διότι ενώ, όλοι οι τραγουδιστές είναι συνήθως το τέλος του τραγουδιού, ο Μπιθικώτσης κατά κανόνα ήταν η Αφετηρία.

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ Δεκέμβριος 1983
                                        

Για ποιόν να γράψω το σημείωμα αυτό; Για τον φίλο; Τον ανεπανάληπτο ερμηνευτή; Τον μεγάλο λαϊκό συνθέτη και κάπου κάπου στιχουργό; ή για τον αριστοτέχνη εκτελεστή; Μα… για όλους αυτούς.
Το γράφω για τον Γρηγόρη Μπιθικώτση! Τρελοκόριτσο, του Βοτανικού ο μάγκας, Ρωμιοσύνη, Αξιον Εστί, Άπονη Ζωή, Είμαι αητός χωρίς φτερά, στου Μπελαμί το ουζερί, ένα αμάξι με δυο άλογα, Ο κυρ Θάνος, Εγνατίας 406…
Ο Γρηγόρης μόνος του καλύπτει την Ιστορία του μάγκικου, του ρεμπέτικου, του λαϊκού και του έντεχνου τραγουδιού μας. Απλός και απέριττος και στη φωνή και στους τρόπους, αγαπημένος και σαν ερμηνευτής και σαν άνθρωπος, χιουμορίστας και θυμόσοφος!
- Εγώ είμαι ο αρχηγός της αστυνομίας, ο Καζαντζίδης της Χωροφυλακής.
- Ποιος είναι ο καλύτερος τραγουδιστής Γρηγόρη;
- Έχεις μπροστά σου τον Ιησού Χριστό και ρωτάς για τους μαθητές του;
Ποτέ δεν τραγουδούσε αβασάνιστα κάτι. Ακόμα και στην πρώτη ακρόαση του «Επιτάφιου» που τότε με κόπο έβγαζε το μεροκάματο, όταν άκουσε πρωτόγνωρα πράγματα φοβήθηκε και δεν δίστασε να πει του Χιώτη:
- Μανώλη πάμε να φύγουμε γιατί θα γίνουμε ρεζίλι.
Δεν έγινε βέβαια ρεζίλι αλλά γνώρισε την παγκόσμια καταξίωση κοντά στο άλλο ιερό τέρας: τον Μίκη Θεοδωράκη. Δεν έπαψε όμως να ερμηνεύει και να γράφει τα λαϊκά του. Το «ψωμί» του όπως τα λέει.
Έγραψα μαζί του γύρω στα 200 τραγούδια και είμαι περήφανος γι αυτό. Γιατί ο Μπιθικώτσης είναι ο ένας, ο μοναδικός. Για πάρα πολλά χρόνια θα τραγουδιέται, και πολλά, πάρα πολλά χρόνια θα περάσουν για να βγει ένας νέος Γρηγόρης αν βγει. Όπως το ευλογημένο κρασί ευφραίνει την καρδιά κάθε ανθρώπου, έτσι και το ευλογημένο τραγούδι του Μπιθικώτση αγκαλιάζει τις καρδιές μας.
Όταν είμαι στεναχωρημένος ή χαρούμενος, ή σε ώρες πλήξης, Μπιθικώτση ακούω. Μπιθικώτση σιγοψιθυρίζω. Είναι ο Τραγουδιστής που συντροφεύει ολόκληρο το μερόνυχτό μας! Ολόκληρη τη ζωή μας! Γεια σου αθάνατε Γρηγόρη.

Με αγάπη
ΚΩΣΤΑΣ ΒΙΡΒΟΣ
Ιανουάριος 1988



… όμως η αλήθεια να λέγεται. Τον εβοήθησε ο Θεοδωράκης αλλά ο Γρηγόρης είναι μεγάλη, πολύ μεγάλη φωνή. Σπάνιο λαρύγγι…

Γιώργος Ροβερτάκης Ρεμπέτης

Μπιθικώτσης ίσον ρεμπέτης, έτσι τραγουδάνε τα ρεμπέτικα, όπως τα λέει αυτός. Είναι μάγκας αυτός, μόρτης, αλλά τη βγαίνει άσχημα και διαβάζω ότι ζητάει άγαλμα. Ήμουν έτοιμος να του τη βγω, αλλά έμαθα ότι τη βγαίνει επίτηδες για κάτι άλλους που κάνουν τον μάγκα, κάτι τραγουδιστές που είναι όλο κουνήματα. Καλά κάνει!!

Νίκος Μάθεσης Στιχουργός του ρεμπέτικου



Η πρώτη εντύπωση από τον Μπιθικώτση είναι πως ενώ επρόκειτο για ένα άντρα αναστήματος 1,75 πάνω στη σκηνή μου φαινόταν 2 και 3 μέτρα.

Αντώνης Καλογιάννης

Θυμάμαι μια βραδιά από τις συγκινητικότερες της ζωής μου – δεν είναι και πολλές. Ο γέρο – Μάρκος έλιωνε, δεν έβλεπε ο φουκαράς, σαράβαλο είχε γίνει. Με φώναξε κοντά του και μου είπε: «Παιδί μου, ο Μπιθικώτσης είναι ο μόνος που είπε ωραία τα τραγούδια μου».

Γιώργος Νταλάρας

Δεν τον επέβαλαν οι εταιρείες. Επιβλήθηκε με το σπαθί του και τον καταξίωσε ο Μίκης και άλλοι σπουδαίοι συνθέτες

Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης αγκαλιάστηκε από όλες τις κοινωνικές τάξεις, από το λαό και από το Κολωνάκι. Επί χούντας, έφτασε να γίνει ο «σερ Μπιθί», αλλά ο λαός τον συγχώρησε γιατί η προσφορά του ήταν πολύ μεγαλύτερη από τις πολιτικές και καλλιτεχνικές υποχωρήσεις του στα χρόνια της δικτατορίας.


Για λίγα πράγματα μπορούμε πια σήμερα να χρησιμοποιήσουμε την κτητική αντωνυμία «μας» αντί για το «τους»: Ο Καλατράβα «τους», οι Ολυμπιακοί Αγώνες «τους», τα γιαούρτια «τους», τα κανάλια «τους», ο πόλεμός «τους». Όταν όμως φτάνουμε στα τραγούδια του Γρηγόρη Μπιθικώτση, το «μας» ανεβαίνει αυθόρμητα στα χείλη. Πώς να μη τα νιώθουμε δικά «μας»;
Ο Μπιθικώτσης είναι ένας από τους καλλιτέχνες που τον αγκάλιασαν όλες οι τάξεις, και η εργατική και η μικροαστική, και ο λαός και το Κολωνάκι, χωρίς όμως να είναι γεφυροποιός, χωρίς να προσπαθεί να συμφιλιώσει το λαϊκό τραγούδι με το ελαφρό, τη ρεμπέτικη παράδοση με το «πιάνο και τα γαλλικά».

Ενώ ο Στράτος Διονυσίου, μια σπουδαία λαϊκή φωνή, συμβόλιζε τον οικοδόμο που έγινε εργολάβος με Μπε Εμ Βε, ο Μπιθικώτσης σε όλη του τη ζωή είχε το σουλούπι του μετακατοχικού Έλληνα που ζωγράφιζε ο Μποστ, ανέπνεε λαϊκή χάρη και ελαφράδα.
Ένας τυχερός άνθρωπος, ένας τυχερός καλλιτέχνης. Πώς αλλιώς να χαρακτηρίσουμε έναν 25χρονο νέο που το 1947, στη Μακρόνησο, αντάμωσε τον Μίκη Θεοδωράκη που μαγεύτηκε από τη φωνή του; Πώς αλλιώς να χαρακτηρίσουμε έναν άντρα που στα 40 του τραγούδησε στίχους του Ρίτσου, του Σεφέρη, του Ελύτη, του Χριστοδούλου, του Λειβαδίτη και που τα τραγούδια του γίνονταν κτήμα όλου του λαού; Και κυρίως, που τα τραγούδια αυτά ήταν το σήμα κατατεθέν ενός άλλου πολιτισμού ή, έστω, μιας ρωμαλέας απόπειρας για έναν άλλον πολιτισμό;
Τον Μπιθικώτση δεν τον επέβαλαν οι δισκογραφικές εταιρείες, όπως συχνά συμβαίνει σήμερα με διάφορα αστέρια του καψουρο-έντεχνου ή λαϊκο-ποπ τραγουδιού. Επιβλήθηκε με το σπαθί του. Τον καταξίωσαν (ας μην πούμε την άχαρη λέξη «επέβαλαν») ο Μίκης Θεοδωράκης και άλλοι σπουδαίοι συνθέτες. Εξάλλου, ήταν η εποχή που οι άνθρωποι έλεγαν ο «Καημός» του Θεοδωράκη ή το «Χάρτινο το φεγγαράκι» του Χατζιδάκι – και όχι ο «Καημός» του Ρέμου.
Κάποιοι επισημαίνουν ότι ο Γρ. Μπιθικώτσης ήταν ένα λαϊκό παιδί που δεν ήξερε πολλά γράμματα και «δεν καταλάβαινε» το τι τραγουδούσε, αν και κανένας άλλος τραγουδιστής, όσα γράμματα και αν ήξερε, όσα ωδεία και αν είχε τελειώσει, δεν θα μπορούσε να ερμηνεύσει τα ίδια τραγούδια τόσο όμορφα όσο εκείνος. Μήπως όλοι όσοι άκουγαν με λατρεία και με περίσκεψη εκείνα τα μεγάλα έργα ήταν προφέσορες; Ο Μπιθικώτσης διέθετε και ευφυΐα και ευαισθησία και επιπλέον είχε πλάι του μεγάλους δασκάλους. Η αυτοβιογραφία του (Εγώ, ο Σερ, εκδ. Κοχλίας), που την επιμελήθηκε ο Πάνος Γεραμάνης, δείχνει ότι το «μεγαλείο του ανδρός», κάθε ανδρός, δεν είναι ανεξάρτητο από το ήθος της εποχής του.
Στην εποχή της δικτατορίας, όταν τα τραγούδια του Θεοδωράκη βρίσκονταν υπό διωγμό, η καριέρα του Μπιθικώτση συνεχίστηκε. Πολλοί δίσκοι του, ανάμεσά τους και δικές του συνθέσεις, γνώρισαν μεγάλη εμπορική επιτυχία. Για μια επταετία, ο «τραγουδιστής της Ρωμιοσύνης» επισήμως ξεχάστηκε και έμεινε μόνο ο «Σερ Μπιθί». Ο λαός όμως και τον συγχώρεσε και δεν έπαψε να τον αγαπά, αφού αυτό που είχε προσφέρει ο Μπιθικώτσης στο ελληνικό τραγούδι βαραίνει πολύ περισσότερο από την όποια καλλιτεχνική ή πολιτική του υποχώρηση στα χρόνια της δικτατορίας.
Ο Μπιθικώτσης θα συμβολίζει για πάντα μια ευτυχισμένη περίοδο του λαϊκού τραγουδιού, γι’ αυτό κι εμείς, όπως όλος ο λαός, τον αποχαιρετάμε με αγάπη, με την ελπίδα ότι θα βρεθούν οι δημιουργοί και οι καινούργιοι Μπιθικώτσηδες που θα τραγουδήσουν τα περιγιάλια, τους ξανθούς Απρίληδες και τα περβόλια της δικής μας εποχής.
ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΤΖΙΑΝΤΖΗ










 

Δεν υπάρχουν σχόλια: