Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 30 Απριλίου 2026

Αθάνατος Καβάφης



100 χρόνια από τον θάνατό του


 

Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2014

ΠΟΙΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ

Δεν έχεις πολλά να πεις για τούτη τη νέα χρονιά. Οι ελπίδες, που συνήθως φέρνει ένας καινούριος χρόνος, παραμένουν κλειδαμπαρωμένες στο σεντούκι των προηγούμενων μνημονιακών χρόνων, φως στον ορίζοντα με την παρούσα κατάσταση δεν φαίνεται, τι μένει λοιπόν;
Ας «το ρίξουμε» στην ποίηση! Σκωπτική ή σοβαρή έρχεται από παλιά και σαρκάζει καταστάσεις, παρόμοιες με αυτές που ζούμε τώρα!
 Η ιστορία επαναλαμβάνεται τελικά. Το μόνο που μας μένει, είναι να μετρήσουμε ποιος είναι ο κύκλος της, έτσι για να μάθουμε ποια από τις επόμενες γενιές θα ανοίξει το σεντούκι της ελπίδας και οι ευχές της θα έχουν ένα νόημα!
Σε ότι με αφορά θα τολμήσω μιαν ευχή που πάντα έχει σημασία.
ΝΑ ΕΧΕΤΕ ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ ΙΣΧΥΡΗ ΜΝΗΜΗ ΜΕ ΤΟΝ ΝΕΟ ΧΡΟΝΟ!

ΑΗ ΒΑΣΙΛΗΣ
Αη Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία
με το ραβδί του το χλωρό και τον γνωστό τορβά του
κι ενώ το Κράτος βρίσκεται σε τέτοια φασαρία
εκείνος εξακολουθεί τον ίδιο τον χαβά του

Ούτε η πείνα δεν μπορεί για να τον εμποδίσει
κι αρχίζει το τραγούδι του με δυνατή φαγούρα
και θέλει σώνει και καλά να μας καλοκαρδίσει
αλλ’ όμως όπου κι αν διαβεί παντού τα βρίσκει σκούρα

Κανείς δεν έχει όρεξη ν’ ακούσει το σκοπό του
εφέτος όπου κι αν σταθεί και όπου κι αν περάσει
όλοι μ’ ελπίδες τον τορβά κοιτάζουν τον δικό του
και τον ρωτούν αν έφερε καρβέλια να μοιράσει

Αη Βασίλης έρχεται και πέφτουνε κανόνια
και μοναχά για μποναμά ευχές καθένας στέλλει
και θεωρείται ευτυχής σ’ αυτά τα στείρα χρόνια
αυτός, που παίρνει μποναμά μπαγιάτικο καρβέλι.

Αη βασίλης έρχεται και πάλι πεινασμένος
Εις την κοιλιά τους έμπλαστρα βάζουν πολλοί με κόλλα
κι είναι στ’ αλήθεια πιο πολύ απ’ όλους κερδισμένος
εκείνος που κατόρθωσε και τίναξε τα κώλα.
 Το πιο πάνω σατιρικό ποίημα που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Σκρίπ” την Πρωτοχρονιά του 1895 είναι γραμμένο από τον ιατρο-λογοτέχνη Σπυρ. Καζινιέρη (ή Καζινέρη) ο οποίος χρησιμοποιούσε το λογοτεχνικό ψευδώνυμο Β. Μανής.
  

Το κοριτσάκι με τα σπίρτα
Κική Δημουλά

Απόγευμα πρωτοχρονιάς
ψυχή στους δρόμους.
Μονάχα κάτι γκρίζο παλαιό
καινούργιου χρόνου.

Τρέμουν από το κρύο
τα σταυροδρόμια και οι γωνίες
σφίγγονται κολλάνε να ζεσταθούν
επάνω σε αλλότριας πατρίδας
πλανόδιους ανθοπώλες

μπουκέτα φασκιωμένα
με αγριωπό χαρτί
και η φτηνή ποιότητα
με τρύπες διανθισμένη γύρω γύρω
από αυτοδίδακτο ψαλίδι καμωμένες

όπως κι εμείς όταν παιδιά
για σχέδια πεινασμένα
σ’ εφημερίδα διπλωμένη ομοιόμορφα
μικρά τετραγωνάκια ψαλιδίζαμε
κι όπως ξεδιπλωνόταν το χαρτί
τι χαρούμενα τι αλλεπάλληλα, τι συμμετρικά
παραθυράκια διάπλατα μάς άνοιγε το μέλλον.

Απόγευμα πρωτοχρονιάς
ψυχή στους δρόμους
μόνο κλειστά μεγάλα γκρίζα παράθυρα
κι ένα φτωχό χιονόνερο που ζητιανεύει χιόνι.

Από τη συλλογή "Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως" (2007)

Πρωτοχρονιάτικο (Κ Βάρναλης)

Σαράντα σβέρκοι βωδινοὶ μὲ λαδωμένες μποῦκλες
σκεμπέδες, σταβροθόλωτοι κα
ὶ βρώμιες ποδαροῦκλες
ξετσίπωτοι,
ἀκαμάτηδες, τσιμπούρια καὶ κορέοι
ντυμένοι στ
ὰ μαλάματα κ᾿ ἐπίσημοι κι ὡραῖοι.
Σαράντα λύκοι μὲ προβιὰ (γι᾿ αὐτοὺς χτυπᾷ ἡ καμπάνα)
καθένας γουρουνόπουλο, καθένας νταμιτζάνα!
Κι
ἀπὲ ρεβάμενοι βαθιὰ ξαπλώσανε στὸ τζάκι,
κι
ἀβάσταγες ἐνιώσανε φαγοῦρες στὸ μπατζάκι.
Ὄξ᾿ ὁ κοσμάκης φώναζε: «Πεινᾶμε τέτοιες μέρες»
γερόντοι κα
ὶ γερόντισσες, παιδάκια καὶ μητέρες
κ
᾿ οἱ τῶν ἐπίγειων ἀγαθῶν σφιχτοὶ νοικοκυρέοι
ἀνοῖξαν τὰ παράθυρα καὶ κράξαν: «Εἶστε ἀθέοι».
 Το ποίημα του Κώστα Βάρναλη, με τίτλο «Πρωτοχρονιάτικο», μπορείτε να το βρείτε σε πολλά σημεία στο Διαδίκτυο, αλλά στα περισσότερα θα βρείτε τη μεταγενέστερη, συντομότερη μορφή του, αυτήν άλλωστε που ο ίδιος ο ποιητής συμπεριέλαβε στα Ποιητικά του, την έκδοση του 1956. 
Όμως, το ποίημα είχε και μια προηγούμενη μορφή, την εξής:



ΜΠΟΝΑΜΑΣ
Σαράντα σβέρκοι βοδινοί με λαδωμένες μπούκλες
σκεμπέδες σταβροθόλωτοι και βρώμιες ποδαρούκλες
ξετσίπωτοι ακαμάτηδες, τσιμπούρια και κορέοι
ντυμένοι στα μαλάματα κι επίσημοι κι ωραίοι.

Εξήντα λύκοι με προβιά (γι’ αυτούς βαράν καμπάνες)
φάγανε γουρουνόπουλα, στραγγίσαν νταμιτζάνες!
Κι απέ ρεβάμενοι βαθιά ξαπλώσανε στα τζάκια,
κι αβάσταγες ενιώσανε φαγούρες στα μπατζάκια.

Την προσευκή τους κάνανε τα πράματα ν’ αλλάξουν
να ξεπροβάλουν οι κυράδες του Δεκαημέρου
χωρίς καπίστρι και λουρί, πολλές μαζί… (φυλάξου
τα πισινά του μουλαριού τα μπρος του καλογέρου!)

Κι ο Σατανάς τούς άκουσε που πιο καλά τους ξέρει
κι έστειλε τον καθηγητή της ηθικής ξεφτέρι…

Όξω οι φτωχοί φωνάζανε: «Πεινάμε τέτοιες μέρες”
γερόντοι και γερόντισσες, παιδάκια και μητέρες.
Κι οι των επίγειων αγαθών σφιχτοί νοικοκυρέοι
ανοίξαν το παράθυρο κι είπανε: «Φταιν οι αθέοι».

ΓΕΡΒΑΣΙΟΣ Ο… ΘΕΟΕΜΒΑΙΚΤΗΣ
(Διά το γνήσιον Κ. ΒΑΡΝΑΛΗΣ)


Πρωτοχρονιάτικο (Δημήτρης Μανθόπουλος)

Βράδυ της Πρωτοχρονιάς.
Έξω κρύο και χιονιάς
και βοριάς σφυρίζει.
Στο τραπέζι το στρωτό,
τ' αναμμένο θυμιατό
ευωδιές σκορπίζει.

Μ΄αγωνία τα παιδιά
κι ανυπόμονη καρδιά,
κάποιον καρτερούμε.
Ασπρομάλλη, γελαστό,
μ' ένα σάκο γεμιστό,
που θα μοιραστούμε.

Το ρολόι μας γυρνά
κι ο βοριάς λυσσομανά.
Τι κακοκαιρία!
Θε μου, κάνε να βιαστεί
μην τυχόν κι αποκλειστεί
μες την Καισαρεία.


Πρωτοχρονιά (Κ. Καλλοναίου)

- Αρχιμηνιά! Καληχρονιά! Καλώς τον άρχοντά μας,
πόχει την τύχην αδερφή και την καρδιά του πλούτος!
- Βάνω το πόδι το δεξί κι όλα δεξά να πάνε!

- Σπάσε το ρόδι τ’ άλικο στη μαλλιαρή την πέτρα,
πιές απ’ τ’ αμίλητο νερό της κρυσταλλένιας βρύσης,
σκόρπα τα φύλλα της ελιάς, πες της καρδιάς τραγούδια!

- Ωσάν την πέτρα με ριζά η αγάπη να ριζώσει,
ξόρκι τ’ αμίλητο νερό ναν’ στο κακό το μάτι,
και σαν το ρόδι μ’ αγαθά το σπίτι να γιομίσει!

Ξημέρωμα Πρωτοχρονιάς (Ε. Νέγρη)

Το χιόνι πέφτει από ψηλά,
ξημέρωσε Πρωτοχρονιά,
και γέμισαν οι κλώνοι.

Ο Άη Βασίλης τη νυχτιά,
φέρνει τα δώρα στα παιδιά,
που τραγουδούν ακόμη.

Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά,
σε κάθε σπίτι και γωνιά,
για να χαρούνε όλοι.

Και με τη νέα τη χρονιά,
υγεία, αγάπη και χαρά,
να ‘ρθει στη χώρα όλη.

Πρωτοχρονιά (Γιάννη Ποταμιάνου)
29 Δεκέμβρη 2012,

Πρωτοχρονιά
Μεγάλος συνωστισμός
                       στους πάνω δρόμους
Έλκηθρα ανεβοκατεβαίνουν
                                        Φορτωμένα

Κι ο χιονιάς χαμογελαστός
                                 σαν Αι Βασίλης
Καίει ο βοριάς
            τα γυμνά χέρια των παιδιών

Τα μαυρισμένα
                          απ το κρύο δάχτυλα
χαϊδεύουν ένα νεογέννητο
                                           στη φάτνη
Το νεογέννητο χαμογελάει

Εγώ κλαίω γιατί βλέπω
                          τα πάθη να ‘ρχονται
Μια δεκαεξάχρονη μάνα κλαίει
                     τα βάσανα του κόσμου

Εγώ κλαίω τα δικά της βάσανα
Μέρες γιορτινές
               που η πίκρα διαστέλλεται,
όπως ο χρόνος του απελπισμένου

Ανεβοκατεβαίνουν τα έλκηθρα
           στους πάνω δρόμους
                                      γεμάτα δώρα
Κι όμως σε κάθε δρομολόγιο
                                        μας ξεχνάνε

Νύχτες στολισμένες
           που αναβοσβήνουν γιορτινά
Στους κάτω δρόμους
παιδικές καρδιές που περιμένουν
τα έλκηθρα που δεν έφτασαν ποτέ

 
28/12/20123
Πηγές:
http://icthis.net/


Δευτέρα 31 Οκτωβρίου 2011

Ο διαχρονικός Καβάφης

Μου το ανέφερε σαν ποίημα, λίγη ώρα πριν, ο φίλος μου ο Κυριάκος. Το διάβασα και έμεινα κατάπληκτος. Ένα ποίημα του Καβάφη, του 1928 παρακαλώ, με ρίμα, πράγμα σπανιότατο για τον ποιητή, και επίκαιρο όσο ποτέ! Περιγράφει την κατάσταση σε μια μεγάλη Ελληνική αποικία το 200 π.Χ και είναι σαν να περιγράφει τη σημερινή μας κατάσταση, με την τρόικα και όλα τα επακόλουθά της!
Αυτή είναι αλήθεια η δύναμη και η αξία της ποίησης. Μέσα σε λίγες γραμμές να «φανερώνει το αθέατο», μέσα σε λίγες λέξεις να «ευστοχεί» σε ότι αφορά στην αποκάλυψη της πραγματικότητας!
Το λόγο έχει ο ποιητής…



Εν μεγάλη Ελληνική αποικία, 200 π.Χ.

Ότι τα πράγματα δεν βαίνουν κατ' ευχήν στην Αποικία
δεν μέν' η ελαχίστη αμφιβολία,
και μ' όλο που οπωσούν τραβούμ' εμπρός,
ίσως, καθώς νομίζουν ουκ ολίγοι, να έφθασε ο καιρός
να φέρουμε Πολιτικό Αναμορφωτή.

Όμως το πρόσκομμα κ' η δυσκολία
είναι που κάμνουνε μια ιστορία
μεγάλη κάθε πράγμα οι Αναμορφωταί
αυτοί. (Ευτύχημα θα ήταν αν ποτέ
δεν τους χρειάζονταν κανείς). Για κάθε τι,
για το παραμικρό ρωτούνε κ' εξετάζουν,
κ' ευθύς στον νου τους ριζικές μεταρρυθμίσεις βάζουν,
με την απαίτησι να εκτελεσθούν άνευ αναβολής.

Έχουνε και μια κλίσι στες θυσίες.
Παραιτηθείτε από την κτήσιν σας εκείνη•
η κατοχή σας είν' επισφαλής:
η τέτοιες κτήσεις ακριβώς βλάπτουν τες Αποικίες.
Παραιτηθείτε από την πρόσοδον αυτή,
κι από την άλληνα την συναφή,
κι από την τρίτη τούτην: ως συνέπεια φυσική•
είναι μεν ουσιώδεις, αλλά τι να γίνει;
σας δημιουργούν μια επιβλαβή ευθύνη.

Κι όσο στον έλεγχό τους προχωρούνε,
βρίσκουν και βρίσκουν περιττά, και να παυθούν ζητούνε•
πράγματα που όμως δύσκολα τα καταργεί κανείς.

Κι όταν, με το καλό, τελειώσουνε την εργασία,
κι ορίσαντες και περικόψαντες το παν λεπτομερώς,
απέλθουν, παίρνοντας και την δικαία μισθοδοσία,
να δούμε τι απομένει πια, μετά
τόση δεινότητα χειρουργική.-

Ίσως δεν έφθασεν ακόμη ο καιρός.
Να μη βιαζόμεθα• είν' επικίνδυνον πράγμα η βία.
Τα πρόωρα μέτρα φέρνουν μεταμέλεια.
Έχει άτοπα πολλά, βεβαίως και δυστυχώς, η Αποικία.
Όμως υπάρχει τι το ανθρώπινον χωρίς ατέλεια;
Και τέλος πάντων, να, τραβούμ' εμπρός.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης

Παρασκευή 16 Σεπτεμβρίου 2011

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ και …επικαιρότητα

Ζούμε χαλεπούς καιρούς. Αλλοπρόσαλλες αποφάσεις των κυβερνώντων, άδικα μέτρα, σύγχυση και κομφούζιο, ξένοι «πασάδες» πάνω από τα κεφάλια μας, «Χατζηαβάτες» αιρετοί έτοιμοι να σκύψουν τη μέση, αυτοδιόριστοι «σωτήρες» του τόπου, κόσμος παθητικός, «ραγιάδες» που δεν αντιδρούν μα απλώς κλαψουρίζουν, ελπίζοντας ότι « γλύφοντας και με το κέρατό τους», κάπου θα χωθούν για να σωθούν, διέξοδος καμιά. Πυρήνες αντίστασης λίγοι, η ανάγκη για επιβίωση δεν αποτελεί δικαιολογία στην παθητικότητα.
Μένει η ποίηση, παρηγοριά κι ελπίδα, ανάγκη και διέξοδος.
Ο μέγιστος Καβάφης πάντα επίκαιρος. Ας θυμηθούμε κάποια από τα ποιήματά του και ας κάνει ο κάθε αναγνώστης τους «συσχετισμούς» του!




Περιμένοντας τους Βαρβάρους


- Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;
Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.
- Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μιά τέτοια απραξία;
Τι κάθοντ' οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;
- Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.
- Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη,
και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη
στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;
- Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί
τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε
για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί
τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.
- Γιατί οι δυό μας ύπατοι κ' οι πραίτορες εβγήκαν
σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες•
γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,
και δαχτυλίδια με λαμπρά γυαλιστερά σμαράγδια•
γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
μ' ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλισμένα;
Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα•
και τέτοια πράγματα θαμπώνουν τους βαρβάρους.
- Γιατί κ' οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα
να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;
Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα•
κι αυτοί βαριούντ' ευφράδειες και δημηγορίες.
- Γιατί ν' αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία
κ' η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που έγιναν).
Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ' οι πλατέες,
κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;
Γιατί ενύχτωσε κ' οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
Και μερικοί έφθασαν απ' τα σύνορα,
και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.
Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μιά κάποια λύσις.





Che fece... il gran rifiuto

Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μιά μέρα
που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Οχι
να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος τόχει
έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα
πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησί του.
Ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει. Αν ρωτιούνταν πάλι,
όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει
εκείνο τ' όχι -το σωστό- εις όλην την ζωή του.

Τα παράθυρα


Σ' αυτές τες σκοτεινές κάμαρες, που περνώ
μέρες βαρυές, επάνω κάτω τριγυρνώ
για νάβρω τα παράθυρα. - Οταν ανοίξει
ένα παράθυρο θάναι παρηγορία. -
Μα τα παράθυρα δεν βρίσκονται, ή δεν μπορώ
να τάβρω. Και καλλίτερα ίσως να μην τα βρω.
Ίσως το φως θάναι μια νέα τυραννία.
Ποιός ξέρει τι καινούργια πράγματα θα δείξει.


Η Σατραπεία


Τι συμφορά, ενώ είσαι καμωμένος
για τα ωραία και μεγάλα έργα
η άδικη αυτή σου η τύχη πάντα
ενθάρρυνσι κ' επιτυχία να σε αρνείται•
να σ' εμποδίζουν ευτελείς συνήθειες,
και μικροπρέπειες, κι αδιαφορίες.
Και τι φρικτή η μέρα που ενδίδεις
(η μέρα που αφέθηκες κ' ενδίδεις),
και φεύγεις οδοιπόρος για τα Σούσα,
και πιαίνεις στον μονάρχην Αρταξέρξη
που ευνοϊκά σε βάζει στην αυλή του,
και σε προσφέρει σατραπείες, και τέτοια.
Και συ τα δέχεσαι με απελπισία
αυτά τα πράγματα που δεν τα θέλεις.
Άλλα ζητεί η ψυχή σου, γι' άλλα κλαίει•
τον έπαινο του Δήμου και των Σοφιστών,
τα δύσκολα και τ' ανεκτίμητα Εύγε•
την Αγορά, το Θέατρο, και τους Στεφάνους.
Αυτά πού θα στα δώσει ο Αρταξέρξης,
αυτά πού θα τα βρείς στη σατραπεία•
και τι ζωή χωρίς αυτά θα κάμεις.

Τελειωμένα

Μέσα στον φόβο και στες υποψίες,
με ταραγμένο νου και τρομαγμένα μάτια,
λυώνουμε και σχεδιάζουμε το πως να κάμουμε
για ν' αποφύγουμε τον βέβαιο
τον κίνδυνο που έτσι φρικτά μας απειλεί.
Κι όμως λανθάνουμε, δεν είν' αυτός στον δρόμο•
ψεύτικα ήσαν τα μηνύματα
(ή δεν τ' ακούσαμε, ή δεν τα νοιώσαμε καλά).
Άλλη καταστροφή, που δεν την φανταζόμεθαν,
εξαφνική, ραγδαία πέφτει επάνω μας,
και ανέτοιμους - πού πιά καιρός - μας συνεπαίρνει.

Όσο μπορείς

Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.
Μην την εξευτελίζεις πιαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ' εκθέτοντάς την,
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινήν ανοησία,
ως που να γίνει σα μιά ξένη φορτική.





Όποιος Απέτυχε


Όποιος απέτυχε, όποιος ξεπέσει
τι δύσκολο να μάθη της πενίας
την νέα γλώσσα και τους νέους τρόπους.
Εις τ' άθλια ξένα σπίτια πώς θα πάη! -
με τι καρδιά θα περπατεί στον δρόμο
κι όταν στην πόρτα εμπρός βρεθεί που θάβρει
την δύναμι ν' αγγίξει το κουδούνι.
Για του ψωμιού την ποταπήν ανάγκη
και για την στέγη, πώς θα ευχαριστήση!
Πώς θ' αντικρύση ταις ματιαίς ταις κρύαις
που θα τον δείχνουνε που είναι βάρος!
Τα χείλη τα υπερήφανα πώς τώρα
θ' αρχίσουν να ομιλούνε ταπεινά•
και το υψηλό κεφάλι πώς θα σκύψη!
Τα λόγια πώς θ' ακούση που ξεσκίζουν
τ' αυτιά με κάθε λέξι - κ' εν τοσούτω
πρέπει να κάμνης σαν να μην τα νοιώθης
σαν νάσαι απλούς και δεν καταλαμβάνεις.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης

13/9/2011

Παρασκευή 28 Ιανουαρίου 2011

ΔΥΟ ΠΟΙΗΤΕΣ – ΔΥΟ ΠΟΛΕΙΣ

Δυο ποιητές (Λάσκος και Καρυωτάκης ), δυο πόλεις (Παρίσι και Πρέβεζα), δυο σπουδαία ποιήματα. Ο αέναος στόχος και το όνειρο στο πρώτο, η φρικτή απογοήτευση στο δεύτερο.
Ας ξεχαστούμε με ποίηση σήμερα χωρίς περιττά άλλα λόγια…

ΤΟ ΠΑΡΙΣΙ
Ορέστης Λάσκος




Ξέρω έναν κύριο παράξενο πολύ
που λόγια πάντ’ αλλόκοτα μιλεί
για το Παρίσι
στην συντροφιά μας όταν έρθει να καθίσει.

Λένε γι’ αυτόν
πως από τα μαθητικά του χρόνια είχεν ορίσει,
μοναδικό
μες στη ζωή του ιδανικό
να πάει στο Παρίσι.

Χρόνια και χρόνια τον μεθούσε
τ’ ονειρεμένο αυτό ταξίδι
που ποθούσε.

Παντού για κείνο συζητούσε•
μες στα όνειρά του αυτό θωρούσε•
τόσο, που ο πόθος του με τον καιρό
του ’γινε μες στην ύπαρξή του ένα στολίδι
λαμπρό.

Να πάει στο Παρίσι...

Για το ταξίδι αυτό τ’ ονειρευτό
σκότωνε φευγαλέες επιθυμίες
και έκανε αιματηρές οικονομίες
για να το πραγματοποιήσει.

Να πάει στο Παρίσι...



Και να,
που κάποια μέρα στα στερνά
το κατορθώνει.
Κι ένα πρωί μέσα στου τρένου ένα βαγόνι
για το Παρίσι μεθυσμένος ξεκινά.

– Μα,
μόλις αντίκρισε μακριά τον πύργο του Άιφελ
ν’ αχνοδιαγράφεται στο φόντο τ’ ουρανού,
φριχτή μια σκέψη εισόρμησε στην κάμαρα
του νου:
«Κι ύστερα; Κι ύστερα τι θα γινόταν;
Πώς θα μπορούσε πια να ζήσει
με δίχως τη λαχτάρα αυτή για το Παρίσι;»
Γιατί ένιωθε τώρα καλά πως όταν
σε λίγο στο Παρίσι θα βρισκόταν
μέσα σ’ ελάχιστο διάστημ’ ασφαλώς,
θα το βαριόταν.
Και τότε;

– Και τότε
πήρε μια τεράστια απόφαση
που ως τώρα δεν ευρέθηκε να του τη συγχωρήσει
κανείς.
Αντίς να προχωρήσει στο Παρίσι
κατέβηκε σ’ ένα προάστιο,
στο Σαιν Ντενίς.
Και το πρωί απ’ την ίδια οδό
ξανάρθε εδώ.

– Και τώρα, σαν και τότε προτού φύγει, πάλι,
με μια λαχτάρα σαν και πριν μεγάλη,
μιλάει και λέει παντού, πως έχει ορίσει
μοναδικό
μες στη ζωή του ιδανικό
ν α π ά ε ι σ τ ο Π α ρ ί σ ι.

ΠΡΕΒΕΖΑ
Κώστας Καρυωτάκης





Θάνατος είν' οι κάργες που χτυπιούνται
στους μαύρους τοίχους και στα κεραμίδια,
θάνατος οι γυναίκες που αγαπιούνται
καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια.
Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι
με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους,
ο ελαιώνας, γύρω η θάλασσα, κι ακόμη
ο ήλιος, θάνατος μέσα στους θανάτους.

Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει,
για να ζυγίσει, μιά «ελλιπή» μερίδα,
θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι
κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.

Βάσις, Φρουρά, Εξακονταρχία Πρεβέζης.
Την Κυριακή θ' ακούσουμε τη μπάντα.
Επήρα ένα βιβλιάριο Τραπέζης,
πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.

Περπατώντας αργά στην προκυμαία,
«υπάρχω;» λες, κι ύστερα: «δεν υπάρχεις!»
Φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία.
Ίσως έρχεται ο κύριος Νομάρχης.

Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους αυτούς,
ένας επέθαινε από αηδία...
Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,
θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.


25/1/2011

Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2009

ΑΡΜΙΔΑ - ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ




Ερμηνεία: Θάνος Μικρούτσικος
Στίχοι: Νίκος Καββαδίας
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
Πρώτη εκτέλεση: Γιάννης Κούτρας

Το πειρατικό του Captain Jimmy,
που μ' αυτό θα φύγετε και σεις,
είναι φορτωμένο με χασίς
κι έχει τα φανάρια του στην πρύμη.

Μήνες τώρα που 'χουμε κινήσει
και με τη βοήθεια του καιρού
όσο που να πάμε στο Περού
το φορτίο θα το έχουμε καπνίσει.

Πλέμε σε μια θάλασσα γιομάτη
με λογής παράξενα φυτά,
ένας γέρος ήλιος μας κοιτά
και μας κλείνει που και που το μάτι.

Μπουκαπόρτες άδειες σκοτεινές,
- που να ξοδευτήκαν τόννοι χίλιοι;
Μας προσμένουν πίπες αδειανές
και τελωνοφύλακες στο Τσίλι.

Ξεχασμένο τ' άστρο του Βορρά,
οι άγκυρες στο πέλαγο χαμένες.
Πάνω στις σκαλιέρες σε σειρά
δώδεκα σειρήνες κρεμασμένες.

Η πλώρια Γοργόνα μια βραδιά
πήδησε στον πόντο μεθυσμένη,
δίπλα της γλιστρούσαν συνοδιά
του Κολόμβου οι πέντε κολασμένοι.

Κι έπειτα στις ξέρες του Ανκορά
τσούρμο τ' άγριο κύμα να μας βγάλει
τέρατα βαμμένα πορφυρά
με φτερούγες γλάρων στο κεφάλι.



θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής
των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων,
και θα πεθάνω μια βραδιά σαν όλες τις βραδιές,
χωρίς να σχίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων.

Για το Μαδράς τη Σιγκαπούρ τ' Αλγέρι και το Σφαξ
θ' αναχωρούν σαν πάντοτε περήφανα τα πλοία,
κι εγώ σκυφτός σ' ένα γραφείο με χάρτες ναυτικούς,
θα κάνω αθροίσεις σε χοντρά λογιστικά βιβλία.

Θα πάψω πια για μακρινά ταξίδια να μιλώ,
οι φίλοι θα νομίζουνε πως τα 'χω πια ξεχάσει,
κι η μάνα μου χαρούμενη θα λέει σ' όποιον ρωτά:
"Ήταν μια λόξα νεανική, μα τώρα έχει περάσει"

Μα ο εαυτός μου μια βραδιά εμπρός μου θα υψωθεί
και λόγο ως ένας δικαστής στυγνός θα μου ζητήσει,
κι αυτό το ανάξιο χέρι μου που τρέμει θα οπλιστεί,
θα σημαδέψει κι άφοβα το φταίχτη θα χτυπήσει.

Κι εγώ που τόσο επόθησα μια μέρα να ταφώ
σε κάποια θάλασσα βαθειά στις μακρινές Ινδίες,
θα 'χω ένα θάνατο κοινό και θλιβερό πολύ
και μια κηδεία σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες


ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

Η ΛΙΠΟΤΑΞΙΑ ΤΗΣ ΧΙΟΝΑΤΗΣ

ΑΛΕΚΟΣ ΠΑΝΑΓΟΥΛΗΣ 2

ΠΑΛΗΣ ΞΕΚΙΝΗΜΑ ΑΛΕΚΟΣ ΠΑΝΑΓΟΥΛΗΣ

ΑΛΕΚΟΣ ΠΑΝΑΓΟΥΛΗΣ

Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2009

ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΤΣΑΡΟΣ: Η ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΥ




Αντισταθείτε

Κ. ΚΑΒΑΦΗΣ: Η ΠΟΛΙΣ (Απαγγελία Δ. ΧΟΡΝ)

ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΤΣΑΡΟΣ: ΤΟ ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ

Κ ΒΑΡΝΑΛΗΣ: ΟΙ ΜΟΙΡΑΙΟΙ

Η ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ ΔΙΑΒΑΖΕΙ ΚΑΒΑΦΗ 1

Η ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ ΔΙΑΒΑΖΕΙ ΚΑΒΑΦΗ 2

Η ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ ΔΙΑΒΑΖΕΙ ΚΑΒΑΦΗ 3

Η ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ ΔΙΑΒΑΖΕΙ ΚΑΒΑΦΗ

Κ ΚΑΒΑΦΗΣ - ΘΕΡΜΟΠΥΛΕΣ