Τρίτη, 11 Φεβρουαρίου 2014

34 χρόνια χωρίς τον Ν. Ξυλούρη



Ο Αρχάγγελος της Κρήτης μπορεί να σιώπησε για πάντα πριν από τριάντα τέσσερα χρόνια, όμως, ο μύθος του παλικαριού με τη στεντόρεια και την αισθαντική φωνή, την καθαρή ματιά, δεν έπαψε ούτε στιγμή να φουντώνει και να θεριεύει στην καρδιά και τη συνείδηση του κόσμου.
Το όνομά του, συνώνυμο πια της Κρήτης αλλά και της διαύγειας, της ανθρωπιάς, της ελευθερίας.

Ο Νίκος Ξυλούρης ή Ψαρονίκος όπως ήταν το παρατσούκλι του λόγω του ότι ο πατέρας του ήταν άνθρωπος της θάλασσας, υπήρξε μια από τις σπουδαιότερες φωνές της σύγχρονης Ελλάδας, ένας καλλιτέχνης που το όνομά του έχει ξεφύγει από τα στενά όρια της Κρήτης και έχει συνδεθεί με την έννοια του αγώνα και της επανάστασης.
Τον έλεγαν και «κλωσσού», επειδή όπου και αν πήγαινε, μάζευε γύρω του δεκάδες παιδιά τα οποία αναγνώριζαν την παιδικότητα και την αθωότητα του.
Η κληρονομιά του δεν είναι μόνο τα τραγούδια του αλλά και η γενικότερη παρουσία του στα καλλιτεχνικά, κοινωνικά και πολιτικά πράγματα, σε ταραγμένες εποχές για τον τόπο μας. Λατρεύτηκε από συνθέτες και ποιητές, βραβεύτηκε σε Ελλάδα και εξωτερικό μα ποτέ του δεν απαρνήθηκε μήτε την καταγωγή του, μήτε τους παιδικούς του φίλους, με τους οποίους συναντιόταν συχνά και γυρόφερνε μαζί τους τις πλαγιές και τις κορφές του Ψηλορείτη.

                                              
Τα πρώτα βήματα
Γεννήθηκε στις 7 Ιουλίου 1936 στο ορεινό χωριό Ανώγεια Μυλοποτάμου Ρεθύμνου, από οικογένεια με μουσική παράδοση και πολλούς λυράρηδες. Στα πέντε του χρόνια, όταν οι Γερμανοί έκαψαν το χωριό του, ξεριζώθηκε από τον τόπο του μαζί με τους υπόλοιπους κατοίκους, οι οποίοι μεταφέρθηκαν σε χωριό της επαρχίας Μυλοποτάμου, όπου παρέμειναν μέχρι και την απελευθέρωση της Κρήτης.
Τα πρώτα χρόνια στα κατεστραμμένα Ανώγια είναι φτωχικά και δύσκολα για την οικογένεια του Νίκου Ξυλούρη, όπως και για όλους τους συγχωριανούς του. Ο ίδιος φεύγει για το Ηράκλειο, για να μάθει γράμματα. Το σχολείο, όμως, του είναι μάλλον αγγαρεία και ήδη έχει δείξει την κλίση του στη μουσική.
Μια μέρα βλέπει έναν συγγενή του να παίζει λύρα κι από τότε του καρφώνεται η ιδέα να μάθει αυτό το όργανο. Οι αντιρρήσεις του πατέρα του κάμπτονται από τον δάσκαλό του, που αναγνώρισε από νωρίς το ταλέντο του. Έτσι, σε ηλικία μόλις 10 ετών, αποκτά την πρώτη του λύρα, σταματά το σχολείο στην Γ’ Δημοτικού και μετά από ενάμιση χρόνο μαθητείας δίπλα στον λυράρη Λεωνίδα Κλάδο, ξεκινά να βγάλει το ψωμί του παίζοντας σε γάμους, βαφτίσια και γιορτές, σ’ όλη την Κρήτη.
Στα 17 του με όπλα τη λύρα και τη φωνή του, κατεβαίνει στο Ηράκλειο. Εκεί πιάνει δουλειά στο κέντρο «Κάστρο». Τα πράγματα όμως δεν ήταν όπως τα περίμενε γιατί βρέθηκε αντιμέτωπος με τη «μόδα» της Ευρωπαϊκής μουσικής, κάτι τελείως ξένο για αυτόν, καθώς επίσης και τους μεγάλους λυράρηδες, που δεν τον έβλεπαν με καλό μάτι. Τα έσοδα του μόλις και μετά βίας έφταναν να τον συντηρήσουν και πέρασε δύσκολες εποχές. Οι καλοί φίλοι, που είχε αποκτήσει στο Ηράκλειο, τον βοηθούν  οργανώνοντας  γλέντια.  

                                              
Η Ουρανία
Σε μια αποκριάτικη γιορτή βλέπει την Ουρανία Μελαμπιανάκη, γόνο αριστοκρατικής οικογενείας, και την ερωτεύεται. Για ένα χρόνο της κάνει καντάδα κάθε βράδυ κάτω από το παράθυρό της, χωρίς στην πραγματικότητα να έχουν μιλήσει ποτέ. Η ταξική τους διαφορά θα τους αναγκάσει να κλεφτούν και να παντρευτούν κρυφά, στις 21 Μαΐου του 1958. Το Σεπτέμβρη του ίδιου έτους αποφασίζουν να εγκατασταθούν μαζί στο Ηράκλειο.
Σιγά - σιγά οι Κρητικοί άρχισαν να τον στηρίζουν και να οργανώνουν γλέντια για να τον ακούν να παίζει. Ο Νίκος συνεχίζει την ανοδική του πορεία και τον Νοέμβριο του 1958 βγάζει τον πρώτο του δίσκο με την εταιρία «Οντεόν» που έχει τίτλο «Μια μαυροφόρα που περνά». Η αμοιβή του ήταν μόλις 150 δραχμές !!! Ο δίσκος είχε επιτυχία και έτσι η εταιρία του τον βοηθάει να κάνει κι άλλους δίσκους, βγάζοντας τον από τις δύσκολες μέρες.
Το 1960 γεννήθηκε ο γιός του Γιώργος, και το 1966 η κόρη του Ρηνιώ. Την χρονιά της γέννησης της κόρης του, το κράτος επιλέγει και τον στέλνει σε φολκλορικό διαγωνισμό στο Σαν Ρέμο, όπου, ανάμεσα από δεκάδες συγκροτήματα, ο Έλληνας λυράρης παίρνει το πρώτο βραβείο για την ερμηνεία του στο συρτάκι που έπαιξε με την λύρα.
Το 1967, επί δικτατορίας, ανοίγει στο Ηράκλειο το πρώτο κρητικό κέντρο, τον «Ερωτόκριτο».  Αυτό που γινόταν κάθε βράδυ στον «Ερωτόκριτο», είναι δύσκολο να περιγραφεί. Οι έχοντες καταγωγή από τα χωριά της Κρήτης, θέλοντας να αναπαραγάγουν στην πόλη τους γνωστούς για αυτούς τρόπους διασκέδασης, θα προσέρχονται συν γυναιξί και τέκνοις για να ακούσουν κρητική μουσική. Στο ρεύμα αυτό θα συμπαρασυρθούν και οι Ηρακλειώτες και η κρητική μουσική από ετοιμοθάνατη, θα αναρρώσει, θα βγάλει φτερά και θα γίνει με την πάροδο του χρόνου κύριος τρόπος διασκέδασης.
Τον Απρίλη του 1969 κάνει την πρώτη του επίσημη δοκιμαστική εμφάνιση του στην Αθήνα, στο κέντρο «Κονάκι». Την ίδια χρονιά, ηχογράφησε με μεγάλη επιτυχία το δίσκο «Ανυφαντού». Ο κόσμος τον αποθεώνει και ο Νίκος Ξυλούρης αποφασίζει να εγκατασταθεί στην Αθήνα.
 
Η Αναγνώριση
Κάποιο βράδυ ο Νίκος γνωρίζεται με τον σκηνοθέτη και ποιητή, Ερρίκο Θαλασσινό, και γίνονται αχώριστοι φίλοι. Μέσω του Θαλασσινού γνωρίζει τον μουσικοσυνθέτη, Γιάννη Μαρκόπουλο.  Έτσι ξεκίνησε μια λαμπρή συνεργασία με το δίσκο «Χρονικό» και τα «Ριζίτικα». Μετά από ένα χειμώνα επιτυχίας, το καλοκαίρι του ’70 κατεβαίνει στο Ηράκλειο να εργαστεί. Εκείνο το καλοκαίρι γνωρίζεται με τον Τάκη Λαμπρόπουλο, τότε διευθυντή της «Κολούμπια», ο οποίος και του ζητά να συνεργαστούν. Αυτή η συνάντηση αποτέλεσε την αφετηρία για την καριέρα του Νίκου.
Ακολουθούν δυο ακόμα κύκλοι τραγουδιών του Γιάννη Μαρκόπουλου, η «Ιθαγένεια» και ο «Στρατής ο θαλασσινός» αλλά και συνεργασίες με τον Σταύρο Ξαρχάκο («Διόνυσε καλοκαίρι μας», «Συλλογή»), τον Χριστόδουλο Χάλαρη («Τροπικός της παρθένου», «Ακολουθία») και τον Χρήστο Λεοντή («Καπνισμένο τσουκάλι»).
Για το ποιος «ανακάλυψε» το Νίκο Ξυλούρη, η άποψη της συζύγου του κ. Ουρανίας Ξυλούρη, όπως δημοσιεύτηκε σε σχετικά αφιερώματα των περιοδικών «Δίφωνο» και «Μονογραφίες», είναι διαφορετική.
Κατά τη σύζυγό του, η ανάδειξη του Ξυλούρη οφείλεται στο τραγούδι του «Ανυφαντού». Το πρόσωπο που τον ανακάλυψε και τον ανέδειξε ήταν ο διευθυντής της δισκογραφικής εταιρείας «Κολούμπια» Τάκης Λαμπρόπουλος. Αυτός, σε ένα γαμήλιο γλέντι στα Ανώγεια, τον ηχογράφησε και έστειλε την κασέτα στον συνθέτη Σταύρο Ξαρχάκο, ο οποίος ήταν τότε στο Παρίσι. Οι εφημερίδες της εποχής έγραψαν ότι ο Λαμπρόπουλος πήγε στην Κρήτη όπου ανακάλυψε μια σπουδαία και σημαντική φωνή. Από εκεί πληροφορήθηκε ο Γιάννης Μαρκόπουλος για το Νίκο Ξυλούρη και του πρότεινε τα τραγούδια του «Χρονικού».
Το 1971 ξεκίνησε κοινές εμφανίσεις με το Γιάννη Μαρκόπουλο στη μπουάτ «Λήδρα». Συνεργάστηκε στενά, εκείνα τα χρόνια, με τον Θρακιώτη τραγουδοποιό Θανάση Γκαϊφύλλια στις μπουάτ της Πλάκας και σε συναυλίες σε όλη την Ελλάδα.
Μέσα στην καρδιά της δικτατορίας, η φωνή του Νίκου Ξυλούρη, είτε λέει τα τραγούδια του Μαρκόπουλου, είτε παραδοσιακά τραγούδια της Κρήτης, γίνεται σημαία αντίστασης.
Τα παραδοσιακά τραγούδια της Κρήτης, με τη φωνή του, θα αποκτήσουν μια πανελλήνια εμβέλεια και μια δυναμική που ποτέ δεν είχαν στο παρελθόν, όσο μεγάλοι και αν ήταν οι καλλιτέχνες, τραγουδιστές και οργανοπαίχτες, που την υπηρετούσαν.
Ο Ξυλούρης είχε κάνει σημαία της αντίστασης, μεσούσης της Χούντας, το τραγούδι «Ποτέ θα κάνει ξαστεριά» και οι φοιτητές ύμνο τους την μέρα της εξέγερσης της Νομικής, στις 21 Φεβρουαρίου του 1973 μα και στις άλλες «ταράτσες» τον Μάρτη και τον Μάη.
Κανείς, αλλά και ούτε ο ίδιος θα μπορούσε να φανταστεί πως, με το τραγούδι του, θα έφερνε μια μέρα μηνύματα αγάπης και λευτεριάς και θα ξεσήκωνε όλη την Ελλάδα.
Μετά τα κέντρα και τις μπουάτ, έρχεται το θέατρο. Το καλοκαίρι του 1973 η αξέχαστη Τζένη Καρέζη και ο Κώστας Καζάκος ανεβάζουν το «Μεγάλο μας Τσίρκο» στο θέατρο «Αθήναιον».
 Ο Νίκος Ξυλούρης δίνει τον καλύτερο εαυτό του και τα ταμεία δεν προλαβαίνουν να κόβουν εισιτήρια. Η παράσταση μένει σταθμός στην καλλιτεχνική καριέρα του Νίκου. 

                                                                 

Το τέλος
Ο Νίκος Ξυλούρης στην ακμή της καριέρας του, ζώντας μεγάλες στιγμές δόξας, χάνει την μάχη με την επάρατη νόσο και αφήνει για πάντα τα εγκόσμια την Παρασκευή 8 Φεβρουαρίου 1980 σε ηλικία μόλις 44 χρονών.
Η φωνή του όμως παραμένει ζωντανή μέσα στις ψυχές των Κρητικών σε όλο τον κόσμο, που ακόμη και σήμερα τραγουδούν τα τραγούδια του κρατώντας ζωντανή τη φλόγα της Κρητικής λεβεντιάς.
Με τη φωνή και το ήθος του σημάδεψε τα χρόνια της χούντας, την αντίσταση σε αυτήν, αλλά και τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης.


Πηγές:








Δεν υπάρχουν σχόλια: