Δευτέρα, 16 Σεπτεμβρίου 2013

Τούρκικες λέξεις που λέμε καθημερινά χωρίς να το καταλαβαίνουμε

 Έχουμε την ωραιότερη και πληρέστερη γλώσσα του κόσμου, αυτό είναι πανθομολογούμενο. Την καταστρέφουμε καθημερινά γιατί και δεν την διδασκόμαστε σωστά και, λόγω παγκοσμιοποίησης, οι ξενόφερτες λέξεις αυξάνονται ραγδαίως! Ότι δεν κατάφεραν αιώνες σκλαβιάς, το κατάφεραν λίγες δεκαετίες τεχνολογίας (PCs, internet, κινητά κ.λ.π). Με τη μόδα των GREEKLISH σε λίγο δεν θα τη γράφουμε κιόλας!
Ο πολιτισμός όμως μιας χώρας έχει αφετηρία κυρίως τη γλώσσα του. Ας κάνουμε κάτι, όσο είναι καιρός γι αυτό!
Σας παρουσιάζω 350 από τις τούρκικες λέξεις που χρησιμοποιούμε στην καθημερινότητά μας, όχι για να τις αλλάξουμε μα έτσι για να ξέρουμε τι χρησιμοποιούμε!
Παραλείπω λέξεις και παράγωγα λέξεων που φαίνεται από μακριά η τούρκικη προέλευσή τους!

Αγιάζι (πρωινό ή νυχτερινό κρύο),
Αλάνα (ανοιχτός χώρος),  
Αλάνι (αλήτης),
Αλατζάς  (φτηνό, ποικιλόχρωμο, βαμβακερό ύφασμα)
Άλικος  (βαθυκόκκινος)
Αλισ(ι)βερίσι  (συναλλαγή),
Αλμπάνης  (άνθρωπος αδέξιος και άπειρος),
Αμανάτι  (ενέχυρο, υποθήκη).           
Αμπάρι  (το κύτος του πλοίου). 
Αραλίκι  (τεμπελιά)
Αραμπάς  (άμαξα που την έσερναν βόδια ή άλογα, κάρο).   
Αράπης  (μαύρος
Αστάρι  (η πρώτη επάλειψη μιας επιφάνειας). 
Ατζαμής   (αδέξιος).
Άτι   (αρσενικό άλογο ιππασίας ή πολεμικό άλογο).  
Αχαΐρευτος  (που δεν έχει κάνει χαΐρι).  
Αχούρι  (στάβλος)   
Αχταρμάς  (ανακάτωμα). 
Άχτι (πόθος για εκδίκηση).
                                                     
Βαλκάνια,  (η βαλκανική χερσόνησος). 
Βελέντζα   (είδος χοντρού μάλλινου κλινοσκεπάσματος)
Βερεσέ  (με πίστωση).
  
Γιακάς (περιλαίμιο),
Γιαούρτι (πηγμένο γάλα),
Γιαπί (οικοδομή),
Γιαρμάς (ροδάκινο),
Γιασεμί (είδος φυτού και το άνθος του)  
Γιαχνί  (τρόπος μαγειρέματος)
Γιλέκο (περιθωράκιον),
Γινάτι (πείσμα),
Γιουβέτσι  (είδος φαγητού, είδος πήλινου σκεύους)
Γιουχαΐζω  (εκδηλώνω έντονα την αποδοκιμασία μου).             
Γκάιντα (άσκαυλος),
Γκελ (αναπήδηση)
Γκέλα  (αποτυχημένη ζαριά).
Γκέμι (χαλινάρι),
Γλέντι (διασκέδαση),
Γούρι (τύχη),
Γριγρί (είδος αλιευτικού)
Γρουσούζης (κακότυχος),

Δερβένι (κλεισούρα),

Εργένης (άγαμος),
Ερίφης (πονηρός, ανόητος που κάνει τον έξυπνο).               

Ζαγάρι (κυνηγόσκυλο).
Ζαμάνια (μεγάλο χρονικό διάστημα),
Ζαρζαβάτι (λαχανικό),
Ζεμπίλι (είδος μεγάλου σάκου).
Ζόρι (δυσκολία),
Ζουμπάς (είδος εργαλείου,(μτφ.) άνθρωπος πολύ κοντός)
Ζουμπούλι (υάκινθος),
Καβγάς (φιλονικία),
Καβούκι (καύκαλο),
Καβουρντίζω (φρυγανίζω - ξεροψήνω),
Καζάνι (λέβητας),
Καΐκι (βάρκα),
Καϊμάκι (ο αφρός του καφέ).
Καλάι (κασσίτερος).
Καλέμι (γραφίδα),
Καλούπι (μήτρα - πρότυπο),
Κάλπικος (κίβδηλος),
Κάλφας (μαθητευόμενος βοηθός τεχνίτη) 
Κάμα (αιχμηρό δίκοπο μαχαίρι).
Καμουτσίκι (μαστίγιο).
Καμπούρα (το κύρτωμα της ράχης). 
Καντάρι (μονάδα βάρους, είδος ζυγαριάς).
Καπάκι (σκέπασμα- κάλυμμα),
Καπαμάς  (είδος φαγητού από αρνίσιο ή μοσχαρίσιο κρέας)
Καπλαμάς (λεπτό φύλλο ξύλου, που χρησιμοποιείται ως επένδυση)
Καραβάνα (σκεύος για το συσσίτιο των στρατιωτών).
Καραβάνι (ταξιδιώτες που ταξιδεύουν ομαδικά)
Καραγκιόζης (πρωταγωνιστής του θεάτρου σκιών).
Καρακόλι (αστυνομική περίπολος, στρατονόμος).
Καραμπογιά (μαύρη βαφή)
Καραούλι (φρουρά - σκοπιά),
Καρπούζι (υδροπέπων),
Κασέρι (είδος τυριού).
Κασμάς (αξίνα - σκαπάνη),
Κατιμάς (κρέας κατώτερης ποιότητας).
Κατσίκα (ερίφι - γίδα),
Καφάσι (κιβώτιο),
Καφενές  (χώρος συνάντησης και αναψυχής),           
Καφές (οι σπόροι του καφεόδεντρου)
Κελεπούρι (ανέλπιστο εύρημα),
Κεσάτι (αναδουλειά)
Κεσές (είδος μικρού στρογγυλού δοχείου)
Κέφι (ευδιαθεσία),
Κεφτές (είδος φαγητού από κιμά)                  
Κιλίμι (είδος χαλιού).
Κιμάς (ψιλοκομμένο κρέας),
Κιόσκι (περίπτερο),
Κιούπι (πιθάρι).
Κολάι (ευκολία - άνεση),
Κολαούζος (οδηγός),
Κολομπαράς (αρσενοκοίτης,παιδεραστής).
Κονάκι (κατοικία, κατάλυμα).
Κόπιτσα (πόρπη),
Κοτσάνι (μίσχος),
Κότσι (αστράγαλος),
Κουβαρντάς (γενναιόδωρος-ανοιχτοχέρης),
Κουβάς (κάδος - αγγείο),
Κουμπαράς (δοχείο χρημάτων),
Κουμπούρα (είδος πιστολιού, άνθρωπος αμόρφωτος),
Κουρμπέτι (πιάτσα)
Κουσούρι (ελάττωμα - μειονέκτημα),
Κουτούκι (μικρή λαϊκή ταβέρνα).
Λαγούμι (υπόνομος-οχετός),
Λαπάς (χυλός),
Λεβέντης (ανδρείος-ευσταλής),
Λεκές (κηλίδα),
Λελέκι (πελαργός),
Λούκι (υδροσωλήνας),
Λουκούμι (μικρό γλύκισμα από άμυλο και ζάχαρη),
Μαβής (βαθυγάλαζος, μενεξεδένιος).
Μαγιά (προζύμη - ζυθοζύμη),
Μαγκάλι (πύραυνο),
Μαγκούφης (έρημος),
Μαϊμού (πίθηκος, φτηνή απομίμηση).
Μαϊντανός (πετροσέλινο),
Μανάβης (οπωροπώλης),
Μαντέμι (χυτοσίδηρος).
Μαντζούνι (φάρμακο),
Μαούνα (φορτηγίδα),
Μαράζι (φθίση),
Μαραφέτι (μικρό εργαλείο),
Μαρκούτσι (μακρόστενο αντικείμενο, κυρίως εξάρτημα).
Μασιά (πυράγρα.)
Μασκαράς (άνθρωπος ανήθικος, απατεώνας, κακοήθης).
Μασούρι (μικρό ξύλο),
Μαστούρης (αυτός που βρίσκεται υπό την επήρεια ναρκωτικού). 
Μαστραπάς (κανάτα)                  
Μαχμουρλής (αγουροξυπνημένος).
Μέγγενη, μέγκενη (σφιγκτήρας)  
Μεζές (ορεκτικά),
Μελτέμι (άνεμος ετησίας),
Μενεξές (εύοσμο λουλούδι),
Μεντεσές (στρόφιγγα),
Μεράκι (πόθος),
Μερεμέτι (επισκευή - επιδιόρθωση),
Μετερίζι (προμαχώνας)
Μουσαμάς (κερωμένο - αδιάβροχο ύφασμα),
Μουρντάρης (άνθρωπος ακόλαστος).
Μουσακάς (είδος φαγητού).
Μουσαφίρης (φιλοξενούμενος-επισκέπτης),
Μπαγιάτικο (μη νωπό),
Μπαγλαρώνω (δένω - φυλακίζω),
Μπακάλης (παντοπώλης),
Μπακίρι (χαλκός, χάλκινο σκεύος).
Μπακούρι (εργένης).
Μπαλτάς (πελέκι),
Μπάμια (ιβίσκος ο εδώδιμος),
Μπαμπαλής (ο πολύ γέρος),
Μπαμπάς (πατέρας),
Μπαξές (περιβόλι-κήπος),
Μπαρούτι (πυρίτιδα),
Μπαρμπούτι (τυχερό παιχνίδι που παίζεται με ζάρια)
Μπασκίνας (αστυνομικός)
Μπατανία (είδος μάλλινης κουβέρτας).
Μπατζάκι (κνήμη- σκέλη),
Μπατζανάκης (σύγαμπρος - συννυφάδα),
Μπατίρισα (πτωχεύω - χρεοκοπώ),
Μπάτσος (αστυνομικός).
Μπαχαρικό (αρωματικό άρτυμα),
Μπεκιάρης (άγαμος)
Μπεκρής (μέθυσος),
Μπελάς (ενόχληση),
Μπεμπέκα (μωρό θηλυκού γένους).
Μπινές (κίναιδος - ασελγής),
Μπογιά (βαφή- χρώμα),
Μπογιατζής (ελαιοχρωματιστής),  
Μπόι (ανάστημα-  ύψος),
Μπόλικος (άφθονος),
Μπόρα (καταιγίδα),
Μπόσικος (χαλαρός, υποχωρητικός).
Μποστάνι (λαχανόκηπος),
Μπούζι (πάγος- ψύχρα),
Μπουλούκι (στίφος- άτακτο πλήθος),
Μπουλούκος (καλοθρεμμένος-παχουλός),
Μπουντρούμι (φυλακή),
Μπουρί (καπνοσωλήνας), 
Μπουρνούζι (είδος αραβικής χλαμύδας, είδος λουτρικού).
Μπούτι (μηρός),
Μπρίκι (είδος μικρού μεταλλικού σκεύους).
Μπούχτισμα (κορεσμός),
Νάζι  (κάμωμα - φιλαρέσκεια),
Νέφτι (τερεβινθέλαιο).
Νταβαντούρι (σύγχυση),
Νταβατζής (προστάτης, εκμεταλλευτής κοινών γυναικών).
Νταγλαράς (μαντράχαλος)
Νταής (άνθρωπος που παριστάνει τον παλληκαρά).
Ντάλα (ακριβώς)
Νταλίκα (μεγάλο όχημα ρυμουλκούμενο από φορτηγό).
Νταμάρι (φλέβα-λατομείο),
Νταντά (παραμάνα-τροφός),
Νταραβέρι (συναλλαγή- αγοραπωλησία),
Ντελάλης (διαλαλητής),
Ντερέκι (άνθρωπος πολύ ψηλός).
Ντερλικώνω  (τρώω λαίμαργα και πολύ).
Ντιβάνι (κρεβάτι),
Ντόρτια (δύο τεσσάρια στα ζάρια)
Ντουβάρι (τοίχος),
Ντουλάπι (ιματιοθήκη),   
Ντουμάνι (καταχνιά-καπνός),
Ντουντούκα (ο τηλεβόας)

Οκά  (παλαιά μονάδα βάρους)
Ουστ  (φύγε, ξεκουμπίσου)!.
Παζάρι  (αγορά- διαπραγμάτευση),
Παλάσκα, μπαλάσκα (φυσιγγιοθήκη)
Παντζάρι (κοκκινογούλι - τεύτλο),
Παντζούρι (εξωτερικό παραθυρόφυλλο).
Παπούτσι (υπόδημα),
Παραλής (πλούσιος, λεφτάς)
Παρτσακλό (άτομο με ανάρμοστη εμφάνιση ή συμπεριφορά).
Πατσαβούρα (κουρέλι που χρησιμοποιείται για καθάρισμα).
Πατσάς (στομάχι, κοιλιά και πόδια σφαγμένου ζώου).
Πελτές (πολτός ντομάτας)
Περβάζι (πλαίσιο θυρών),
Πετιμέζι, (πυκνόρρευστο σιρόπι από μούστο).
Πούλι (πεσσός σε παιχνίδια)
Πούσι (ομίχλη)
Πούστης (ομοφυλόφιλος, (υβριστικά) άνθρωπος ανέντιμος).

Ρακή (είδος οινοπνευματώδους ποτού).
Ράφι (οριζόντια σανίδα για τοποθέτηση αντικειμένων).
Ρεζίλι (γελοιοποίηση)
Ρεμάλι (άνθρωπος ανάξιος λόγου)
Ρούπι (το 1/8 του εμπορικού πήχη (περίπου 0,0825μ.).
Ρουσφέτι (χαριστική εξυπηρέτηση),
Σαγανάκι (μικρό τηγάνι)
Σαΐνι (ευφυής), 
Σακάτης (ανάπηρος),
Σαματάς (θόρυβος),
Σαράφης (ο αργυραμοιβός).
Σαστίζω  (προκαλώ σε κάποιον σύγχυση, συγχύζομαι).
Σελάχι (δερμάτινη ζώνη των φουστανελοφόρων),
Σεντούκι (κιβώτιο),
Σεργιάνι (περίπατος, βόλτα)
Σερμαγιά, σιρμαγιά (το αρχικό κεφάλαιο επιχείρησης).
Σερσέμης (ανόητος, βλάκας)
Σέρτικο (τσουχτερό, βαρύ),
Σεφτές (η πρώτη πώληση της ημέρας)
Σιμίτι (είδος κουλουριού).
Σιντριβάνι (πίδακας),
Σιρόπι (πυκνόρρευστο διάλυμα ζάχαρης),
Σοβάς (ασβεστοκονίαμα),
Σοι (καταγωγή- γένος),
Σοκάκι (δρόμος),
Σόμπα (θερμάστρα),
Σουγιάς (μαχαιράκι),
Σουλούπι (μορφή- σχήμα),
Στουπέτσι (ανθρακικός μόλυβδος)
Στράφι (χαμένα, μάταια, άδικα)
Ταβάνι  (οροφή),
Ταμπάκης  (βυρσοδέψης).
Ταμπούρι  (οχύρωμα, χαράκωμα, προμαχώνας).
Ταξίμι  (είδος μουσικού αυτοσχεδιασμού της λαϊκής ή δημοτικής μουσικής).
Ταπί  (χωρίς χρήματα),
Ταραμάς  (αυγοτάραχο),
Τασάκι  (σταχτοδοχείο),
Τάσι (μεταλλικό κύπελλο)
Ταχίνι (αλεσμένο σουσάμι),
Ταψί (μαγειρικό σκεύος),
Τέλι (λεπτό σύρμα, μεταλλική χορδή μουσικού οργάνου)
Τεμπέλης (οκνηρός- ακαμάτης),
Τενεκές (δοχείο),
Τέντζερης (κατσαρόλα). 
Τερτίπι (τέχνασμα- απάτη),
Τζάκι (παραγώνι),
Τζάμι (υαλοπίνακας- γυαλί),
Τζάμπα  (δωρεάν, άδικα, μάταια).
Τζατζίκι (είδος ορεκτικού από γιαούρτι, αγγούρι, σκόρδο κ.α)
Τσέπη (θυλάκιο),
Τόπι (σφαίρα),
Τουλούμι (ασκός),
Τουλούμπα (αντλία),
Τουρλού (είδος φαγητού, ανάκατα, λογής  λογής).
Τουρσί (λαχανικό που διατηρείται σε ξίδι ή άρμη).
Τουφέκι (φορητό πυροβόλο όπλο με μακριά κάννη)
Τράμπα (ανταλλαγή),
Τσάγαλο (το χλωρό αμύγδαλο).
Τσαγανό (η ζωτικότητα, το νεύρο, η δύναμη).
Τσακάλι (θώς),
Τσακίρης (γαλανομάτης),
Τσαμπουκάς (ζοριλίκι, μαγκιά, νταηλίκι). 
Τσάντα (δερμάτινη θήκη),
Τσαντίζω (πειράζω, ενοχλώ, εξοργίζω, εκνευρίζω κάποιον),
Τσαντίρι (σκηνή),
Τσαπαρί (είδος πετονιάς με πολλά αγκίστρια).
Τσαπατσούλης (ανοικοκύρευτος-άτσαλος),
Τσαρδάκι (καλύβα από κλαδιά, παράπηγμα, φτωχόσπιτο).
Τσάρκα (επιδρομή - περιπλάνηση),
Τσαρούχι (είδος ελαφρού, χαμηλού παπουτσιού με φούντα στη μύτη).
Τσαχπίνης (κατεργάρης-πονηρός),
Τσέπη (είδος θήκης για μικροαντικείμενα).
Τσιγκέλι (αρπάγη- σιδερένιο άγκιστρο),
Τσιγκούνης  ( φιλάργυρος, φειδωλός, τσιφούτης).
Τσιμπούκι (καπνοσύριγγα),
Τσιμπούσι (φαγοπότι)
Τσιράκι (ακόλουθος),
Τσίσα (ούρα),
Τσίτι (είδος φτηνού βαμβακερού υφάσματος).
Τσιφλίκι (μεγάλο αγρόκτημα).
Τσιφούτης( φιλάργυρος, τσιγκούνης ), 
Τσίφτης (άψογος - ικανός) (ίσως Αλβανική λέξη),
Τσογλάνι (παλιόπαιδο, αλήτης). 
Τσόλι (κουρέλι)  
Τσολιάς (εύζωνος).
Τσοπάνης (βοσκός),
Τσουβάλι (σακί),
Τσουλούφι (δέσμη μαλλιών),
Τσουράπι (κοντή μάλλινη κάλτσα, χειροποίητη, που φορούν οι χωρικοί).
Τσουτσέκι (ο μικροκαμωμένος, ο θρασύς) 
Τσόχα (είδος μονόχρωμου μάλλινου υφάσματος).
Φάκα (ποντικοπαγίδα).
Φαράσι (φτυάρι - σκουπιδολόγος),
Φαρσί (τέλεια- άπταιστα),
Φίλντισι (ελεφαντόδοντο).
Φιντάνι (νεαρό φυτό)
Φιρίκι (ποικιλία μήλου) 
Φισέκι (το φυσίγγιο)
Φιστίκι (πιστάκη),
Φλιτζάνι (κύπελλο),
Φουκαράς (κακομοίρης-άθλιος),
Φουντούκι (λεπτοκάρυο),
Φραντζόλα (ψωμί),
Φυτίλι (θρυαλλίδα),

Χαβαλές (ενοχλητικό βάρος, φασαρία).
Χαβάνι (είδος γουδιού από ορείχαλκο).
Χαβιάρι (διατηρημένα αβγά ψαριών, αβγοτάραχο)
Χαβούζα (δεξαμενή νερού),
Χάζι (ευχαρίστηση),
Χαζός (βλάκας)
Χαϊμαλί, χαμαϊλί, (φυλαχτό που κρέμεται από το λαιμό)  
Χαλαλίζω (συγχωρώ),
Χαλβάς (είδος ανατολίτικου γλυκού).
Χάλι (άθλιο),
Χαλί (τάπητας),
Χαλκάς (κρίκος),
Χαμάλης (αχθοφόρος),
Χαμπάρια (αγγελία - νέα), 
Χάπι (καταπότι),
Χαράτσι  (στην  Τουρκοκρατία, ο κεφαλικός φόρος που πλήρωναν οι μη μουσουλμάνοι, 
                (μτφ.) βαριά και άδικη φορολογία αναγκαστική εισφορά).             
Χαρμάνης (χασισοπότης),
Χαρτζιλίκι (μικρό χρηματικό ποσό),
Χασάπικο (κρεοπωλείο),
Χατίρι (χάρη),
Χαφιές (καταδότης),
Χουβαρντάς (άνθρωπος γενναιόδωρος)
Χουζούρεμα (ανάπαυση),
Χούι (ιδιοτροπία),
Χουνέρι (πάθημα - εξαπάτηση).

Πηγές:
http://www.epirusblog.gr
http://www.fimes.gr                                             
                                               

1 σχόλιο:

per_haps είπε...

Απλός καλοπροαίρετος σχολιασμός.
Αρκετές από τις λέξεις αυτές που "φαίνονται" τουρκικής προελεύσεως,
είναι στην πραγματικότητα αντιδάνεια, με ρίζες ελληνικότατες.
Συνεπώς μην θεωρείτε όλες αυτές τις λέξεις ως ...ξένες.
Καλή συνέχεια.