Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2026

ΚΟΛΛΥΒΑ

Τα κόλλυβα, εναι συνδεδεμένα κυρίως με τα μνημόσυνα και κατά τη γνώμη μου αποτελούν το κατεξοχήν έθιμο που καταδεικνύει τον βαθιά ανθρωπιστικό χαρακτήρα του ιδιότυπου πολιτισμού μας. Λιγότερο για να κρατήσουμε ζωντανή τη θύμηση όσων έχουν φύγει και περισσότερο για να μην ξεχάσουμε το κομμάτι του εαυτού μας που πήραν μαζί τους κατά το μακρύ και χωρίς επιστροφή ταξίδι, φτιάχνουμε τα κόλλυβα τα οποία έχουν μια αρχαιότατη ιστορία είτε ως «μνήμη απόντων» είτε ως προστασία. απέναντι στο κακό.

Το όνομα προέρχεται από τη λέξη «κόλλυβος» . Ο κόλλυβος αρχικώς ήταν ο κόκκος του σιταριού που χρησίμευε ως μέτρο για το ζύγισμα του χρυσού, αργότερα σήμαινε αυτό το ίδιο μικρό κομμάτι βάρους χρυσού και στη συνέχεια η λέξη πολύ για να δηλώσει ένα μικρό νόμισμα, ισοδύναμο με το ¼ του Χάλκινου. νομίσματος. Για να το πούμε απλά : κόλλυβος κατέληξε να ονομάζεται το κέρμα και με την έννοια αυτή συναντάμε τη λέξη από τον Αριστοφάνη και πέρα. Όσοι άλλαζαν μεγάλα νομίσματα σε μικρά ονομάζονταν «κολλυβισταί» ή κερματισταί ενώ «κολλυβίζειν» ονομαζόταν το κέρδος από αυτή τη συναλλαγή.
Ο Πρόγονος των χριστιανικών κολλύβων είναι η αρχαιοελληνική «πανσπερμία» , ένα μείγμα από καρπούς όλων των ειδών που προσέφεραν την «Ημέρα των Χυτρών» , δηλαδή την τρίτη και μέρα της εορτής των Ανθεστηρίων η οποία ήταν κάτι ανάλογο με τη μέρα των νεκρών.
Ο λεξικογράφος Ησύχιος μας πληροφορεί για τα «τρωγάλια» , τις μικρές πίτες από σιτάρι που μοίραζαν κατά την τελετή, ένα έθιμο που πρέπει να βρει τις ρίζες του στη συνήθεια που είχαν κατά τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους να μοιράζονται μικρά νομίσματα μετά την κηδεία.

Η ελεημοσύνη των φτωχών όμως δεν ήταν το μόνο έθιμο που καταγράφεται από την εποχή αυτή. Διάφορα εκκλησιαστικά κείμενα μας πληροφορούν ότι στις εκκλησιές προσέφεραν κάνιστρα (καλάθια) με διάφορα τοπικά. Δεδομένου όμως ότι στην εκκλησία προσφέρεται μόνον σταφύλι και σιτάρι, οι περισσότεροι μελετητές πιστεύουν ότι οι προσφορές δεν ήταν τίποτε άλλο από τις «χίδρες» ( χίδραι) που μας περιγράφει και ο βυζαντινός λεξικογράφος Σουίδας .
Δεν είναι όμως μόνον τα κόλλυβα που λειτουργούν ως αλεκίξακο κατά τη λαϊκή μας παράδοση. Το ψωμί είναι η κατεξοχήν τροφή που πιστεύεται ότι προφυλάσσει από κάθε είδος κακό, κυρίως από τις ασθένειες και το μεγάλο σωματικό κάματο. Στη μοναδική μελέτη που έχει κάνει ο κ. . Ο Άγγελος Δευτεραίος για το ψωμί στα έθιμα των Ελλήνων, αναφέρει πάρα πολλά παραδείγματα όπου το ψωμί λειτουργεί ως φυλακή κυρίως για τις εγκύους, τις λεχώνες και τα νεογέννητα παιδιά.

Κατά έναν πολύ ενδιαφέροντα τρόπο, τα έθιμα για τη μαγική χρήση της τροφής (όπως την ονομάζει η Λαογραφία) διατηρούνται ακόμη σε μεγάλο βαθμό στις περιοχές της Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας όπου και ο εορτασμός του Δωδεκαημέρου και οι δοξασίες για τους Καλικάντζαρους είναι πιο διαδεδομένες.

Κατά την εκκλησία

Κατά τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, κόλλυβο είναι βρασμένο σιτάρι, το όποιο σιτάρι είναι σύμβολο του ανθρώπινου σώματος, επειδή το ανθρώπινο σώμα τρέφεται και αυξάνει με το σιτάρι.
Γι' αυτό άλλωστε και ό Κύριος παρομοίασε το θεουπόστατο Σώμα Του με το σπυρί του σιταριού, έτσι λέγοντας στο δωδέκατο κεφάλαιο του κατά Ιωάννη αγίου Ευαγγελίου: «το σπυρί του σιταριού εάν πέφτοντας στη γη δεν πεθαίνει, μένει μοναχό του (και όμως εάν δεν πολλαπλασιάζεται) πολύ καρπό φέρνει».
Είπε εξάλλου και ο μακάριος Παύλος στην προς Κορινθίους Α' επιστολή, κεφάλαιο 16: «εκείνο που εσύ σπέρνεις δεν ζωογονείται, εάν πρώτα δεν πεθαίνει» και τούτο, γιατί θάβεται στη γη το νεκρό σώμα και σαπίζει, όπως ακριβώς συμβαίνει και με το σπυρί του σιταριού.
Απ' αυτή, λοιπόν, η παρομοίωση πήρε την αφορμή ή την Εκκλησία του Χριστού και τελεί τα αποκαλούμενα κόλλυβα, τόσο αυτά που προσφέρονται στις εορτές των αγίων, όσο και αυτά που προσφέρονται στα μνημόσυνα των κεκοιμημένων εν Χριστώ αδελφών μας όπως λέγει ο Γαβριήλ ο (επίσκοπος) Φιλαδέλφειας στο Εγχειρίδιο.

Γιατί τρώμε κόλλυβα στα μνημόσυνα

Τα κόλλυβα αποτελούν ένα από τα πιο παλιά χριστιανικά έθιμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας που διατηρείται έως σήμερα και συνδέεται άμεσα με τους κεκοιμημένους. 

Σύμφωνα με την παράδοση, τα κόλλυβα καθιερώθηκαν να προσφέρονται στους ναούς από τον Άγιο Θεόδωρο Τήρων που είχε μοιράσει κόλλυβα στην περιοχή των Ευχαϊτών της Γαλατίας σε περίοδο λιμού.

Η Άλλη παράδοση αναφέρει πως ο Άγιος Θεόδωρος ο Τήρων πραγματοποίησε θαύμα επί του αυτοκράτορα Ιουλιανού. Συγκεκριμένα, ο αυτοκράτορας ήταν έτοιμος να αναγκάσει τους χριστιανούς να φάνε μόνο τροφές που προέρχονται από θυσίες, εξαφανίζοντας όλες τις άλλες τροφές. 

Τότε, εμφανίστηκε ο Άγιος Θεόδωρος ο Τήρων στον Πατριάρχη Ευδόξιο και του φανέρωσε το σχέδιο του αυτοκράτορα, δίνοντας ως λύση τροφής τα κόλλυβα. 

Με την μία ή την άλλη χριστιανική εκδοχή, τα κόλλυβα καθιερώθηκαν να προσφέρονται τόσο στα Ψυχοσάββατα όσο και στα μνημόσυνα σε όσους παρευρίσκονται εκεί και στη συνέχεια στα σπίτια συγγενών και φίλων.   

Γιατί τα υλικά από τα κόλλυβα πρέπει να είναι εννιά

Τα κόλλυβα αποτελούνται από 9 υλικά γιατί εννέα ήταν και οι τάξεις των αγγέλων. Το κάθε υλικό συνοδεύεται από τον δικό του συμβολισμό.

Ποια είναι τα υλικά στα κόλλυβα και τι συμβολίζουν

1. Σιτάρι : το κύριο συστατικό των κόλλυβων είναι το σιτάρι, το οποίο είναι κατά κανόνα βρασμένο και συμβολίζει τη γη και τους ανθρώπους που δεν είναι εν ζωή. 

2 . Ρόδι: το δεύτερο υλικό είναι το ρόδι και συμβολίζει τα ελέη και τη λαμπρότητα του Παραδείσου.

3. Ζάχαρη: το επόμενο συστατικό που περιλαμβάνεται στα κόλλυβα είναι η ζάχαρη και φανερώνει τη γλυκύτητα του Παραδείσου. 

4. Σταφίδες: οι σταφίδες είναι το τέταρτο υλικό που δείχνει την Άμπελο, δηλαδή τον Χριστό.

5. Μαϊντανός: ο μαϊντανός είναι ένα ακόμη υλικό που συμβολίζει την ανάπαυση «εν τόπω χλοερώ». 

6. Τριμμένη φρυγανιά ή σουσάμι : τα δύο αυτά υλικά δηλώνουν το χώμα.

7. Κανέλα: η κανέλα είναι ένα από τα βασικά υλικά που χρησιμοποιούνται στα κόλλυβα και υποδηλώνει την ευωδία και τα διάφορα αρώματα («…αρώμασι εν μνήματι κηδεύσας απέθετο…»).

8. Αμύγδαλα: τα αμύγδαλα συμβολίζουν την ευγονία και τη ζωή που διαιωνίζεται με τους απογόνους. 

9. Ασημένια και λευκά κουφέτα : το τελευταίο συστατικό είναι τα ασημένια και λευκά κουφέτα που συμβολίζουν τα αναλλοίωτα οστά μετά τη φθορά του σώματος


http://orthodox-answers.blogspot.gr

https:/el.wikipedia.org/w

https://www.monastiriaka.gr/blog/kolyva-o-symvolismos-ton-ylikon-kai-o-stolismos-tous

Παρασκευή 10 Απριλίου 2026

ΕΥΧΕΣ

                               ΧΑΡΟΥΜΕΝΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΜΕ ΥΓΕΙΑ ΣΕ ΟΛΕΣ ΚΑΙ ΟΛΟΥΣ




Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2025

ΕΥΧΕΣ



Χαρούμενα Χριστούγεννα. Χρόνια πολλά!

 

Παρασκευή 11 Οκτωβρίου 2024

Το έθιμο της βάπτισης




Τα έθιμα ακολουθούν, έστω και μ’ ένα συντηρητικότερο ρυθμό, τις κοινωνικές και πολιτιστικές αλλαγές κάθε τόπου. Κάποια παλιά έθιμα μπορεί να έχουν «σβήσει» ή να έχουν αναπροσαρμοστεί, αλλά η τάση του ανθρώπου να δημιουργεί νέα έθιμα χαρακτηρίζει σταθερά τη ζωή και τις κοινωνικές εκδηλώσεις του.

Ας δούμε μαζί κάποια έθιμα και παραδόσεις, που χαρακτήριζαν στο παρελθόν το θεσμό της βάπτισης στη χώρα μας. 

Βάπτισμα ονομάζεται ένα από τα επτά τελετουργικά μυστήρια των Χριστιανικών   εκκλησιών με χρήση νερού ως συμβόλου εξαγνισμού. Το νερό αποτελεί το βασικό στοιχείο του βαπτίσματος. Συμβολίζει την αγνότητα και είναι πηγή ζωής που εξυγιαίνει το παιδί και το προετοιμάζει για τη νέα του ζωή ως χριστιανού.
Η λέξη βάπτισμα προέρχεται από το ρήμα βάπτω / βαπτίζω που σημαίνει «βυθίζω συχνά ή έντονα, βουτάω, καταδύω».

Σύμφωνα με τον Ευαγγελιστή Ιωάννη «ἐὰν μή τις γεννηθῇ ἐξ ὕδατος καὶ Πνεύματος, οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ», ενώ είναι και Κυριακή αποστολική εντολή «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος»

 

Ιστορική Αναδρομή 

Ιουδαϊσμός και Παλαιά Διαθήκη

Αν και ο όρος «βάπτισμα» δε χρησιμοποιείται για την περιγραφή ιουδαϊκών ιεροτελεστιών, το τελετουργικό εξαγνισμού (ή Μικβά - τελετουργική εμβάπτιση) στην ιουδαϊκή παράδοση έχει κάποιες ομοιότητες με το χριστιανικό βάπτισμα. Στο Τανάκ και άλλα ιουδαϊκά κείμενα, η είσοδος, ή εμβάπτιση στο νερό, για τελετουργικό εξαγνισμό καθιερώθηκε για αποκατάσταση της τελετουργικής αγνότητας σε ιδιαίτερες περιπτώσεις. 

Καινή Διαθήκη

Στην Καινή Διαθήκη η βάπτιση πρώτη φορά εμφανίζεται από τον Ιωάννη τον Πρόδρομο. Αυτή τη βάπτιση την είχαν λάβει οι μαθητές και Απόστολοι του Χριστού αλλά και ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός. Το τελετουργικό ήταν ιδιαίτερα απλό, αφού σε τρεχούμενο ύδωρ (νερό), ο Ιωάννης ο Πρόδρομος βάπτιζε τους πιστούς και τους καλούσε σε μετάνοια. Το βάπτισμα αυτό υπήρξε πρόδρομος του βαπτίσματος της εκκλησίας, αλλά είχε διαφορετικό περιεχόμενο και έννοια σε σχέση με το θεσμοθετημένο βάπτισμα της νεοσύστατης εκκλησίας. Ο σκοπός ήταν η προετοιμασία για τον ερχομό του Μεσσία και η μετάνοια των πιστών Ιουδαίων.

Η διαμόρφωση του βαπτίσματος

Κατά τους αποστολικούς χρόνους μια σύντομη ομολογία της πίστεως αρκούσε για την παροχή βαπτίσματος σε αυτούς που πίστευαν στο μήνυμα των αποστόλων ή των ευαγγελιστών, χωρίς ιδιαίτερη προγενέστερη κατήχηση ή ειδική προετοιμασία.

Στους αρχικούς χρόνους τα κηρύγματα γίνονταν δημόσια ενώπιον πλήθος κόσμου ή και κατ΄ ιδίαν. Μάλιστα αυτή είναι και η βασική αποστολή των χριστιανών, νεοφώτιστων ή και παλαιών, η οποία πηγάζει από τον ίδιο τον Ιησού.

Κατά τους μεταποστολικούς χρόνους όμως, προηγείτο του βαπτίσματος μια σύντομη κατήχηση με τις θεμελιώδεις αρχές της πίστεως. Το βάπτισμα τελείτο με κατάδυση στο νερό όπως γίνεται φανερό και από τη γραμματεία της εποχής.. Επίσκοπος τελούσε το βάπτισμα, ενώ από τον Τερτυλλιανό μαθαίνουμε πως και οι πρεσβύτεροι και οι διάκονοι ακόμα και οι λαϊκοί κάτω από προϋποθέσεις ήταν δυνατόν να βαφτίσουν νέα μέλη της χριστιανικής εκκλησίας.

Πιθανώς η κατήχηση δεν ήταν ιδιαίτερα εκτενής, δηλαδή αποτελούνταν από την εκμάθηση της Κυριακής προσευχής και τη διδασκαλία της εν Χριστώ σωτηρίας. Για τη διδασκαλία της εν Χριστώ σωτηρίας μαθαίνουμε από τον Βαρνάβα ότι περιείχε στοιχεία και προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης, ηθική κατήχηση και τη διδασκαλία περί των δύο οδών. Επίσης προετοιμαζόταν για το τελετουργικό του μυστηρίου. Με το πέρας της διδασκαλίας και κατά την ετοιμασία του βαπτίσματος επιβαλλόταν διήμερος νηστεία και ομολογία πίστεως.

Το βάπτισμα αρχικά γινόταν σε ανοιχτούς φυσικούς χώρους με τρεχούμενο νερό όπως οι λίμνες και τα ποτάμια ή άλλους ειδικούς χώρους, τα λεγόμενα βαπτιστήρια. Με το πέρασμα του χρόνου η τελετή λάβαινε χώρα στους ναούς. Ο Ιουστίνος αναφέρει στο βάπτισμα ευχές για καθαγιασμό του νερού και εξορκιστικές ευχές, ενώ προς αυτή την κατεύθυνση θα πρέπει να ερμηνευτεί και η νηστεία προ του βαπτίσματος.

Η προοδευτική ανάπτυξη της διδασκαλίας της εκκλησίας επέφερε αλλαγές και στην κατήχηση των βαπτιζομένων. Η κατήχηση αυξήθηκε, ενώ στην ανατολή δημιουργήθηκαν δύο σώματα. Το σώμα των «ακροώμενων» και των «φωτιζομένων». Επίσης επετράπη η παρακολούθηση του διδακτικού μέρους της λειτουργίας, όχι όμως και του μυστηριακού. Η αρχική ομολογία των πρώτων αιώνων ήταν απλή, εν συνεχεία έγινε πιο σύνθετη λόγω των αιρετικών ομάδων. Ένα τέτοιο βαπτιστήριο σύμβολο ομολογίας διατηρήθηκε από ένα απόκρυφο κείμενο που χρακτηριζόταν ως Επιστολή Αποστόλων και συντάχθηκε κατά το 160 με 170 σε αιθιοπική γραφή. 



Ως χρόνος τελέσεως του βαπτίσματος καθορίστηκε στη Δύση την προηγούμενη νύχτα των εορτών του Πάσχα και της Πεντηκοστής, ενώ στην Ανατολή με τις ίδιες εορτές και αργότερα με την προσθήκη της εορτής των Επιφανείων. Στη Δύση οι βαπτισθέντες επί 8 ημέρες έφεραν λευκό χιτώνιο και για αυτό το λόγο το Σάββατο του Θωμά αποκλήθηκε «Sabbatum in albis», ενώ στην ανατολή «Διακαινίσιμος». Οι μοντανιστές μάλιστα έδιναν κατά τη βάπτιση μέλι και γάλα. Με το βάπτισμα συνδέθηκε τόσο η Θεία Ευχαριστία όσο και το χρίσμα.

Σε ό,τι αφορά την τελετουργία, οι κατηχούμενοι που διέτρεχαν κίνδυνο να πεθάνουν, βαπτίζονταν επειγόντως διά ραντισμού, αν όμως τελικώς επιζούσαν τότε έπρεπε το βάπτισμα να συμπληρωθεί ειδάλλως θεωρείτο άκυρο, όπως αποφάσισε σχετικά η σύνοδος της Νεοκαισάρειας. Επίσης αν πέθαινε ο κατηχούμενος απαγορευόταν η βάπτισή του, κάτι που είχαν στο τυπικό τους οι Μαρκιωνίτες. Οι εμφανίσεις αιρέσεων και θεολογικών ομάδων στο προσκήνιο ιδίως τον τρίτο αιώνα προκάλεσε εντάσεις στο εσωτερικό της εκκλησίας που διαμόρφωσαν περαιτέρω το τυπικό της εκκλησίας πάνω στο μυστήριο. Αυτά προέκυψαν από το ζήτημα της κύρωσης του βαπτίσματος των μετανοούντων στους κόλπους της εκκλησίας. Αρκετές σύνοδοι ασχολήθηκαν με το ζήτημα και επικράτησε η άποψη πως έγκυρο βάπτισμα θεωρείται το βάπτισμα στο όνομα της Αγίας Τριάδας.

 

Νηπιοβαπτισμός και θέσπιση του βαφτίσματος διά νόμου

Ένα άλλο σημαντικό ζήτημα που προκάλεσε διχογνωμία κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες ήταν ο νηπιοβαπτισμός. Ο Ειρηναίος περί το 185 αναφέρεται ασαφώς για πρώτη φορά στο ζήτημα αυτό. Ο Τερτυλλιανός αποδοκίμαζε την πρακτική του βαπτίσματος νηπίων και προάσπισε την άποψη ότι θα έπρεπε να ενηλικιωθούν πρώτα: «Fiant Christiani cum Christum nosse potuerint», δηλαδή «ας γίνονται Χριστιανοί [δηλ. να βαφτίζονται] τα παιδιά όταν είναι πλέον σε θέση να γνωρίσουν τον Χριστό». Αντιθέτως ο Κυπριανός, ο οποίος είχε την άποψη ότι «όλες οι αμαρτίες εξαλείφονται με το βάπτισμα», θεωρούσε και τα νήπια ανεξαιρέτως θα έπρεπε να βαφτίζονται ενώ ο Ωριγένης θεωρούσε το νηπιοβαπτισμό αποστολική παράδοση. Από τον 3ο αιώνα η εκκλησία άρχισε να καθιερώνει το νηπιοβαπτισμό. Εντούτοις, δεν υπάρχουν σαφή στοιχεία υπέρ του νηπιοβαπτισμού πριν από τον 3ο αιώνα, ενώ είναι προφανές ότι όλες οι αρχαίες βαπτιστήριες λειτουργίες αφορούσαν το βάπτισμα ενηλίκων.

Ως τον 6ο αιώνα το αργότερο, καθιερώθηκε ευρύτερα το βάπτισμα νηπίων, καθώς και η υποχρέωση ότι το νήπιο θα ακολουθούσε την πίστη.

Το έθιμο του νηπιοβαπτισμού σύντομα μετά τη γέννηση του νηπίου διαδόθηκε ευρύτερα κατά τον 10ο και 11ο αιώνα και έγινε γενικότερα αποδεκτό κατά τον 13ο αιώνα.

Ο υποχρεωτικός βαπτισμός —νηπίων και ενηλίκων— αλλά και ο εξαναγκασμός ειδωλολατρικών και έτερων χριστιανικών ομάδων ώστε να εκχριστιανιστούν μέσω βαφτίσματος μαρτυρείται ήδη από τον 6ο αιώνα στον Ιουστινιανό Κώδικα που εκδόθηκε από τον Ιουστινιανό Α', όπου ορίζονταν διά νόμου ότι «όλα τα μικρά παιδιά πρέπει να δέχονται το σωτήριο βάπτισμα αμέσως και χωρίς καμία αναβολή» . Παρά τη νομοθεσία αυτή όμως, στην Ορθόδοξη Εκκλησία, οι Ιεροί Κανόνες αποκλείουν τη βάπτιση νηπίων αν αυτά δεν είναι παιδιά χριστιανών γονέων, ενώ η Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδος έδωσε Οικουμενικό κύρος στον 113ο κανόνα της Συνόδου της Καρθαγένης στον οποίο προβλέπεται ότι "ο καθείς να αναδέχεται τον χριστιανισμόν με θεληματικήν και ελευθέραν προαίρεσιν".


 

Η Θεολογία του Βαπτίσματος 

Ορθόδοξη εκκλησία

Για την Ορθόδοξη Εκκλησία το βάπτισμα αποτελεί ένα από τα επτά της μυστήρια. Σύμφωνα μάλιστα με το υπόμνημα της Μεγάλης Παρασκευής, το βάπτισμα όπως και η Θεία Ευχαριστία εξέρευσαν εκ της τρωθείσης πλευράς του Ιησού Χριστού. Κατά τον Απόστολο Παύλο δόθηκε από τον Κύριο να λυτρωθεί ο άνθρωπος από το προπατορικό αμάρτημα και από τις προσωπικές αμαρτίες. Η τρίτη κατάδυση στην ορθόδοξη θεολογία συμβολίζει την τριήμερο ταφή και ανάσταση του Χριστού. Έτσι πέρα από μια τελετουργική υποδοχή των πιστών στο σώμα της εκκλησίας, πέρα από τη λήψη της δωρεάς του Αγίου Πνεύματος, αποτελεί συμμετοχή στον θάνατο και την Ανάσταση του Ιησού Χριστού. Ο κάθε νεοφώτιστος με τη βάπτιση αποθέτει τον Παλαιόν άνθρωπον και εξέρχεται από το μυστήριο αναγεννημένος ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ σύμφωνα με τα λεγόμενα του Ευαγγελιστή Ιωάννη.

Σύμφωνα με την ορθόδοξη παράδοση ο νεοφώτιστος πρέπει να καταδύεται πλήρως στο ύδωρ (τριττή κατάδυση), ενώ η δι' επιχύσεως ή ραντίσματος βάπτιση αποτελεί κακοδοξία. Το μυστήριο αυτό τελείται στις 8 ή στις 40 ημέρες από τη γέννηση, ενώ υπάρχουν και ομολογίες οι οποίες δέχονται τη βάπτιση μόνο μετά την ενηλικίωση. Η βάπτιση εικονίζει την έκχυση του Αγίου Πνεύματος στο βαπτιζόμενο άτομο.

Μετά τη βάπτιση, η αμαρτητική επιθυμία και ορμή εξακολουθούν να παραμένουν στο βαπτισθέντα, χωρίς όμως να καταλογίζονται σαν αμαρτία στη φύση πού ελευθερώθηκε από το προπατορικό αμάρτημα. Η μετά το βάπτισμα παρουσία της αμαρτητικής ορμής αποτελεί μέσο της θείας παιδαγωγίας κατά την ορθοδοξία, αποτελούσα κίνητρο αγώνων του αναγεννημένου κατά των παθών και της αμαρτίας και μέσο ηθικής και πνευματικής εμπεδώσεως και τελειώσεως. Προς την ίδια κατεύθυνση κινείται και η λογική του νηπιοβαπτισμού, που εισήχθη από τους πρώτους αιώνες στην πράξη της Εκκλησίας. Εισήχθη για ν' αντιμετωπίσει την ανάγκη στη ζωή του πληρώματος της Εκκλησίας, το ενδεχόμενο να πεθάνει κάποιος σε πρώιμη ηλικία αβάπτιστος, οπότε αδυνατεί να εισέλθει στη Βασιλεία των ουρανών. Τα νήπια μπορεί να μην έχουν τη δυνατότητα να πιστέψουν, αυτό όμως δεν αποτελεί για την ορθόδοξη εκκλησία λόγο, ώστε να μη μπορούν να δεχθούν τη βαπτισματική χάρη. Είναι βασικό αξίωμα στη θεολογία της ορθοδόξου παραδόσεως, ότι η θεία χάρη ενεργεί λυτρωτικά, εκεί όπου δεν υπάρχει η αμαρτία, η οποία είναι ο μόνος παράγων πού αναστέλλει και ματαιώνει τη λυτρωτική της ενέργεια. Στα νήπια το στοιχείο της προσωπικής αμαρτίας απουσιάζει και συνεπώς ή θεία χάρη μπορεί να επιδράσει ευεργετικά, καταλύοντας από τη φύση τους το σώμα του προπατορικού αμαρτήματος.

Ο Ιησού Χριστός Βαπτίστηκε στον Ιορδάνη ποταμό. Σήμερα τα μωρά βαπτίζονται στη κολυμπήθρα στην εκκλησία. 

Η διαδικασία της βάπτισης

Σημαντικός στη βάπτιση είναι ο ρόλος του *αναδόχου*, ο οποίος «κρεμά», όπως έλεγαν στην Κρήτη, «το παιδί στο λαιμό του», αναλαμβάνει δηλαδή, μαζί με τους γονείς του παιδιού, το καθήκον της χριστιανικής ανατροφής του.

Το μωρό το υποδέχεται στην είσοδο της εκκλησίας ο νονός και η νονά του. Το παίρνουν αγκαλιά και λάμπουν από χαρά είναι ευλογία και τιμή να γίνεσαι νονός και νονά και εκείνοι νιώθουν την ευθύνη. Μετά μπαίνουν όλοι στο Ναό κοντά στη πόρτα στέκονται ο νονός με τη νονά με το μωρό και ο Ιερέας διαβάζει ευχές. Ο ανάδοχος αποκηρύσσει το σατανά στραμμένος προς τη δύση, που συμβολίζει το βασίλειο του σκότους, ενώ απαγγέλλει το σύμβολο της Πίστεως στραμμένος προς την ανατολή, που συμβολίζει το Χριστό, ο οποίος είναι το αληθινό φως

Αμέσως πηγαίνουν όλοι στη μέση του ναού γύρω από τη κολυμπήθρα. Κάθε κίνηση έχει τη σημασία της το Βάπτισμα είναι ιερό μυστήριο. Ο παπάς ευλογεί το νερό κάνοντας το σημείο του σταυρού τρείς φορές. Ευλογεί και το λάδι. Αλείφει το γυμνό μωρό στο στήθος, στα χέρια και στα πόδια. Ύστερα δίνει λάδι στον νονό και στη νονά να το αλείψουν το σώμα του μωρού. Στη συνέχεια ο παπάς το σηκώνει ψηλά και το βουτά στο νερό τρεις φορές βουτά το μωρό στο αγιασμένο νερό της κολυμπήθρας και λέει: Βαπτίζεται ο/η δούλος/η του θεού και αναφέρει το όνομα του μωρού εις το όνομα του Πατρός του Υιού και του Αγίου Πνεύματος Αμήν. Ύστερα το παίρνουν στην αγκαλιά τους ο νονός και η νονά του πάνω σε ένα λευκό σεντονάκι. 


Υποχρεώσεις νονού - νονάς
Οι υποχρεώσεις του νονού ξεκινούσαν πριν τη βάπτιση. Σύμφωνα με την παράδοση, ο νονός έπρεπε να δώσει το λάδι στον ιερέα που θα τελούσε το μυστήριο τρεις ημέρες πριν τη βάπτιση, για να το ευλογήσει. Ο νονός ήταν εκείνος που όφειλε να αγοράσει τα απαραίτητα για τη βάπτιση: τη λαμπάδα, δύο μικρές πετσέτες και μια μεγάλη, ένα μπουκάλι ελαιόλαδο, σαπούνι, λαδόπανα, τα ρούχα και τα παπούτσια του μωρού και φυσικά τον σταυρό του. Ωστόσο, οι υποχρεώσεις του νονού δεν τελείωναν με το τέλος του μυστηρίου. Αρχικά, η παράδοση ήθελε το νονό να συνοδεύει το μωρό στην εκκλησία τις τρεις πρώτες Κυριακές μετά τη βάπτιση. Επίσης, τρεις ημέρες μετά το μυστήριο ο νονός έπρεπε να κάνει το πρώτο μπάνιο του μωρού στο σπίτι. Επιπλέον, εκείνος φρόντιζε για τη λαμπάδα και το δώρο του Πάσχα, για τα δώρα των Χριστουγέννων, των γενεθλίων και της ονομαστικής εορτής του παιδιού.

Κατά την Ορθόδοξη Εκκλησία, ο νονός, που θεωρείται ο πνευματικός πατέρας του παιδιού, δεν επιτρέπεται να βαφτίσει παιδιά διαφορετικού φύλου. Ταυτόχρονα, η εκκλησία μας απαγορεύει την τέλεση γάμου σε ένα ζευγάρι, το οποίο είχε τον ίδιο νονό 

Η κολυμβήθρα

Tόπος κολύμβησης κατά την αρχαιότητα και σκεύος βαπτίσεως στην εκκλησιαστική γλώσσα. Τον 3ο αι. μ.Χ οι κολυμβήθρα ήταν ένα ειδικό οικοδόμημα στο μπροστινό μέρος του ναού. Η σημερινή μορφή της κυριάρχησε μετά την επικράτηση του νηπιοβαπτισμού. Θεωρείται ως μητέρα της υιοθεσίας, πνευματική μητέρα, κολυμβήθρα της Τριάδος

Το λάδι

Κατά τη διάρκεια του βαπτίσματος ο νονός βάζει λαδάκι στο σώμα του παιδιού.
Το λάδι συμβολίζει τη χάρη του Θεού και έχει αγιαστεί, για να είναι σύμβολο αγώνα και θεραπείας, που θα απελευθερώσει κάθε αμαρτία μέσω του βαπτίσματος.

Το λάδι, που συγκρατεί και μεταφέρει τη φώτιση στο βαπτιζόμενο, είναι και το βασικό υλικό για την παρασκευή του Άγιου Μύρου, με το οποίο ο ιερέας χρίζει το νεοφώτιστο, για να του μεταδώσει τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Η βαθύτερη σημασία της άλειψης με λάδι κατά τη στιγμή της βάπτισης, είναι να τονιστεί η έννοια του αγώνα του βαπτιζόμενου μετά το βάπτισμα. Επιπλέον, σημαίνει το έλεος και τη χάρη του Θεού, καθώς και τη δύναμη που λαμβάνει ο νεοφώτιστος ενόψει των πνευματικών αγώνων για την τελείωσή του. Η επάλειψη ολόκληρου του σώματος συμβολίζει την ανάπλαση και την αναδημιουργία του ανθρώπου μέσω του βαπτίσματος. 

Το μύρο

Ο νεοφώτιστος αλείφεται σταυροειδώς με το άγιο μύρο σε διάφορα σημεία του σώματός του δηλώνοντας πως, όπως ο Χριστός χρίστηκε με το Άγιο Πνεύμα,
έτσι και το παιδί χρίζεται με την πνευματικότητα και την καθαρότητα του πνεύματος.

Απαρχή αυτού του Μυστηρίου αποτελεί η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος "εν είδει περιστεράς" την ώρα της Βάπτισης του Χριστού. Ο Χριστός δε χρίστηκε με μύρο ή με λάδι, αλλά με το νοητό μύρο του Πνεύματος. Γι' αυτό υπάρχει στην Εκκλησία η ιερή συνήθεια να τελείται το μυστήριο του Χρίσματος, με το οποίο ο νεοφώτιστος λαμβάνει τη «σφραγίδα της δωρεάς του Αγίου Πνεύματος»  και γίνεται «κεχρισμένος»,

Η λαμπάδα

Αποτελεί σύμβολο φωτισμού του Χριστού που δέχεται το μωρό, για να το καθοδηγεί στη ζωή του.
Είναι η λαμπάδα της πίστης στη χριστιανική αλήθεια, για να δίνει η ζωή του φως στους γύρω του.

Ο σταυρός

Ο βαπτιστικός σταυρός είναι το σύμβολο και η σφραγίδα της χριστιανικής πίστης και της σταυραναστάσιμης ένταξής μας στο σώμα του Χριστού και
στη χριστιανική ζωή.

Η τριχοκουρία

Το κόψιμο των μαλλιών είναι ένα είδος προσφοράς του νεοφώτιστου προς το Θεό,δηλώνοντας με αυτόν τον τρόπο ότι εφεξής ανήκει στο Θεό και είναι αφιερωμένος σ' αυτόν.

Θεία Κοινωνία
Παλαιότερα, ο νονός ή η νονά συνόδευαν τους γονείς και το νεοφώτιστο στην εκκλησία, όπου το μωρό ντυμένο με τα βαπτιστικά του κοινωνούσε τρεις συνεχόμενες Κυριακές μετά τη Βάπτιση. Οι γονείς έφερναν μαζί και τη λαμπάδα του παιδιού, την οποία κάθε φορά άναβαν για όση ώρα βρίσκονταν στην εκκλησία. Την τρίτη φορά έβγαζαν το στολισμό από το κερί, γιατί έπρεπε να αφήσουν τη λαμπάδα στην εκκλησία.
 

Λευκά ρούχα
Ο νονός σύμφωνα με την παράδοση της Εκκλησίας αγόραζε λευκά ενδύματα για το μωρό που θα βάπτιζε. Τα λευκά ρούχα, που ονομάζονταν και «εμφώτεια» ή «φωτίκια», συμβόλιζαν τη λαμπρότητα της ψυχής, τον εσωτερικό φωτισμό, το φως και το κάλλος του Χριστού, που ενδύθηκε ο νεοφώτιστος. Το λευκό συμβόλιζε επίσης την καθαρότητα και τη φωτεινότητα της ψυχής του βαπτισθέντος. Λευκά ήταν άλλωστε τα ιμάτια των αγίων της εκκλησίας, αλλά και τα ενδύματα του Χριστού κατά τη σταύρωση και ανάληψή του.

Με τα λευκά ρούχα της βάπτισης ο νεοφώτιστος ενδύεται τα ρούχα των αποστόλων και του Ιησού Χριστού και εντάσσεται στην κοινωνία των αγίων.  

Ο Ιερός χορός

O κύκλος που γίνεται τρεις φορές γύρω από την κολυμβήθρα είναι η παλαιά πομπή και είσοδος των νεοφωτίστων από το βαπτιστήριο στο κυρίως ναό για την έναρξη της Θείας Λειτουργίας. Ο αριθμός τρία δηλώνει την Αγία Τριάδα

Μαρτυρικά
Σε πολλά μέρη όταν τελείωνε η τελετή της βάφτισης, ο νονός στην αυλή της εκκλησίας γέμιζε τις χούφτες του με νομίσματα και τα σκόρπιζε στον αέρα, για να τα πάρουν τα συγκεντρωμένα παιδιά. Αν το νεοφώτιστο είχε μεγαλύτερα αδέρφια, τους έδινε το δικό τους νόμισμα στο χέρι. Η κίνηση αυτή γινόταν για τη «μαρτυρία». Σήμερα τη θέση των νομισμάτων έχουν πάρει τα σταυρουδάκια που δίνονται στον κόσμο, τα γνωστά «μαρτυρικά». Στις μέρες μας, μετά το τέλος της βάφτισης, οι γονείς μοιράζουν στους καλεσμένους κάποιο γλυκό, συνήθως αμυγδαλωτά.

Φλουριά
Κατά τη διάρκεια της ακμής της Οθωμανικής αυτοκρατορίας στην ελληνική επικράτεια, οι νονοί αντί του βαπτιστικού σταυρού (που έχει καθιερωθεί τα σύγχρονα χρόνια) έδιναν την ημέρα της βάπτισης στο νεοφώτιστο ή τη νεοφώτιστη ολόχρυσα φλουριά. Οι Έλληνες, αλλά και άλλων εθνοτήτων, χρυσοχόοι τα κατασκεύαζαν και τα φιλοτεχνούσαν κατά παραγγελία του νονού. Ας μην ξεχνάμε, ότι τους προηγούμενους αιώνες και μέχρι τις αρχές του 20ού αι. τα κοσμήματα κατασκευάζονταν μόνο κατά παραγγελία από πλούσιους και επιφανείς πολίτες, που είχαν την δυνατότητα να πληρώσουν το χρυσό ή τους πολύτιμους λίθους, που απαιτούνταν για την περίτεχνη κατασκευή τους. Τα φλουριά κατασκευάζονταν κυρίως από χρυσό Κ22-24, καμιά φορά από χαμηλόβαθμο χρυσό (Κ9-12) και σπανιότερα από αλλά μέταλλα (π.χ. χαμηλόβαθμο ασήμι 400-500 βαθμών ή κεχριμπάρι), εάν το εισόδημα του αγοραστή ήταν χαμηλό. Στα πρώτα μεταβυζαντινά χρόνια τα φλουριά αναπαριστούσαν τα περίφημα «Κωνσταντινάτα» ή άλλα νομίσματα του Βυζαντίου με χριστιανικές παραστάσεις (του Χριστού ή της Παναγίας). Μετέπειτα, όταν η φιλοτέχνηση του βαπτιστικού δώρου είχε πλέον καθιερωθεί ως αυτόνομη τεχνική χρυσοχοΐας, αναπαριστούσαν τελετουργικές παραστάσεις από το χριστιανισμό, όπως η Γέννηση, η Βάπτιση και η Ανάσταση του Χριστού, ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, η Αγία Τριάδα, η Παναγία καθήμενη σε θρόνο, κ.ά.

Ονοματοδοσία
Στην πραγματικότητα η βάπτιση δεν πρέπει να ταυτίζεται με την ονοματοδοσία. Η αναφορά του ονόματος του βαπτιζόμενου υπάρχει στη βάπτιση (όπως και σε άλλες ακολουθίες) και δηλώνει, ότι για το Θεό κάθε ένας από εμάς είναι ένα πρόσωπο για το οποίο Εκείνος ενδιαφέρεται ξεχωριστά. Δεν είναι η βάπτιση ο τρόπος για να αποκτήσει το παιδί ένα όνομα.
Η Εκκλησία έχει ευχή ονοματοδοσίας, που συνήθως διαβάζεται οκτώ μέρες μετά τη γέννηση - μπορεί και αργότερα - και το όνομα του παιδιού μπορεί να αναφέρεται και πριν από τη βάπτιση.

Κουμπάρος
Στα περισσότερα μέρη, για το πρωτότοκο παιδί νονός ήταν πάντοτε ο κουμπάρος που είχε στεφανώσει το ανδρόγυνο. Γι’ αυτό και στη Χίο στο τραπέζι του γάμου λεγόταν το ακόλουθο τετράστιχο: “Κουμπάρε που στεφάνωσες, κι έσμιξες το ζευγάρι, να σ’ αξιώσει ο Θεός, να βάλεις και το λάδι.”

Γονείς
Σε πάρα πολλά σημεία της Ελλάδας, η βάπτιση γινόταν χωρίς την παρουσία των γονιών του παιδιού, οι οποίοι περίμεναν στο σπίτι τη χαρμόσυνη αναγγελία του ονόματος. Ο νονός ή νονά έδιναν στο παιδί όποιο όνομα ήθελαν, χωρίς να ρωτήσουν τους γονείς. Συνήθως, όμως, έδιναν το όνομα του παππού ή της γιαγιάς (των γονιών του πατέρα) στο πρώτο παιδί, ενώ στο δεύτερο παιδί έδιναν όνομα από τους γονείς της μητέρας. Βέβαια, επειδή στο παρελθόν οι οικογένειες αποκτούσαν πολλά παιδιά, σπάνια υπήρχε πρόβλημα στην επιλογή του ονόματος. Συνήθως η γιαγιά του μωρού, κυρίως η μητέρα του γαμπρού, ή η μαμή πήγαιναν το μωρό στην εκκλησία.

Μόλις ο νονός ή η νονά έλεγε το όνομα του μωρού, όλοι οι πιτσιρικάδες του χωριού έτρεχαν στα σοκάκια για να πουν στους γονείς το όνομα. Ο πρώτος που έφτανε στους γονείς έπαιρνε καλό φιλοδώρημα σε χρήματα της εποχής. Οι υπόλοιποι δέχονταν κεράσματα (καραμέλες, καρύδια, κάστανα, χαλβά ή λουκούμια). Όσο τα παιδιά έτρεχαν, από την εκκλησία ξεκινούσε μια πομπή με τους υπόλοιπους καλεσμένους. Επικεφαλής ήταν ο ιερέας και ακολουθούσε ο νονός ή η νονά με το βαφτισμένο μωρό. Με την άφιξη της πομπής η μητέρα παραλάμβανε από το νονό ή τη νονά το μωρό της, αφού πρώτα φιλούσε το χέρι του ιερέα κι έκανε τρεις μετάνοιες μπροστά τους.

Δεισιδαιμονίες
Κατά την παράδοση, μετά τη βάπτιση, η μητέρα δεν έπρεπε να ξεπλύνει το παιδί από το λάδι. Εξαίρεση αποτελούσε φυσικά η τοπική πλύση για λόγους υγιεινής. Μετά από τρεις ημέρες, η μητέρα μπορούσε να πλύνει το βρέφος, αλλά έπρεπε να κρατήσει το νερό, το οποίο θα πετούσε είτε στη θάλασσα, είτε σε απάτητο χώμα. Σε κάποια μέρη το χρησιμοποιούσαν, για να ποτίσουν λουλούδια ή φυτά.
Στη Μικρά Ασία και στη Ρόδο, τρεις μέρες μετά τη βάπτιση, στο σπίτι του νεοφώτιστου γινόταν ένα γλέντι μόνο για τις γυναίκες, όπου η νονά έβγαζε το λάδι από το μωρό. Κατά τη διάρκεια του «ξελαδώματος» η νονά έβαζε ένα αυγό στο νερό, για να είναι ατελείωτες οι μέρες του μωρού, όπως και το αυγό δεν είχε αρχή και τέλος. Οι υπόλοιπες γυναίκες έριχναν μέσα στη σκάφη του μωρού χρήματα, για να είναι αγαπητό όπως το χρήμα, λέγοντας η καθεμιά τις ευχές της. Κάποια έθιμα απαιτούσαν το παιδί να μην κουρευτεί μέχρι τη βάπτισή του. Ακόμα και τα νύχια του που κόβονταν πριν τη βάπτιση, έπρεπε να φυλαχτούν και να ριχτούν στην κολυμπήθρα.

Σε πολλά μέρη της Ελλάδας, οι μητέρες των νεοφώτιστων φρόντιζαν με προσοχή τα ρούχα και τις πετσέτες, που χρησιμοποιήθηκαν στο μυστήριο. Συνήθως, τα ρούχα που ήταν βρεγμένα με το λάδι, το αγιασμένο νερό της κολυμπήθρας και με τα υπολείμματα του Αγίου Μύρου, τα έπλεναν με ξεχωριστή φροντίδα πρώτα σε ποτάμι ή θάλασσα (όπου αυτό ήταν δυνατό) και μετά στο σπίτι. Επίσης, φρόντιζαν το νερό που χρησιμοποιούσαν να μη χυθεί σε ακάθαρτο τόπο

Ρωμαιοκαθολική εκκλησία

Και στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία το βάπτισμα αποτελεί ένα από τα επτά μυστήρια και ακολουθείται η πρακτική του νηπιοβαπτισμού. Σε αντίθεση όμως με την Ορθόδοξη Εκκλησία δεν τελείται ταυτόχρονα με τη βάπτιση και το μυστήριο του χρίσματος (confirmation), αλλά το χρίσμα γίνεται αρκετά χρόνια αργότερα (συνήθως σε ηλικία 7-14 ετών). Στο μεσοδιάστημα τα παιδιά πηγαίνουν μεν στην εκκλησία, δεν λαμβάνουν όμως συνήθως μέρος στη Θεία Ευχαριστία. Ενώ το βάπτισμα γίνεται από ιερέα σε νηπιακή ηλικία, το χρίσμα δίδεται από επίσκοπο σε ηλικία όπου ο πιστός είναι σε θέση να αντιληφθεί τα συμβαίνοντα. Το βάπτισμα δεν τελείται με κατάδυση σε νερό, αλλά με επίχυση ύδατος στην κεφαλή του βαπτιζόμενου. Συχνά δεν είναι χωριστή τελετή, όπως στην Ορθόδοξη Εκκλησία, αλλά τελείται στο πλαίσιο της Θείας Λειτουργίας.

Προτεσταντισμός

Εκκλησίες της Πεντηκοστής

Οι Εκκλησίες της Πεντηκοστής, τελούν το βάπτισμα με πλήρη κατάδυση στο νερό. Για τους Πεντηκοστιανούς το βάπτισμα στο νερό είναι το εξωτερικό σημείο μιας αλλαγής που έχει αρχίσει ήδη να πραγματοποιείται σε κάποιον μέσα από την αναγέννηση (Πέτρου α3 και α23), την αρχή της αλλαγής που κάνει ο Θεός στον άνθρωπο. Το βάπτισμα είναι η ταφή του παλαιού αμαρτωλού ανθρώπου και η ανάσταση/ανάδυση σε νέο άνθρωπο, σύμφυτο με τον Χριστό (Προς Ρωμαίους Κεφ. ς).

Απαραίτητες προϋποθέσεις για να βαπτισθεί ένα άτομο στο νερό, είναι να έχει πιστέψει στον Χριστό (Πράξεις Αποστόλων η37) και στο Ευαγγέλιό του, και να έχει μετανοήσει από την αμαρτία. Γίνεται επομένως σε άνδρες και γυναίκες που είναι σε θέση να πιστέψουν και να μετανοήσουν, οπότε δεν τελούνται νηπιοβαπτισμοί.

Για τα νήπια στις Εκκλησίες της Πεντηκοστής γίνεται η λεγόμενη «αφιέρωση» (Κατά Λουκά β27). 

https://el.wikipedia.org/wiki

https://yeskid.blogspot.com/2015/11/blog-post_463.ht

https://www.mpomponieradiko.gr/vaptisi-kai-symvolismoi/

https://www.velegrakis.gr/post


Σάββατο 4 Μαΐου 2013

ΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΑΡΦΙ ΚΑΙ ΟΙ ΤΣΙΓΓΑΝΟΙ…



Για τους Ρομά έχω γράψει παλαιότερα. Για το λόγο όμως που περιπλανώνται μονίμως υπάρχουν πολλές εικασίες. Βρήκα μια ιστοριούλα, που αναφέρεται στο τέταρτο καρφί της σταύρωσης του Χριστού, τη θεώρησα ενδιαφέρουσα και επίκαιρη και σας την κάνω γνωστή.




Η ιστορία
Όταν ο Γιεσούα μπεν Μιριαμ, που ο κόσμος θα ονομάσει Χριστό, παρεδόθη στους Ρωμαίους δεσμοφύλακες για να σταυρωθεί, δύο Ρωμαίοι στρατιώτες ανέλαβαν να αγοράσουν τέσσερα καρφιά από κάποιο σιδερά. Στο δρόμο όμως σταμάτησαν σε μια ταβέρνα και ξόδεψαν τα μισά από τα χρήματα που τους είχαν δώσει, παραγγέλλοντας από το κρασί που οι Έλληνες πουλούσαν στην Ιερουσαλήμ. Αργότερα, βγήκαν τρεκλίζοντας από την ταβέρνα και μόλις έφτασαν στον πρώτο σιδερά, του είπαν με δυνατή φωνή. «Μας χρειάζονται αμέσως τέσσερα καρφιά για να σταυρώσουμε τον Γιεσούα μπεν Μιριάμ». Ο σιδεράς ήταν ένας γέρο Εβραίος, πρόβαλε πίσω από το καμίνι και είπε: «Δεν θα φτιάξω καρφιά για να σταυρώσετε τον Γιεσούα μπεν Μιριάμ…». Τότε οι στρατιώτες τον σκότωσαν με τις λόγχες τους αφού έβαλαν φωτιά στα γένια του.
Λίγο πιο πέρα βρισκόταν το εργαστήρι ενός άλλου σιδερά. Οι στρατιώτες πήγαν ως εκεί και τον διέταξαν. «Φτιάξε μας τέσσερα καρφιά και θα σε πληρώσουμε σαράντα κρόυτσερς». Τρομοκρατημένος ο Εβραίος στρώθηκε στη δουλειά. Ένας από τους στρατιώτες που ήθελε να τον βοηθήσει, έσκυψε και του είπε. «Κάνε τα γερά Εβραίε γιατί το πρωί θα σταυρώσουμε τον Γιεσούα μπεν Μιριάμ». Όταν άκουσε αυτό το όνομα ο Εβραίος έμεινε με το χέρι μετέωρο, ακίνητος κρατώντας το σφυρί. Και η φωνή του πρώτου σιδερά, που οι στρατιώτες είχαν σκοτώσει ακούστηκε αδύναμα. «Αρία μη φτιάξεις τα καρφιά. Προορίζονται για κάποιον της φυλής μας, ένα αθώο» . Ο Αρίας πέταξε το σφυρί δίπλα στο καμίνι και είπε. «Δεν θα φτιάξω τα καρφιά». Οι στρατιώτες τρόμαξαν ακούγοντας την αδύναμη φωνή του ανθρώπου που είχαν σκοτώσει. Μεθυσμένοι όμως, καθώς ήσαν, τρύπησαν και τον δεύτερο σιδερά με τις λόγχες τους…
Αν οι στρατιώτες δεν είχαν ξοδέψει σαράντα κρόυτσερς στο ποτό, θα μπορούσαν να επιστρέψουν στο στρατώνα, να διηγηθούν το επεισόδιο και να σώσουν τη ζωή του Γιεσούα μπεν Μιριάμ. Τους έλειπαν όμως σαράντα κρόυτσερς.  Γι’ αυτό βγήκαν από το κέντρο της Ιερουσαλήμ. 
Στο δρόμο συνάντησαν ένα τσιγγάνο που μόλις είχε στήσει το τσαντίρι και το αμόνι του. Οι στρατιώτες τον διέταξαν να φτιάξει τέσσερα καρφιά και έβαλαν μπροστά του τα σαράντα κρόυτσερς. Ο τσιγγάνος τσέπωσε πρώτα τα χρήματα και έπειτα στρώθηκε στη δουλειά. Έφτιαξε τα τρία καρφιά και, όταν ετοιμαζόταν να φτιάξει το τέταρτο, ένας από τους στρατιώτες του είπε. «Ευχαριστώ τσιγγάνε, με τα καρφιά αυτά θα σταυρώσουμε τον Γιεσούα μπεν Μιριάμ». Δεν πρόφτασε να αποτελειώσει τη φράση του και οι τρεμουλιαστές φωνές των δολοφονημένων σιδεράδων παρακάλεσαν τον Τσιγγάνο να μην τελειώσει τα καρφιά. Είχε νυχτώσει. Οι στρατιώτες φοβήθηκαν τόσο που πήραν δρόμο προτού ο Τσιγγάνος αποτελειώσει το τέταρτο καρφί.
Εκείνος, ευχαριστημένος που είχε τσεπώσει τα χρήματα, πριν αρχίσει τη δουλειά, τελείωσε το τέταρτο καρφί. Τότε περίμενε να κρυώσει. Έριξε νερό στο πυρωμένο σίδερο αλλά το νερό εξατμίστηκε και το σίδερο έμεινε το ίδιο καυτό.  Ο Τσιγγάνος έριξε περισσότερο νερό μα το καρφί δεν έλεγε να κρυώσει.  Φαινόταν σαν να ήταν ένα ζωντανό πτώμα που αιμορραγούσε και το αίμα έκανε τη φωτιά να σπινθηρίζει. Μέσα στην κατασκότεινη νύχτα μια μεγάλη περιοχή της ερήμου φωτιζόταν από τη λάμψη του καρφιού. Τρομοκρατημένος ο Τσιγγάνος φόρτωσε το τσαντίρι και τα συμπράγκαλά του στο γαϊδούρι του και πήρε δρόμο. Τα μεσάνυχτα ο μοναχικός ταξιδιώτης έστησε πάλι το τσαντίρι του ανάμεσα σε δύο αμμόλοφους. Στα πόδια του όμως έλαμπε το καρφί, ενώ αυτός το είχε αφήσει στις πύλες της Ιερουσαλήμ. Καθώς βρισκόταν κοντά σε ένα πηγάδι έβγαζε νερό όλη τη νύχτα για να σβήσει τη φωτιά του καρφιού. Στο τέλος έριξε άμμο πάνω στο πυρωμένο σίδερο. Το σίδερο όμως εξακολουθούσε να λάμπει. Φοβισμένος πήρε πάλι δρόμο μέσα στην έρημο.
Όταν έφτασε κοντά σε ένα Αραβικό χωριό, έστησε για τρίτη φορά το τσαντίρι του. Μα το πυρωμένο καρφί τον είχε ακολουθήσει. Τότε συνέβη κάτι. Έφτασε ένας Άραβας και του ζήτησε να επιδιορθώσει το σιδερένιο στεφάνι μιας ρόδας. Γρήγορα ο Τσιγγάνος πήρε το πυρωμένο καρφί και επιδιόρθωσε το σπασμένο στεφάνι της ρόδας. Κοίταξε τον Άραβα που έφευγε. Όταν ο Άραβας απομακρύνθηκε ο Τσιγγάνος πήρε πάλι το δρόμο χωρίς να τολμήσει να κοιτάξει πίσω του. Περπάτησε ημέρες πολλές και έφτασε στη Δαμασκό όπου έστησε το αμόνι του.

 Λίγους μήνες αργότερα ένας άνθρωπος του έφερε τη λαβή ενός σπαθιού για να την επισκευάσει. Ο Τσιγγάνος άναψε φωτιά και η λαβή άρχισε να κοκκινίζει εξ αιτίας του καρφιού που ήταν μέσα. Ο σιδεράς παράτησε τη δουλειά, φόρτωσε πάλι τα πράγματά του και έφυγε.
Αυτό το καρφί εμφανίζεται πάντα μπροστά στις σκηνές των απογόνων του ανθρώπου που έφτιαξε τα καρφιά για να σταυρωθεί ο Γιεσούα μπεν Μιριάμ. Και όταν το καρφί εμφανίζεται, οι τσιγγάνοι παίρνουν δρόμο. Γι’ αυτό μετακινούνται συνεχώς. Γι’ αυτό και ο Γιεσούα μπεν Μιριάμ σταυρώθηκε με τρία μόνο καρφιά και τα πόδια του, τοποθετημένα το ένα επάνω στο άλλο, καρφώθηκαν με ένα μόνο καρφί. Το τέταρτο καρφί πλανάται από τη μια άκρη του κόσμου στην άλλη.
Ο θρύλος αυτός που διασώθηκε εδώ και ενενήντα περίπου χρόνια στη Μακεδονία, και οφείλεται στη διήγηση ενός τσιγγάνου, εμφανίζεται με διάφορες παραλλαγές σε άλλες ομάδες ομοφύλων του.
Έτσι οι νομάδες του Δουνάβεως ισχυρίζονται ότι κατάγονται από τους απίστους που έσφαξαν τα νήπια της Βηθλεέμ, αρνήθηκαν τη βοήθειά τους προς την Παναγία κατά τη φυγή προς την Αίγυπτο, συμβούλευσαν τον Ιούδα να πουλήσει το Χριστό και τελικά έφτιαξαν χωρίς δισταγμούς τα καρφιά του Σταυρού. 
Οι τσιγγάνοι της Σερβίας αντιθέτως πιστεύουν ότι οι πρόγονοί τους περιορίστηκαν να κλέψουν το τέταρτο καρφί του Σταυρού, για κάποια σκοτεινή αιτία και πως τιμωρήθηκαν γι αυτό να πλανωνται εφτά χρόνια (ή εφτά αιώνες ή εφτά χιλιετίες)
Σύμφωνα με μια άλλη παράδοση, στην οποία όμως τα καρφιά δεν παίζουν κανένα ρόλο, οι τσιγγάνοι ήσαν φύλακες του Χριστού. Μέθυσαν όμως στο καπηλειό και δεν μπόρεσαν να Τον υπερασπιστούν.
Όλες αυτές οι διηγήσεις έχουν φανταστικό χαρακτήρα. Κανένα κείμενο όσο αλληγορικό και αν είναι δεν επιβεβαιώνει την παρουσία τσιγγάνων στην Παλαιστίνη την εποχή του Χριστού. Όμως οι πατροπαράδοτοι αυτοί θρύλοι, που οι τσιγγάνοι τους εκτιμούν πολύ, εκφράζουν την επιθυμία ενός λαού να μη μείνει χωρίς ρίζες. Και οι χριστιανικές επιδράσεις ώθησαν τους τσιγγάνους να ερμηνεύσουν με βιβλικούς όρους τους θρύλους της χαμένης καταγωγής τους.
Πηγή:
ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΗ
Τεύχος 77  Νοέμβριος 1974