Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΡΗΤΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΡΗΤΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 5 Απριλίου 2025

Η ΘΗΡΙΩΔΙΑ ΣΤΗΝ ΚΑΛΗ ΣΥΚΙΑ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΡΕΘΥΜΝΗΣ

 


Τα γεγονότα τα ξέρω από "πρώτο χέρι". Μου τα έχει διηγηθεί η μάνα μου Σοφία Νικητάκη (και όχι μόνο τα συγκεκριμένα) ο θείος μου ο Μάρκος Νικητάκης (του οποίου φέρω το όνομα), η θεία μου η Ελένη Νικητάκη Κωστάκη, η θεία μου Χριστίνα Νικητάκη Μακατούνη και άλλοι.

Τη φωτογραφία της άτυχης θείας μου Ευαγγελίας Νικητάκη Γριντάκη (που έκαψαν οκτώ μηνών έγκυο) είδα για πρώτη φορά πριν λίγα χρόνια σε σχετικό βιβλίο για την περιοχή και την αντίσταση κατά των Γερμανών.

Την Καλή Συκιά την έκαψαν Έλληνες συνεργάτες των Γερμανών  δυστυχώς και όχι μόνο μια φορά

(για τις όποιες απορίες, η γονείς μου είχαν το ίδιο επώνυμο)

Συγκλονιστικές μαρτυρίες από τη θηριωδία

στην Καλή Συκιά

04/10/11 του Μανόλη Παντινάκη

 

 


Ελένη Νικητάκη, Βασιλεία Νικητάκη, Ελένη Νικητάκη-Κωστάκη, στο σπίτι της τρίτης στην Καλή Συκιά. Τα φρικτά γεγονότα στο χωριό τους, τους έχουν σημαδέψει.

Στα 68 χρόνια από τη θηριωδία του Σούμπερτ και των κυνηγών του στην Καλή Συκιά, τη μαύρη Τετάρτη της 4ης Οκτωβρίου του ’43, κι οι μνήμες από τους ολίγους, που βίωσαν τα σκληρά γεγονότα, είναι ακόμα ζωντανές και προκαλούν φρίκη.

Έδρασαν τότε, δυστυχώς, οι λιπόψυχοι Σουμπερίτες, που η πλειοψηφία τους προέρχονταν από το χωριό Κρουσώνας Ηρακλείου και πλαισίωναν το σώμα του αιμοσταγούς λοχία του γερμανικού στρατού...

Όταν οι Σουμπερίτες, προερχόμενοι από τον Αη Γιάννη, μπήκαν στην Καλή Συκιά για να προχωρήσουν στο απάνθρωπο έργο τους, η Γαρυφαλιά Ζουμπεράκη-Βαρδάκη γνώρισε έναν απ’ αυτούς με τον οποίο εργάζονταν σε κτηματία της Μεσαράς τις θεριστικές περιόδους. Γι αυτό, λοιπόν, έκπληκτη και ταραγμένη τον παρατήρησε: «Δε φοβάσαι το Θεό; το Γερμανό μου παριστάνεις;».
Ήταν έγκυος στην κόρη της Μαρία και πήρε την οργισμένη απάντηση-απειλή του Κρουσανιώτη: «θα σε κάψω π...... ζωντανή μ’ αυτό που βαστάς...». Τελικώς, η γυναίκα της Καλής Συκιάς έμεινε έξω από τα καιόμενα σπίτια και γλίτωσε.

Όμως, και η Αριστέα Κωστάκη είχε ανάλογο διάλογο με δεύτερο Σουμπερίτη: «Πού είναι ο Μιχάλης;» τη ρώτησε μόλις την είδε. Και αυτή, έντονα ενοχλημένη από το θράσος του, του είπε: «Δεν ντρέπεσαι μωρέ να ζητάς τον αδελφό μου; Ίντα να τον-ε-κάμεις;». Ο Κρουσανιώτης του σώματος του Σούμπερτ γνώριζε τον Μιχάλη Κωστάκη, επειδή μαζί εργάζονταν τα προηγούμενα καλοκαίρια στη Μεσαρά.
Μέχρι το τέλος της ζωής της η Ελένη Νικητάκη-Κωστάκη, 89 χρόνων σήμερα, θα έχει σφαλιγμένα τα πρόσωπα και τις τργικές εικόνες εκείνης της Τετάρτης. Ο πόνος και η αγανάκτηση την κυριεύουν από αυτές τις αποτρόπαιες στιγμές, αν και κοντεύουν σχεδόν εφτά δεκαετίες και έχασε αγαπημένη της πρόσωπα.

Έκαψαν, τότε, οι πιστοί του βάρβαρου Σούμπερτ, την αδελφή της Ευαγγελία Γρυντάκη, μητέρα τριών παιδιών ηλικίας 3, 4 και 6 χρόνων και έγκυο ήδη 8 μηνών σ’ ένα τέταρτο. Είχε ηλικία 28 χρόνων. Ζωντανές κάηκαν η θεία της (αδελφή του πατέρα της) Φωτεινή Δαμουλάκη και μια άλλη θεία της (αδελφή της μητέρας της) Σταυρούλα Ζουμπεράκη ηλικίας 75 χρόνων. Όπως και η μετέπειτα πεθερά της Αργυρώ Κωστάκη.

"Ο φόβος μας είχενε μεθύσει..."

Ο αναστεναγμός της είναι βαθύς ενώ διηγείται και δείχνει να ξαναζεί εκείνες τις ώρες: «Ο Θεός να μην αφήσει άνθρωπο να ζήσει τέτοια πράματα. Ο φόβος μας είχενε μεθύσει κι είδα με τα μάτια μου τη φρίκη... Εκείνο το πρωί ήμουνε στσ’ «Ελές το μουρί», μια τοποθεσία έξω από το χωριό. Το προηγούμενο βράδυ κυνηγούσαν οι Γερμανοί στο δάσος, στην «Κουκουλιά» τον αδελφό μου το Νίκο το Νικητάκη και πήγα να δω αν τον βρω ζωντανό ή σκοτωμένο. Γι’ αυτό επήγα να ρωτήσω τσ’ άλλους χωριανούς που ήτανε παρέα...

«Ο Στελής ο Ζουμπεράκης μου είπενε πως δεν έχει πάθει πράμα και τον περιμένουν να έλθει. Γύρισα στο χωριό 10 ή 11 το πρωί και ενώ έφευγα είδα την παρέα από το Ηράκλειο, να ’ρχουνται απ’ τον Αη Γιάννη. Μου λένε οι δικοί μας: «Πού θα πας που καίγεται το χωριό;» Εγώ δεν τσ’ άκουσα και συνέχισα το δρόμο μου και μια στιγμή, όταν έφτασα κοντά στο χωριό, είδα φωτιές στα σπίτια...»
Αν και κοριτσάκι 5 χρόνων η Βασιλεία Νικητάκη «δεν τα ξεχνά». Αφηγείται: «θυμούμαι πέντε αδελφές που ήμαστονε, και μας είχενε βάλει η μάνα μου η Θεανή Ζουμπεράκη πανιά στα κεφάλια μας για να δείχνουμε άρρωστες! Ήρθαν κι η μάνα μας για να μη μας βγάλει έξω του είπενε πως είμαστε άρρωστα. Φύγανε και πήγανε στο διπλανό σπίτι του θείου μου του Κωστή του Ζουμπεράκη και έβαλαν φωτιά...

«Όλη η οικογένεια πήγαμε στου «Βαλελή», σ’ ένα σπιτάκι του Ηλιομανώλη από τσι Σαϊτούρες και έφενρε φαΐ ο Ηλιομανώλης. Καθίσαμε δυο μέρες κι ύστερα γυρίσαμε στο χωριό. Είδαμε την κόλαση και πολλά σπίτια είχανε γίνει κάρβουνο. Με πήρε εμένα στα Σελλιά η θεία μου Ελπίδα Ζουρμπάκη κι έμεινα περίπου ένα μήνα. Γύρισα μετά στην Καλή Συκιά κι αρχίζει ο αγώνας να σταθούμε πάλι στα πόδια μας...».

Παραστατική η περιγραφή του Στρατή Πετράκη: «Ήρθανε στο σπίτι μας οι Γκεσταμπίτες κι ήτονε η μάνα μου μέσα. Είχαμε τρυγήσει κι είχαμε πατήσει τα σταφύλια στο πατητήρι. Μόλις τσ’ άκουσενε, μπήκενε στο πατητήρι και χώστηκενε απ’ το μούστο σε σημείο που να μπορεί ν’ αναπνέει. Ήρθανε αυτοί, βαστούσανε χόρτα, θύμους και τσι θέτανε στο σπίτι, βάνανε από πάνω καρέκλες και δίνανε φωθιά. Μόλις ’θελα πορίσουνε να βγούνε όξω απ’ το σπίτι, έβγαινενε η μάνα μου απ’ το πατητήρι και με το μούστο έσβηνε τη φωθιά...».

Φρικτό τέλος



Φωτογραφία πριν την κατοχή στην
Καλή Συκιά,
στο πανηγύρι τ’ Αη Γιάννη
του Θεολόγου.
Από αριστερά Μάρκος Νικητάκης, 
Σταμάτης Γαβαλάς
από το Αρολίθι
και το θύμα των Σουμπεριτών 
Ευαγγελία Γρυντάκη.

Τις δικές της αποτρόπαιες εικόνες μεταφέρει η Δέσποινα Πετράκη-Γρυντάκη: «Επήρανε τότεδά και τη μάνα μου κι άλλες γυναίκες και τσι πηγαίνανε στα σπίθια και τσι σκοτώνανε και τσι πετούσανε στη φωθιά. Εκάψανε και τη γιαγιά μου απού το Ροδάκινο κι άλλες τρεις Ροδακινιώτισσες. Μα αυτοί ’τανε γκεσταμπίτες! Τη μάνα μου την επήρανε και την εβάλανε σ’ ένα σπίτι και μια πρώτη μου θειά και των επαίξανε. Εκειά εκάηκενε η γιαγιά μου απ’ το Ροδάκινο, η Βαγγελιά η Φρονιμάκη...

«Η κακομοίρα η μάνα μου, η Μαρία η Πετράκη, εχώστηνε στη σκάλα και την εγλίτωσενε. Η θειά μου  η Κανάκενα, η Ειρήνη η Μονιάκη, επρόλαβενε και γλίτωσενε. Η άλλη απού το Ροδάκινο η Ζαμπία η Γιανναδάκη, επολέμανε να βγει απού το παραθύρι. Παναγία μου και πως την έβαλενε το παραθύρι! Την ώρα που επόριζενε την είδανε και τση παίξανε. Η εμισή ήτονε μέσα, κρεμασμένη, σκοτωμένη, κι άλλη απόξω! Του Γρυντοστρατή η γυναίκα ήτονε έγκυος και την εκάψανε ζωντανή. Τσι γυναίκες τσι σκοτώνανε και τσι ρίχνανε μέσα στη φωθιά. Πράμα δεν εβρέθηνε απ’ του Γρυντοστρατή τη γυναίκα. Τη γιαγιά μου την επετάξανε στη φωθιά αλλά δεν εκάηκενε. Τότες εγώ ήμουνε 22-23χρονώ’. Ένιωθα αυτά που κάνανε οι σκύλοι;».

Μέσα από τις φλόγες στο καιόμενο σπίτι του Λεωνίδα Μονιάκη, σύρθηκαν και σώθηκαν η Ειρήνη σύζυγος Κανάκη Μονιάκη και η Ασπασία σύζυγος Μάρκου Γιανναδάκη, τις οποίες μαζί με τη Μαρία Εμμ. Πετράκη, είχαν πυροβολήσει και τραυματίσει προηγουμένως.

Η εγγονή της Μονιάκη, Ελένη ήταν μόλις μωρό σαράντα ημερών κι έκλαιγε, όταν η γιαγιά της εξιστορούσε τα μαρτύριά της: «Εγώ ήμουν μικρό κι όποιον κι αν έβλεπε η γιαγιά μου του έλεγε αυτή την ιστορία. Μου φαινόταν, σαν παιδάκι, παραμύθι. Όταν πλέον πήγα στο Δημοτικό σχολείο, στις τελευταίες τάξεις, συνειδητοποίησα πως αυτό δεν ήταν παραμύθι αλλά μια πραγματική ιστορία. Βιώματα σκληρά απ’ αυτήν την τραγωδία!»

Οι ηρωίδες

Οι απώλειες της μαύρης Τετάρτης στην Καλη Συκιά ήταν τεράστιες και μέχρι το χωριό να επανέλθει στους κανονικούς ρυθμούς ζωής, πέρασαν χρόνια. Όμως ακόμη και σήμερα το δάκρυ τρέχει.

Οι Σουμπερίτες, αδίσταχτοι προχώρησαν στις φρικαλεότητές τους και έκαψαν ζωνταντές τις γυναίκες από την Καλή Συκιά και το Ροδάκινο. Ηρωίδες αυτού του ολοκαυτώματος ήταν: Ευαγγελία σύζυγος Στρατή Γρυντάκη, Μαλαματένια σύζυγος Εμμ. Πετράκη, Ελένη χήρα Εμμ. Νικητάκη, η κόρη της Μαρία και Αργυρώ σύζυγος Κωνσταντίνου Κωστάκη.

Με ταχυβόλα εκτέλεσαν και έριξαν στη φωτιά τη Μαρία σύζυγο Μάρκου Γρυντάκη, Φωτεινή σύζυγος Στρατή Δαμουλάκη και Στ. σύζυγο Γιάννη Ζουμπεράκη. Στην Καλή Συκιά εντόπισαν και Ροδακινιώτισσες που είχαν βρει καταφύγιο μετά τα γεγονότα στο χωριό τους, τις ξεχώρισαν και τις έριξαν στο καιόμενο σπίτι του Λεωνίδα Μονιάκη. Κάηκαν οι: Εαγγελία σύζυγος Ανδρέα Φρονιμάκη, Ευαγγελία σύζυγος Στρατή Σταυγιαννουδάκη, Ζαμπία σύζυγος Γεωργίου Γιανναδάκη και Στέλλα Γεωργίου Καλαφάτη.

Στο ίδιο σπίτι πυροβόλησαν και έριξαν στη φωτιά την Ειρήνη σύζυγο Κανάκη Μονιάκη, την Ασπασία σύζυγο Μάρκου Γιανναδάκη και Μαρία Εμμ. Πετράκη. Σώθηκαν η Μονιάκη και η Γιανναδάκη, ενώ πυροβόλησαν και έσπρωξαν στις φλόγες στο σπίτι του Κουτσομανώλη τον 80χρονο Στρατή Γιάννη Δαμουλάκη, που πέθανε αργότερα από τα εγκαύματα που είχε υποστεί.

Η πυρπόληση των σπιτιών της Καλής Συκιάς και τα όσα ακολούθησαν, υποχρέωσαν τους κατοίκους να απομακρυνθούν και να διστάζουν να επανακατοικήσουν. Ολοσχερώς καταστράφηκαν τα σπίτια των Κων. Ι. Ζουμπεράκη, Δημ. Ι. Γρυντάκη, Ευαγγ. Ι. Πετράκη, Στρατή Δ. Γρυντάκη, Σταμ. Σταυρουλάκη, Εμμ. Δ. Γρυντάκη, Ελένης χήρας Εμμ. Νικητάκη, Εμμ. Κ. Κωστάκη και Μαρίας Ν. Γρυντάκη.

 

Πέμπτη 25 Μαΐου 2017

Γιατί τα επίθετα των Κρητικών τελειώνουν σε - άκης

Από την συχνή της χρήση ή κατάληξη - ακης στα επώνυμα συνδέεται αυτόματα στην σκέψη μας με την Κρήτη. π.χ - Καζαντζάκης, Θεοδωράκης, Μητσοτάκης.  Όμως δεν πρέπει να είμαστε απόλυτοι: ο Μάνος Χατζηδάκης για παράδειγμα ήταν από την Ξάνθη. Υπάρχει όμως μια σωρεία επωνύμων Κρητικών που μεγαλούργησαν στην Κρήτη και έξω από αυτή αλλά δεν τελειώνουν σε - ακης. (Βενιζέλος, Τσουδερός, Ξυλούρης, Σκουλάς κ.λ.π)


Μια θεωρεία είναι ότι τα κρητικά επίθετα πρόσφατα (σχετικά) γύρισαν σε - ακης. Παλιότερα ήταν ακριβώς το αντίθετο (υπερθετικά) πχ Σήφακας και όχι Σηφακάκης. Κατά πάσα πιθανότητα στην ορεινή Κρήτη και στα Σφακιά θα συναντήσεις πολλά υπερθετικά επίθετα, σε αντίθεση με το υπόλοιπο νησί.
Ένας δημοφιλής αστικός μύθος που πλανάται επιμόνως είναι ότι το - άκης στα κρητικά επίθετα το επέβαλλαν οι Τούρκοι για να μειώνουν τους Κρητικούς.
Καμία σχέση: Επισήμως οι Τούρκοι δεν είχαν επώνυμα.
Πάντως, πολλοί Μουσουλμάνοι Κρητικοί επίσης αναπτύσσουν παρατσούκλια κι επώνυμα με -άκης, ενώ αρκετοί από αυτούς τα διατηρούν επίσημα μέχρι σήμερα, π.χ στην Κω και στη Ρόδο. Ο περιβόητος Ιμπραήμ Αληδάκης (18ος αι), και ακόμα οι: Δελημπασάκης (ντελί μπασί = επικεφαλής των τρελών, οθωμανικού σώματος ατάκτων), Τσαουσάκης (τσαούς = λοχίας), Προββατάκης, Μεϊμαράκης (μεϊμάρ = αρχιτέκτονας), Μεϊντανάκης (μεϊντάνι = πλατεία), Πιστολάκης, Χαϊδαράκης, κλπ, αποτελούν Ρωμιούς ελληνόφωνους Μουσουλμάνους όλοι.
Μονάχα κατά τα τέλη του 19ου αι μ.Χ που άρχισε η συστηματική καταγραφή επωνύμων, έγινε κατάχρηση του - άκης, όχι πάντως περισσότερο απ' ότι τα - άτος, - άκος, -πούλος, - όγλου ( - ίδης - άδης), - ίτσης ( - ιτσας, - ιτζας, - ιτζης), - έλης, - ούτσος κλπ, σε άλλα ελληνικά μέρη. Δηλαδή άρχισε η μετάλλαξη οικογενειακών επιθέτων στα δημόσια αρχεία, π.χ το Δάνδολος σε Δανδουλάκης, το Χαβαλές σε Χαβαλεδάκης, το Ραΐσης ( ρεΐς = πλοίαρχος, καπετάνιος καραβιού ) σε Ραϊσάκης, το Μαρούλης σε Μαρουλάκης, το Ρόκας σε Ροκάκης, το Μανούσος σε Μανουσάκης, το Αλυγίζος σε Αλυγιζάκης το Ροσμαρής σε Ροσμαράκης κτλ.
Βέβαια, η φυτική ετυμολογία του Ροσμαράκης είναι λίγο αμφίβολη, λόγω του ότι υφίστανται επώνυμα, όπως π.χ. Τερεζάκης, Ροσμαράκης, Μαρνελάκης και Ζαμπετάκης, που ενδεχομένως προέρχονται από ονόματα απογόνων αριστοκρατισσών από τη Δύση: Αντίστοιχα: Τερέζα Θηρεσία, Ροσμαρή Ροζ Μαρί, Ροδώ Μαρία, Μαρνέλα Μαρινέλλα - Μαρίνα, Ζαμπέτα Ελιζαμπέτα Ελίζαμπετ  Ελισσάμπεθ  οίκος Ελίσσας, από τις λαλιές της Δυτικής Σημιτικής Ομογλωσσίας !


Σε κάποιες περιοχές της Μεγαλονήσου, π.χ στα χωριά Ριζών (στο νομό Χανίων, εξ ου και ριζίτες & ριζίτικα), την επαρχία Σφακίων, τον ορεινό τομέα του νομού Ρεθύμνης, σημειώθηκε έντονη εμπάθεια ενάντια στην επίσημη καταχώρηση των επωνύμων με καταλήξεις -άκης, επειδή είχε διατηρηθεί στη συλλογική μνήμη ότι το να μεταδίδεται το επώνυμο απαράλλακτο, και χωρίς υποκοριστικά, από τον πατέρα στα παιδιά, αποτελεί χαρακτηριστικό αριστοκρατικής καταγωγής, ήτοι ευγενείας. Οπότε, με νωπό στη συλλογική μνήμη το κύρος των Αρχοντορωμαίων, οι κάτοικοι συγκεκριμένων περιοχών αντιστάθηκαν μαζικά στην ομογενοποίηση του -άκης, που έφερναν οι καλαμαράδες, κυρίως κατά την εποχή της Κρητικής Πολιτείας ([1878 - 1889], [1896] 1898 - 1908 [1η Δεκέμβρη 1913]).
Το - άκης πρωτοεμφανίστηκε στη Ρωμανία κατά το 10ο αι μ.Χ., απ' όταν μαρτυρείται π.χ. η ύπαρξη του αριστοκρατικού οίκου των Ροδοκανάκηδων στην Κωνσταντινούπολη. Πάντως η χρήση αυτής της κατάληξης για αιώνες θα παραμείνει σπάνια, αλλά και αμφίβολη όπως στην περίπτωση του Χορτάκης - Χορτάτσης - Χορτάτζης, του ομώνυμου οίκου.
Ευρεία χρήση της κατάληξης - άκης θα σημειωθεί για πρώτη φορά κατά τους 15ο - 17ο αι στη Λακωνία, π.χ Γρηγοράκης, Δαβάκης, Καπετανάκης, Τζανετάκης (μικρός Τζανέτος μικρός Τζανής ή Ζανής = δημοφιλής φραγκογενής εκδοχή του Γιάννης, εκ του Jean) και Τρουπάκης, απ' όπου θα διαδοθεί με αργό ρυθμό και στην Κρήτη, όπου καταγράφονται ονομαστά παραδείγματα, πριν κατακτήσουν οι Τούρκοι το νησί, και πριν οι Μανιάτες το γυρίσουν σε -άκος ...
Υπάρχει όμως και μια θεωρία περί των Κρητικών επώνυμων που λέει πως, πήραν την κατάληξη -άκης από τους Μανιάτες που πήγαν στην Κρήτη.
Μάλιστα παρατίθεται το παράδειγμα κρητικού καταλόγου του 1582 όπου υπάρχουν 33 επώνυμα όπως: Δραζίνος, Καλούδης, Στειακός, Καριώτης, Βόλτας, Κανέτος, Κατέλος, Καψής, Σακελάρης, Τζέρμιας, Ζουράρης, Κονταλάκαιρος, Πίτσικας, Ζητούνης, Σερέπετσης, Ζητούνης, Σερέπετσης, κ.α., και κανένα από αυτά δεν καταλήγει σε -άκης.
Τα εις -άκης, με βάση αυτή τη θεωρία, υιοθετούνται στην Κρήτη μετά το 1750 όταν η Μάνη είχε υπερπληθυσμό και οι Μανιάτες μετανάστευαν παίρνοντας μαζί, μεταξύ αυτών και την κατάληξη των επωνύμων τους σε -άκης.

Τα επίθετα -άκης στην Μάνη
Τα εις -άκης είναι τα παλαιότερα από τα επώνυμα με τις τυπικές
μανιάτικες καταλήξεις. Τα συναντάμε ήδη σε διάφορα έγγραφα που έχουν φτάσει ως εμάς και χρονολογούνται απ' το 1600 και εξής.
Τα ανωτέρω επώνυμα είχαν αρχικώς υποκοριστική σημασία, που αργότερα εξελίχθηκε σε πατρωνυμική.
Ο σχηματισμός τους έπαψε, καθώς φαίνεται, οριστικά γύρω στα 1800, οπότε τα επώνυμα αυτά αντικαταστάθηκαν από εκείνα που έχουν καταλήξεις -έας και -άκος, τα γνωστά τυπικά μανιάτικα.
Τα επώνυμα με τις καταλήξεις σε -άκης διατηρούνται μέχρι τελευταία στη μανιάτικη αποικία της Κορσικής, γιατί η ιστορική μοίρα των Μανιατών αυτών υπήρξε διαφορετική.
Γνωρίζουμε βέβαια ότι τα επώνυμα σε -άκης επιχωριάζουν σήμερα κυρίως στην Κρήτη.
Αυτός είναι ένας λόγος, που μερικοί Μανιάτες, όχι λόγιοι ασφαλώς, πιστεύουν ότι όσοι έχουν τέτοια επώνυμα, κατάγονται από το ανωτέρω νησί.
Φαίνεται ότι πολλοί οδηγήθηκαν σ' αυτή την εσφαλμένη αντίληψη, επειδή τα ονόματα αυτά έπαψαν να σχηματίζονται κατά τη νεότερη περίοδο. Άλλος λόγος που προκαλεί τη σύγχυση είναι ότι και οι Μανιάτες παλαιότερα φορούσαν βράκες.



Οπωσδήποτε πρέπει να εγκαταστάθηκαν Κρητικοί στη Μάνη καθώς και Μανιάτες στην Κρήτη, αλλά υστερότερα, ιδιαίτερα στις κρίσιμες ιστορικές στιγμές, όπως τα 1669 (υποταγή της Κρήτης στους Τούρκους), καθώς και στα 1715 (ανακατάληψη της Πελοποννήσου από τους Τούρκους) και 1770 (μετά τα Ορλωφικά). Συνεπώς, τα επώνυμα αυτά δεν έχουν καμιά σχέση με τα παλαιότερα μανιάτικα, που υπήρχαν, όπως είδαμε, πριν από το 1600.
Συνάγεται, εξάλλου, με βάση τη μελέτη των παλαιότερων κρητικών εγγράφων, ότι ονόματα σε -άκης ουσιαστικά δεν συναντώνται στην Κρήτη πριν από το 1700. Απ' αυτό πρέπει να δεχτούμε ότι είναι πιθανότερη η μανιάτικη επίδραση στο σχηματισμό των κρητικών επωνύμων.
Ο λόγος της υπάρξεως των ανωτέρω επωνύμων στη Μάνη οφείλεται στο γεγονός ότι προέρχονται από ένα παλαιό βυζαντινό πολιτιστικό στρώμα.
Τα παλαιότερα αυτά ονόματα είχαν αρχική κατάληξη σε -άκιος (πρβλ. Σταυράκιος, Ισαάκιος), που μετέπεσε σε -άκης.
Αυτά διατηρήθηκαν στην Κρήτη, ενώ στη Μάνη μετά το 1800 αντικαταστάθηκαν από τα επώνυμα σε -έας και -άκος. Όπως ήδη αναφέραμε, τα επώνυμα σε -άκης είναι τα παλαιότερα.
Τα επώνυμα σε -άκης δεν συναντώνται σε μιαν ορισμένη περιοχή της Μάνης, αλλά σε όλη την έκτασή της.

Κατηγορίες κρητικών επωνύμων
Ενδιαφέρον παρουσιάζουν επαγγελματικά επώνυμα με - άκης, που υποδηλώνουν και με τι δουλειές καταπιάνονταν οι πρόγονοί μας, όπως π.χ Βουλουμπασάκης (Μπουλουμπασάκης μπουλούκ μπασί = δεκανέας σε ασκέρι οθωμανικό), Σαρτζετάκης (σαρτζέτος σερτζέντε = λοχίας σε στρατό ιταλόφωνου κράτους), Βισαξάκης (Μπιτσαξάκης μπιτσαξή = μαιχαράς, τουρκιστί), Δερμιτζάκης (Ντερμιτζάκης ντεμιρτζή = σιδεράς, όπως και Δεμίρης Σιδέρης).
Αξίζει όμως να σημειωθεί ότι υπάρχουν κι επώνυμα που έχουν εντελώς τυχαία την κατάληξη -άκης, όπως το Μανιάκης εκ του ελληνιστικού & μεσαιωνικού (ο) μανιάκης, ήτοι το περιδέραιο - διακριτικό βαθμού για τους αξιωματικούς του Ιππικού. Επίσης, προέκυψε και το Μαζαράκης από ομώνυμο ευγενές βλαχικό σόι, το Μενεγάκης εκ του ιταλικού Μενεγάτσιο (Menegazzo), το Μουζάκης εκ της αρβανιτικης φάρας Μουζακη Μουζακα, και το Ταγαλάκης εκ του τουρκικού Τανγαλακ ( οπλίτης σε άτακτο σώμα, κυριολεκτικά αστοιχείωτος, βλαξ).
Στην εργασία που παρουσίασε στο Η Διεθνές Κρητολογικό Συνέδριο ο Γιάννης Ευθυβούλου Τσουδερός για την κατάληξη -άκης στα κρητικά οικογενειακά επίθετα εμφανίζει τις εξής κατηγορίες:


Επίθετα παράγωγα από τοπωνύμια που χρησιμοποιήθηκαν ως οικογενειακά επίθετα και δηλώνουν:
► Το χωριό ή την πόλη καταγωγής π.χ. Σπήλι - Σπηλιανός - Σπηλιανάκης, Κάστρο - Καστρινός - Καστρινάκης.

► Το τμήμα της επαρχίας, το νομό, το νησί, το κράτος κάποιου π.χ. Τσιρίγο - Τσιριγώτης - Τσιριγωτάκης, Μισίρι (Αίγυπτος) - Μισιρλής - Μισιρλάκης.

► Επίθετα που δηλώνουν την εθνική καταγωγή κάποιου π.χ. Αρβανίτης-Αρβανιτάκης, Αρμένης - Αρμενάκης.

► Ονόματα αρσενικά που δηλώνουν παραγωγικό επάγγελμα π.χ. Καλαθάς - Καλαθάκης, Κιτράς - Κιτράκης.

► Ονόματα αρσενικά που δηλώνουν διοικητικό κι επιστημονικό επάγγελμα π.χ. Γούμενος - Γουμενάκης, Γιατρός - Γιατράκης.

► Ονόματα που δηλώνουν χαρακτηριστικά του ανθρώπου και που από παρατσούκλια έγιναν επίθετα π.χ. Σγουρός - Σγουράκης, Κουλός - Κουλάκης.

► Επίθετα που δηλώνουν αρετές της ψυχής και του νου π.χ. Λεβέντης - Λεβεντάκης, Σπίθας - Σπιθάκης.

► Ονόματα που δηλώνουν ελαττώματα της ψυχής και του νου, δηλαδή κουσούρια, π.χ. Ατσάλης - Ατσαλάκης, Βαβούρας - Βαβουρανάκης.

► Ονόματα που έχουν διφορούμενη έννοια και έγιναν οικογενειακά επίθετα π.χ. Μπίκος - Μπικάκης.

► Ονόματα που δεν τα λες ούτε χαρίσματα ούτε κουσούρια, π.χ. Μαμούνας - Μαμουνάκης, Πετύχης - Πετυχάκης.

► Ονόματα που από παρατσούκλια έγιναν επώνυμα χωρίς όμως να ξέρουμε γιατί τα είπαν παρατσούκλια π.χ. Πυρόβολος - Πυροβολάκης.

► Παρατσούκλια που σχηματίστηκαν από λέξεις ή φράσεις που συνήθιζε να λέει κάποιος π.χ  Καλησπέρης - Καλησπεράκης, Καλιώρας -Καλιωράκης.

► Ονόματα που δηλώνουν κοινωνικές σχέσεις και τα αποτελέσματα αυτών π.χ. Ακριβός - Ακριβάκης, Αναθρεφτός - Αναθρεφτάκης.


► Ονόματα πουλιών, ζώων, ψαριών κτλ εξομοιωτικά παρατσουκλιών, είτε κανονικού μεγέθους, είτε υποκοριστικά, είτε μεγεθυντικά π.χ. Γκιώνης - Γκιωνάκης,  Άρκαλος - Αρκαλάκης, Κατσούλης - Κατσουλάκης, Μαμούνας - Μαμουνάκης, Πουλής - Πουλάκης, Αγρίμης - Αγριμάκης.

► Ονόματα που το θέμα τους δηλώνει εργαλεία κα αντικείμενα π.χ. Καζάνης - Καζανάκης, Σκαλίδης - Σκαλιδάκης.
► Ονόματα παράγωγα πολύτιμων μετάλλων και πετρών που ειπώθηκαν ως επαινετικά παρατσούκλια π.χ. Αργυρός - Αργυράκης, Ζαφείρης - Ζαφειράκης.

► Ονόματα παράγωγα λουλουδιών, δέντρων, φυτών π.χ. Γαριφαλής - Γαριφαλάκης, Πρινάρης - Πριναράκης.

► Ονόματα παράγωγα βιομηχανικών προϊόντων, γλυκών και φαγητών π.χ. Μόσκος - Μοσκάκης, Τραχανάς - Τραχανάκης.

► Όλα τα κανονικά βαπτιστικά κάθε προέλευσης που έγιναν οικογενειακά επίθετα και μάλιστα κατά την ονομαστική του ενικού π.χ. Γιώργος Θεοχάρης, Γιώργης Λουκάς.

► Βυζαντινά οικογενειακά επίθετα π.χ. Βαρούχας - Βαρουχάκης, Σκορδίλης - Σκορδιλάκης.

► Βενετσιάνικα και ιταλικά ονόματα π.χ. Γάσπαρης - Γασπαράκης, Μπαρότσης - Μπαροτσάκης.

► Ονόματα βαπτιστικά ή παρατσούκλια υποκοριστικά σε -ούλης, π.χ. Γιαννούλης - Γιαννουλάκης, Ψαρούλης - Ψαρουλάκης.

► Ονόματα υποκοριστικά σε -ούδι, π.χ. Γιαννούδης - Γιαννουδάκης, Ξανθούδης - Ξανθουδάκης.

► Χαϊδευτικά βαπτιστικών π.χ. Αντρούλης - Αντρουλάκης, Γιαννίκος - Γιαννικάκης.

► Λέξεις νηπίων που έγιναν επίθετα π.χ. Τατάς (πατέρας) - Τατάκης.

► Επίθετα σε -ίτσης που είχαν διαμορφωθεί από βαπτιστικά και παρατσούκλια με την κατάληξη -ίτσι, π.χ. Μανολιτσης - Μανολιτσάκης, Μαυρίτσης - Μαυριτσάκης.
► Οικογενειακά επίθετα από παρατσούκλια σε -άλι, π.χ. Μπρόκα - Μπροκάλι - Μπροκάλης - Μπροκαλάκης.

► Μεγεθυντικά βαπτιστικών, π.χ. Γιάνναρος - Γιανναράκης, Αντώναρος - Αντωναράκης.

► Οικογενειακά επίθετα που έχουν διαμορφωθεί από βαπτιστικά με την κατάληξη -άκης κι έχουν έτσι φαινομενική κατάληξη -ακάκης, π.χ. Αντωνάκης - Αντωνακάκης, Βασιλάκης - Βασιλακάκης.

► Οικογενειακά επίθετα από επαγγέλματα με την κατάληξη -άκης, π.χ. Μάμος - Μαμάκης και Μαμακάκης, Σωμαράς - Σωμαράκης και Σωμαρακάκης.

► Ονόματα σύνθετα δύο βαπτιστικών που συνήθως το πρώτο ήταν του πατέρα και το δεύτερο του γιού, π.χ. Μαρκογιάννης - Μαρκογιαννάκης, Σηφογιάννης - Σηφογιαννάκης.

► Ονόματα από τοπωνύμιο, επαγγελματικό ή παρατσούκλι πρώτο κι ένα βαπτιστικό δεύτερο, π.χ. Καστρινογιάννης - Καστρινογιαννάκης, Δασκαλογιάννης - Δασκαλογιαννάκης.

► Οικογενειακά επίθετα από ένα βαπτιστικό και την κατάληξη -ίδης, π.χ. Αγγελίδης - Αγγελιδάκης, Παντελίδης - Παντελιδάκης.

► Οικογενειακά επίθετα από ένα τοπωνύμιο ή εθνωνύμιο ή επαγγελματικό παρατσούκλι με την κατάληξη -ίδης, π.χ. Χαλκίδης - Χαλκιδάκης και Χαλκιαδάκης, Μακρίδης - Μακριδάκης.

► Μερικά αβέβαιης αρχής σε -ίδης, π.χ. Βρουλιδάκης, Ντεντιδάκης.

► Οικογενειακά επίθετα από βαπτιστικά επαγγελματικά, παρατσούκλια και την κατάληξη -όπουλος, π.χ. Γιαννόπουλος - Γιαννοπουλάκης, Καστανάς - Καστανόπουλος - Καστανοπουλάκης.

http://e-storieskritis.blogspot.gr
kritipoliskaihoria.blogspot.gr



Δευτέρα 1 Απριλίου 2013

Τα «αστικά» τραγούδια στην Κρήτη (και όχι ταμπαχανιώτικα) ή Τι τραγουδούσε ο Κρητικός στις πόλεις; (Είντα τραγουδούσανε οι χωραΐτες;)



των Θ. Ρηγινιώτη (κυρίως) - Κ.Βασιλάκη - Κ.Καρινιωτάκη,
www.cretan-music.gr

Μουσική στις πόλεις και τα χωριά μας

Στα χωριά, στην ύπαιθρο, ξέρουμε πάνω κάτω τι έπαιζαν, τι τραγουδούσαν και τι χόρευαν οι Κρητικοί. Έπαιζαν λύρα, βιολί, μαντολίνο και λαούτο κατά περιοχές, μπαντούρες, χαμπιόλια και ασκομαντουρες και, στα λασηθιώτικα, τα νταουλάκια τους. Χόρευαν τους διάφορους κρητικούς χορούς (τους τοπικούς και εκείνους που ήδη από τις αρχές τους εικοστού αιώνα, και δεν ξέρουμε πόσο πιο πριν, είχαν φύγει από τα όρια της περιοχής τους και σήμερα θεωρούνται «παγκρήτιοι»), καλαμαθιανό, καθώς και μερικά «ευρωπαϊκά» (πόλκα, ταγκώ, βαλς, γιάγκα, μπόσα νόβα) και τραγουδούσαν τις υπέροχες, αμέτρητες και πολυποίκιλες μαντινάδες τους, τον Ερωτόκριτο, ιστορικές και σατιρικές ρίμες, διάφορα αφηγηματικά τραγούδια που έλκουν τις ρίζες τους στα βυζαντινά χρόνια: του άη Γιώργη, το μοιρολόι τση Παναγίας, την Καμάρα (παραλλαγή του τραγουδιού για το γεφύρι της Άρτας), τον Κωσταντή (του νεκρού αδελφού) κ.τ.λ. –ακριτικά και παραλογές δηλαδή– καθώς και τα απαραίτητα ναναρίσματα, ταχταρίσματα, τραγούδια του γάμου, μοιρολόγια κ.τ.λ. Κατά περιοχές, φυσικά, και τα ριζίτικα.
Στις πολιτείες όμως; Μέσες άκρες έχει σχηματιστεί η εικόνα «τση χωραΐτικης μουσικής». Για να τη δούμε:
Στα «αριστοκρατικά σαλόνια» ακουγόταν κλασική μουσική, καθώς και ελαφριά και έντεχνη ελληνική μουσικής της εποχής. Τα παιδιά σπούδαζαν στα ωδεία και μάθαιναν πιάνο, βιολί και μαντολίνο, με τα οποία διασκέδαζαν. Έπαιζαν τη μουσική δωματίου τους και άκουγαν σε βεγγέρες και συναυλίες τα ανάλογα, όσο βέβαια επέτρεπαν οι συνθήκες της επαρχίας…
Η μουσική αυτή, για να είμαστε ειλικρινείς, δε μας ενδιαφέρει πολύ σ’ αυτή τη συνάφεια. Μας ενδιαφέρει αυτό που παίζανε, ακούγανε, τραγουδούσανε και χορεύανε οι πιο «λαϊκοί τύποι» των πόλεων, οι μερακλήδες που κρατούσαν μέσα τους κάτι το χωριάτικο, με την καλή έννοια, οι δυνατοί παρεάρχοι και χαροκόποι που σμίγανε και κάνανε τα μεράκια τους συναναστροφή, με κρασί, μεζέ και μουσική γεμάτη από το πηγαίο και χειμαρρώδες κέφι ή το ντέρτι τους. Παρέες στις ταβέρνες, στα καφενεία, στα μικρομάγαζα (ακόμη και εμπορικά, όπου ο άλλος έπαιζε ευκαιριακά το μπουλγαρί του) και φυσικά στα σπίθια. Και, για να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι, θα αναφερθούμε στον τόπο του Φουσταλιέρη και τόπο μας, το Ρέθεμνος. Τι γινότανε στα υπόλοιπα αστικά κέντρα, ιδίως της ανατολικής Κρήτης, ας το γράψουν εκείνοι που πρέπει (βλ. ωστόσο για το Ηράκλειο τη μελέτη του καθηγητή Γιάννη Ζαϊμάκη Καταγώγια ακμάζοντα – Παρέκκλιση και πολιτισμική δημιουργία στο Λάκκο Ηρακλείου, 1900-1940, εκδ. Πλέθρον 1999).
Η εξαίρετη Ρεθεμνιώτισσα συγγραφέας κα Μαρία Τσιριμωνάκη (η ίδια θα με μαλώσει αν δει πως την αναφέρω ως συγγραφέα, αλλά έχει τρία βιβλία για το παλιό Ρέθεμνος στο ενεργητικό της) μού ’χε πει πως στην Αρναουτιά (λαϊκή συνοικία του Ρεθέμνους) δε διασκεδάζανε με πιάνα και μαντολίνα σαν τα παιδιά του «καλού κόσμου», αλλά του δίνανε και καταλάβαινε με λύρες, τόσο διονυσιακά, που, τσι Μεγάλες Αποκρές, εκλείνανε με χαρτόνια τα παραθύρια, για… να καθυστερήσουνε το ξημέρωμα και να συνεχίσουνε να γλεντούνε!
Σερτά, πεντοζάλης (σιγανός και πηδηχτός), μαλεβιζώτης και σούστα σίγουρα ήταν στην ημερησία διάταξη, όταν ήτανε να χορέψει, ή και να τραγουδήξει, η παρέα. Ιδίως τα σερτά κι οι κοντυλιές του σιγανού εβοηθούσανε και για το τραγούδι, χωρίς χορό.
Οι ηχογραφήσεις των Ρεθεμνιωτών μουσικών της πρώτης γενιάς του 20ού αιώνα, όπως του Καρεκλά, του Φουσταλιέρη, του Λαγού και φυσικά του Ροδινού, επιβεβαιώνονται από τις μαρτυρίες άλλων μουσικών και γλεντιστάδων που φτάξανε εκείνη την εποχή, όπως ο αξέχαστος Μανώλης Σταγάκης, και διασώζουν μνήμες για το γέρο Πίσκοπο, το Νικήστρατο κι άλλους μουσικούς που δεν αφήσανε δίσκους και που παίζανε κι εκείνοι τα ίδια πράγματα. Άλλωστε ο Καρεκλάς ήταν ο μεγάλος μάστορας της σούστας, και επιπλέον όλοι αυτοί δεν παίζανε μόνο στο Ρέθεμνος και τα Περβόλια, τ’ Αδελοπήγια ή τα Μικρά Ανώγεια ή τα Μετόχια και το Ατσιπόπουλο, την Αργυρούπολη κ.τ.λ. (ήδη έχω ξεμακρύνει αρκετά απ’ το Ρέθεμνος), αλλά πηγαίνανε και στο Μυλοπόταμο και τον Άη Βασίλη και στον Αποκόρωνα (Αποκόρωνας και χωριά του δυτικού Ρεθέμνους εμοιράζουντανε την παράδοση του σερτού άγνωστο από πόσο παλιά) και παίζανε και με μουσικούς απ’ όλη αυτή την περιοχή. Ψύλλος, Κουρκουλός, Γιουλούντας, Ξηραδογιώργης, Τερζιδογιάννης, Μαρκογιώργης, Παντελής Ξαμωνάκης κι ένα ολόκληρο πλήθος ακόμη συνθέτουν το μωσαϊκό στο οποίο συμμετείχαν ο Μπαξεβάνης, ο Χαρίλαος (εν Ελλάδι), ο Κουφιανός, ο Καντέρης κι ένα σωρό άλλοι, που βγάνανε το μερακλίκι στα ύψη.
Έχουμε λοιπόν μια μεγάλη γκάμα μουσικών ακουσμάτων κοινών με τα χωριά. Εκτός απ’ αυτά όμως, κι εδώ είναι η ιδιαιτερότητα του πράγματος, έχουμε κι ένα ολόκληρο είδος τραγουδιών που, αφενός, δε χορεύονται αλλά προσφέρονται για τραγούδι, και, αφετέρου, παίζονταν στις πόλεις και τα περίχωρα και όχι στην κρητική «ενδοχώρα». Αυτά τα τραγούδια είναι τα «αστικά» μας, που δεν είναι ρίμες ούτε ριζίτικα ούτε αφηγηματικά τραγούδια, αλλά συγκροτούν για την Κρήτη ένα μουσικό είδος αντίστοιχο με το σμυρναίικο και το ρεμπέτικο, με τα οποία σίγουρα επικοινώνησαν δημιουργικά. Αυτά τα τραγούδια τα παίζανε και τα τραγουδούσαν οι μερακλήδες του Ρεθέμνους και των γύρω χωριών (πάρα πολύ μάλιστα στα Περβόλια), και μάλιστα με διάφορες μαντινάδες κατά περίσταση κι όχι πάντα με τις παγιωμένες και καθιερωμένες πλέον λόγω των ηχογραφήσεων. Ήταν σκοποί, πάνω στους οποίους τραγουδούσαν όποια μαντινάδες τους εξέφραζε κάθε στιγμή και φυσικά στο τραγούδι συμμετείχαν όλοι όσοι διέθεταν τις ανάλογες δυνατότητες στις φωνητικές χορδές, που ήταν αληθινά πάρα πολλοί και βγάνανε την ευαισθησία, την καλαισθησία και τη λεπτότητα του γούστου και των προτιμήσεων στα ύψη.
Επειδή δε ζήσαμε τις παλιές ρεθεμνιώτικες παρέες στο φόρτε τους, είναι λίγο δύσκολο να περιγράψουμε το τι γινόταν ή να απαριθμήσουμε τα τραγούδια μέχρι το τελευταίο. Για να δούμε τι έχουμε μάθει ή καταλάβει για όλ’ αυτά τα πράγματα.



Ροδινός - Μπαξεβάνης
 Φουσταλιέρης

Τα αστικά τραγούδια

Από τα παλιά σωζόμενα αστικά κρητικά τραγούδια περίφημα ήταν και είναι ο βαρύς ρεθεμνιώτικος, ο βαρύς πισκοπιανός (προφανώς από την Επισκοπή Ρεθύμνου), ο χαλεπιανός μανές κι ο σταφιδιανός.
Το βαρύ ρεθεμνιώτικο τον ηχογράφησαν το 1938 οι Μανώλης Λαγουδάκης (Λαγός) και Μπαξεβάνης και, τη δεκαετία του 1970, οι Λεων. Κλάδος - Μαν. Κακλής και Ν. Ξυλούρης (στο δίσκο «Τα που θυμούμαι τραγουδώ» με τους Κουτσουρέληδες και τίτλο «Δακρύζω με παράπονο»), το βαρύ πισκοπιανό οι Θαν. Σκορδαλός και Μπαξεβάνης το 1949, το νενέ μου ο Γιώργος Κουτσουρέλης, στα Χανιά, αργότερα και με το Ν. Ξυλούρη («Τα που θυμούμαι τραγουδώ») κ.ά., ενώ στο είδος συγκαταλέγονται και τα τραγούδια Πάρε καρότσα κι έλα, Καναρίνι μου γλυκό, Φιλεντέμ και πολλά άλλα, καθώς και τα τραγούδια που ηχογράφησε το 1939 ο γνωστός ρεμπέτης συνθέτης Παναγιώτης Τούντας με το Γιάννη Μπαξεβάνη: Θα σε κάνω μενεξέ, Ώχ μικρό μελαχρινό, Άσπρο περιστέρι μου και Αμάν Μαριώ.
Από αυτά, το Πάρε καρότσα κι έλα διασκευάστηκε από τον Κ. Μουντάκη με τίτλο Πύργος τσ’ αγάπης, η Πονεμένη καρδιά και το Καναρίνι από το Βαγγέλη Μαρκογιαννάκη (Μαρκοβαγγέλη), με τίτλους Αμέτε με στην εκκλησιά και Νυχτοπούλι κάθ’ αργά (τραγουδεί ο Ν. Μανιάς), ενώ ο Ν. Μανιάς ηχογράφησε το Άσπρο περιστέρι μου με τίτλο Όσα ψαράκια βόσκουνται, και άλλοι άλλα.
Μετά τη μικρασιατική καταστροφή και το κύμα Μικρασιατών προσφύγων που ήρθε στην Κρήτη, και συγκεκριμένα στο Ρέθεμνος, ήρθε και το μικρασιάτικο τραγούδι που σίγουρα τραγουδήθηκε και επηρέασε τους ντόπιους μερακλήδες. Άλλωστε οι Μικρασιάτες μερακλήδες σύντομα έγιναν κι αυτοί ντόπιοι. Έτσι, βρίσκούμε μουσικούς όπως ο Γιάννης ο Αρμένης με το ούτι του κι ο Μιχαλάκης Αραμπατζόγλου με το σαντούρι να συνοδεύουν το Φουσταλιέρη και τον Καρεκλά. Πολλά απ’ αυτά τα τραγούδια ανθολογήθηκαν στον ψηφιακό δίσκο «Μνήμες Ρεθυμνίων Μικρασιατών», από τον ομώνυμο σύλλογο, το 2000, ανάμεσα στα οποία ο Τσακιτζής, το Ράτα ράτα, που τραγουδιόταν στο Ξηρό Χωριό, λίγο έξω απ’ το Ρέθεμνος, κι ο μανές Πάθος (αναφέρω τρία από τα μεγαλοπρεπέστερα), που τον έλεγε ο γέρο Τσομπανάκης, άνθρωπος που ξεψύχησε τραγουδώντας στην κλίνη ντου ένα μανέ. Οι μουσικές ενώθηκαν, οι άνθρωποι ενώθηκαν, οι ανοιχτόκαρδοι κι ανοιχτόμυαλοι μερακλήδες ξεπέρασαν τις προκαταλήψεις των δύσκολων και τραυματικών εκείνων καιρών και βγάλανε την αγία αθρωπιά στα ύψη!
Ο Φουσταλιέρης, ιδίως τα τέλη της δεκαετίας του 1930, μετά και τη συνεργασία του με τους ρεμπέτες του Πειραιά (1933-37), αναδείχθηκε στον κυριότερο εκπρόσωπο του αστικού κρητικού τραγουδιού, τουλάχιστον για το Ρέθεμνος. Τότε ηχογραφήθηκαν πολλά από τα γνωστά και σήμερα τραγούδια, κυρίως με τη ρωμαλέα φωνή του Μπαξεβάνη, αλλά και τη χαϊδεμένη φωνή του Γιώργη Τζαγκαράκη (Τζιμάκη), του επίσης μεγάλου τραγουδιστή της εποχής, που έφυγε το Φλεβάρη του 2005.
Τότε ηχογραφήθηκαν, μεταξύ άλλων, ο χαλεπιανός μανές (πιο γνωστό με τον τίτλο Τα βάσανά μου χαίρομαι, ηχογραφημένο στη συνέχεια και από το Θανάση Σκορδαλό με τον τίτλο Ούλοι μου λένε γιάειντα κλαις, και ανάλογους στίχους), Πονεμένη καρδιά (πιο γνωστό με τον τίτλο Σαν είχες άλλο στην καρδιά), Όσο βαρούν τα σίδερα (και από Θ. Σκορδαλό, με άλλους στίχους υπό τον τίτλο Αμανές, αλλά και από το Ν. Ξυλούρη), το Μερακλίδικο πουλί (και από Θ. Σκορδαλό), Όσο σιμώνει ο καιρός (διασκευάστηκε αργότερα από τον Κ. Μουντάκη με τίτλο Οι πέντε μερακλήδες), Στ’ αραχνιασμένο μνήμα μου, Σαν δεις αγάπης δάκρυα κ.λ.π.
Τα τραγούδια αυτά φυσικά, εκτός από τους μουσικούς για τους οποίους ήδη μιλήσαμε, ηχογραφήθηκαν πολλές φορές και από άλλους, σύγχρονους ή μεταγενέστερους, περισσότερο ή λιγότερο διασκευασμένα.

Ίχνη για τις ρίζες μερικών τραγουδιών

Από μουσικής απόψεως τα αστικά κρητικά τραγούδια διαθέτουν μελωδίες άλλες πρωτότυπες και άλλες βασισμένες σε επεξεργασμένα μικρασιατικά, νησιώτικα ή και ανατολίτικα πρότυπα, οι οποίες, όλες (το ίδιο το είδος ως όλον), ανήκουν στην οικογένεια της βυζαντινής μουσικής, όπως και η κρητική και γενικότερα η ελληνική παραδοσιακή μουσική στο σύνολό της. Ο χαλεπιανός μανές, για παράδειγμα, είναι μια μελωδία διαδεδομένη στην ανατολική Μεσόγειο και ίσως η ονομασία του δε σχετίζεται με κάποια Χαλέπα (των Χανίων π.χ.) αλλά με το Χαλέπι της Συρίας, στην οποία επίσης θεωρείται παραδοσιακό, ενώ σχετίζεται με τη μουσική του το τραγούδι Η Κρητικιά, που ηχογραφήθηκε στη Σμύρνη το 1908. Αυτό βέβαια δείχνει ότι το τραγούδι εκεί το θεωρούσαν κρητικό. Άλλωστε, για να θυμηθούμε τον εμβριθή ερευνητή του ελληνικού τραγουδιού Παναγιώτη Κουνάδη, «είναι βέβαιο ότι η πρόωρη ανάπτυξη του Ηρακλείου, των Χανίων, και του Ρεθύμνου σε σχέση με αυτή της Σμύρνης, του κυριώτερου χώρου παραγωγής ελληνικού πολιτισμού, και η εγκατάσταση πληθυσμών κρητικής προελεύσως κατά τη διάρκεια του 18ου και 19ου αιώνα εκεί, πρέπει να μετέφερε και τις πολιτισμικές λειτουργίες, που με το πέρασμα των χρόνων ενσωματώθηκαν στο σμυρνέικο τραγούδι σαν κρητικό ιδίωμα» (Παναγιώτης Κουνάδης, εισαγωγή στη συναυλία του Μάνου Μουντάκη «Κρήτη-Μικρά Ασία, Μουσικοί Διάλογοι», Ρέθυμνο 26.8.98).
Το Όσο βαρούν τα σίδερα πιθανότατα είναι σύνθεση του Φουσταλιέρη, αλλά η πρώτη μαντινάδα του είναι γνωστή και από τη Μικρά Ασία (Βαρύτερα απ’ τα σίδερα βαρούν τα μαύρα ρούχα…) και από άλλες ελληνικές περιοχές. Η μελωδία της Πονεμένης καρδιάς εντοπίζεται στη Μικρά Ασία, στις Οινούσσες, στην Πόλη και αλλού και ηχογραφήθηκε από τον Κώστα Καρίπη (με τη φωνή της Ρόζας Εσκενάζυ) το 1936 και από το Φουσταλιέρη το 1940, σε δίσκο όπου έπαιζε κιθάρα ο Καρίπης.
Το πασίγνωστο (λόγω κυρίως του Ν. Ξυλούρη) Φιλεντέμ ήταν παλαιότερα τόσο γνωστό, που ο Βρετανός πράκτορας στην Κρήτη κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής Πάτρικ Λη Φέρμορ είχε λάβει από τους Κρητικούς το παρατσούκλι «ο Φιλεντέμ», από την αγάπη του σ’ αυτό το τραγούδι, ενώ και μια αμερικανική κινηματογραφική ταινία (ελληνικός τίτλος «Συνάντηση τα μεσάνυχτα») με θέμα την απαγωγή του Γερμανού στρατηγού Κράιπε, στην οποία απαγωγή πρωταγωνίστησε ο Λη Φέρμορ, είχε μουσικό σήμα το Φιλεντέμ, διασκευασμένο. Για το Φιλεντέμ λοιπόν ο Στέλιος Φουσταλιέρης είχε δηλώσει ότι το είχε μάθει ο ίδιος από το πλήρωμα ενός τουρκικού φορτηγού πλοίου που είχε δέσει στο λιμάνι του Ρεθέμνους. Το τραγούδι αναφερόταν στον αιμοσταγή Εντέμ πασά, τον οποίο προσφωνούσε «φίλε Εντέμ» (= «φιλεντέμ») και τον καλούσε να μετριάσει τις σφαγές του κατά των χριστιανών, τουλάχιστον όσο διαρκούσε το ραμαζάνι (η μεγάλη νηστεία των μουσουλμάνων). Ο Φουσταλιέρης άλλαξε τους στίχους, αλλά θεωρούσε το τραγούδι ιδιαίτερα σοβαρό και δραματικό, ενώ το 1947 το ηχογράφησε ο Θαν. Σκορδαλός με τίτλο «Φιλεντέμ – Μια τουρκοπούλα στο τζαμί» και κατόπιν, με τους γνωστούς πλέον στίχους, ο Νίκος Ξυλούρης. Γεγονός είναι ότι σώζεται ιδιωτική ηχογράφηση του Φουσταλιέρη που τραγουδάει το «Φιλεντέμ» στα τούρκικα.
Ο σταφιδιανός σκοπός αποδίδεται στον πλούσιο Χανιώτη Τουρκοκρητικό σταφιδέμπορο Μεχμέτ Σταφιδάκη, που πέθανε το Μάη του 1908 σε ηλικία σαράντα χρονών (βλ. λεπτομέρειες για την περίπτωσή του και το θρύλο που τον συνοδεύει στο βιβλίο του Γιάννη Τσίβη Χανιά 1252-1940, εκδ. Γνώση, Αθήνα 1993, σελ. 113-114). Κατά τη σχετική παράδοση ο Σταφιδάκης ήταν μαντιναδολόγος και δεξιοτέχνης στο μπουλγαρί, μερακλής και αισθηματίας. Πέθανε από φυματίωση, τραγουδώντας το σταφιδιανό, λόγω της παθολογικής μελαγχολίας που του είχε προκαλέσει η είδηση πως η αγαπημένη του σύζυγος τον απατούσε.
Πιθανότατα η ιστορία είναι αληθινή. Οι Φουσταλιέρης και Μπαξεβάνης ηχογράφησαν το σταφιδιανό το 1938 με τον τίτλο Χανιώτικος σταφιδιανός (άλλωστε και στα Χανιά γίνονταν μεγάλες παρέες με αστικά ακούσματα). Όμως υπάρχουν δυο αντίθετες ενδείξεις: όπως θα δούμε παρακάτω, οι Τουρκοκρητικοί δεν τον γνώριζαν, ενώ, από την άλλη, ο σταφιδιανός τραγουδιόταν μετά μανίας στο Ρέθεμνος και τα Περβόλια και η βασική του μαντινάδα, με την οποία τον ηχογράφησαν οι Φουσταλιέρης και Μπαξεβάνης, ήταν:

Μα ο σταφιδιανός σκοπός παλιώνει μα δε λιώνει
κι απού ’χει αγάπη στα κρυφά, αυτός τη φανερώνει.

Η μαντινάδα αυτή υπονοεί ότι το τραγούδι είναι πολύ παλιό, όχι δημιούργημα ενός μουσικού που πέθανε το 1908 και που «οι γονέοι μας τόνε θυμούνται». Άρα, ίσως ο Σταφιδάκης να ήταν απλώς μάστορας στο παίξιμο του σταφιδιανού αλλά όχι δημιουργός του, και το όνομα του σκοπού να είναι απλή σύμπτωση. Όπως και να το κάνουμε, δε μπορούμε να ξέρουμε την αλήθεια.
Ο σταφιδιανός ηχογραφήθηκε σε δίσκους γραμμοφώνου (78 στροφών) από τα σπουδαία ρεθεμνιώτικα δίδυμα Καρεκλά – Φουσταλιέρη το 1937 και Φουσταλιέρη – Μπαξεβάνη το 1938. Και οι δύο ηχογραφήσεις, αλλά ξεχωριστά η πρώτη, αποδίδουν με αξεπέραστη αυθεντικότητα το ύφος της ρεθεμνιώτικης παρέας του καιρού τους, δηλαδή (τόσο απλά και τόσο σπουδαία) το ύφος των μουσικών που τις πραγματοποίησαν. Αργότερα ηχογραφήθηκε με άλλους στίχους και από τον Κώστα Μουντάκη (δίσκος «Έτσι τραγουδάει η Κρήτη νο1») και από άλλους Κρητικούς μουσικούς.

Η συμβολή των Τουρκοκρητικών

Γενικά είναι σχεδόν αδύνατο να εξακριβώσουμε κατά πόσον οι Τουρκοκρητικοί συνέβαλαν στη διαμόρφωση του αστικού τραγουδιού στην Κρήτη. Υπήρχαν βέβαια οι Μεβλεβήδες στα Χανιά (οι «στροβιλιζόμενοι δερβίσηδες»), αλλά η μουσική τους επηρέασε τους «Κρητικούς Τούρκους»; Σημειωτέον ότι ο μουσουλμανικός πληθυσμός της τουρκοκρατούμενης Κρήτης, εκτός από στρατιωτικούς και διοικητικούς υπαλλήλους και από κάποια δερβισικά τάγματα, αποτελούνταν στη συντριπτική του πλειοψηφία από εξισλαμισμένους Κρητικούς. Συχνά εξισλαμισμένους φαινομενικά –τουλάχιστον στην πρώτη γενιά– αν και αργότερα πολλοί κατέληξαν φανατικοί και αδίστακτοι μουσουλμάνοι. Άλλοι όμως παρέμειναν κρυπτοχριστιανοί και κάποιοι απ’ αυτούς εκδηλώθηκαν σε καιρούς επαναστάσεων, όπως ο Μιχάλης Κουρμούλης και οι άγιοι Τέσσερις Μάρτυρες του Ρεθύμνου. Όλοι αυτοί, αν και ασπάστηκαν την ισλαμική θρησκεία, λόγω των φρικτών συνθηκών ζωής των ραγιάδων, όμως δεν άλλαξαν ιδιαίτερα τη γλώσσα τους ούτε τη στάση τους απέναντι στη ζωή, γι’ αυτό και οι «γνήσιοι Τούρκοι» τους αποκαλούσαν περιφρονητικά «μπουρμάδες» (=γυρισμένους, δηλ. εξωμότες). Αυτό εξάλλου έγινε φανερό όταν το κύμα των Τουρκοκρητικών έφθασε στη Μικρά Ασία, με την Ανταλλαγή των Πληθυσμών, φέροντας τα κρητικά επώνυμα (που υποχρεώθηκαν να τα αλλάξουν) και την άπταιστη κρητική διάλεκτο, τις μαντινάδες κ.τ.λ. βλ. Ι. Κονδυλάκη, Οι Τουρκοκρητικοί, Π. Πρεβελάκη, Το Χρονικό μιας Πολιτείας, Ν. Αγγελή, Τα Ενεψίζικα κ.λπ.
 Έτσι, οι Τουρκοκρητικοί έπαιζαν, τραγουδούσαν και χόρευαν ό,τι και οι «ρωμιοί» (=χριστιανοί) συμπατριώτες τους. Λύρα, βιολί, μπουλγαρί και μαντολίνο κελαηδούσαν στα χέρια τους (ο βιολάτορας Μουσταφά Καραγκιουλές κι ο οργανοποιός Αμπντούλ Καλημεράκης, με τα περίφημα λυράκια του, πιστοποιούν του λόγου το αληθές), ενώ χόρευαν τους κρητικούς χορούς, τραγουδούσαν Ερωτόκριτο και μαντινάδες και στιχουργούσαν ρίμες για τα δικά τους παληκάρια!
Όμως… μερικά πολύ σημαντικά στοιχεία έρχεται να δώσει η μελέτη του Chris Williams, καθηγητή του τμήματος Μοντέρνων Ελληνικών Σπουδών του King’s College στο Λονδίνο με γενικό τίτλο «The Cretan Muslims and the Music of Crete» που δημοσιεύεται στο Greece and the Balkans: Identities, Perceptions and Cultural Encounters Since the Enlightenment. Ο συγγραφέας, αφού επιβεβαιώνει για ακόμα μία φορά ότι η συντριπτική πλειοψηφία των μουσουλμάνων Κρητών προερχόταν από τον τοπικό πληθυσμό (σελ.209) και φέρνει ως παράδειγμα την «επιβίωση» της μαντινάδας και του Ερωτόκριτου στον πληθυσμό των Giritli (δηλ. Κρητικών –όπως αυτοαποκαλούνται οι Τουρκοκρητικοί), εξάγει μερικά ενδιαφέροντα συμπεράσματα:
1. Παρατηρεί ότι λανθασμένα επικρατεί η άποψη ότι η μουσική των Τουρκοκρητικών είναι περισσότερο τουρκική παρά κρητική (σελ. 210).
2. Θεωρεί ότι οι Τουρκοκρητικοί έχουν στη μνήμη τους την κατάσταση της κρητικής μουσικής των αρχών του αιώνα, δηλαδή όπως καταγράφεται στις πρώτες ηχογραφήσεις. Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία αναφέρουν τη σούστα (sousta) και τον πεντοζάλη (pentozalis). Λιγότερο αναφέρουν τον συρτό (sirtos), ενώ ιδιαίτερα έντονη είναι η παρουσία του Ερωτόκριτου στις αφηγήσεις τους. (σελ. 210)
3. Ως μουσικά όργανα αναφέρουν τη λύρα [lyra – η λέξη που χρησιμοποιήθηκε ήταν πάντα lira, ο όρος Girit lirasi μεταφράζεται ως κρητική λύρα (σ.σ. μάλλον «λυρατζή» εννοεί εδώ) ενώ ο όρος kemence (η λύρα στα τούρκικα) δε χρησιμοποιήθηκε καθόλου] και το μαντολίνο. Κανένας δεν ανέφερε το λαούτο, το βιολί και το μπουλγαρί, παρόλο που χρησιμοποιούνταν στην Κρήτη πολύ πριν την ανταλλαγή των πληθυσμών (σελ. 210-211).
4. Στη σελίδα 211 αναφέρεται ότι πασίγνωστα σημερινά ακούσματα όπως τα συρτά του Ροδινού, ο σταφιδιανός και το Όσο βαρούν τα σίδερα τους είναι τελείως άγνωστα. Η προφανής άγνοια των αστικών τραγουδιών κρίνεται από το συγγραφέα ιδιαίτερα σημαντική, καθώς ανατρέπει την (σε πολλούς) επικρατούσα αντίληψη ότι τα τραγούδια αυτά αντιπροσωπεύουν τη μουσική κουλτούρα των Τουρκοκρητικών. Εδώ αναφέρεται ότι και στις δυο πλευρές του Αιγαίου οι Κρητικοί συμμετέχουν σε γάμους, γλέντια κ.λ.π. Η ιδέα της συναυλίας (concert) φαίνεται να είναι άγνωστη (σ.σ. εννοεί μάλλον τη μουσική της ταβέρνας).
Στη σελ. 211 έχει μια υποσημείωση που αφορά στο μπουλγαρί. O Charles Edwardes στο Letters from Crete, Letters written during the spring of 1886, (σ.σ. Γράμματα από την Κρήτη, Γράμματα γραμμένα την άνοιξη του 1886) Λονδίνο 1887, σελ.191 αναφέρει «τον Γεώργιο και τη μικρή λύρα του, το «μπουλγαρί» όπως ο ίδιος το αποκαλεί, το οποίο κρεμάει από ένα καρφί στον τοίχο» (σ.σ. πιθανόν ο άνθρωπος εκείνος έπαιζε μπουλγαρί, αλλά ο περιηγητής δεν το γνώριζε και το θεώρησε λύρα).
Στη σελίδα 215 αναφέρεται ότι το Τα βάσανα μου χαίρομαι (σ.σ. ο χαλεπιανός) φαίνεται να έχει «δανειστεί» μελωδίες από το παραδοσιακό τούρκικο τραγούδι «Ada Sahillerinde bekliyorum», ενώ συμπληρώνει ότι για το σταφιδιανό δεν έχει καταγράψει κάτι παρόμοιο.
Ο C. Williams θεωρεί ότι η κρητική μουσική όπως την ξέρουμε σήμερα διαμορφώθηκε κυρίως από τους Χαρίλαο, Ροδινό και Φουσταλιέρη (εξηγεί αναλυτικά), ενώ μια πολύ ωραία ιστορία βρίσκουμε στις σελ. 216-17: Ο Haldun Menemencioglu στο Study of the Klasik Kemence αναφέρει τον Giritli Ali (τον Κρητικό Αλή δηλαδή) ο οποίος μας λέει ότι γύριζε τους δρόμους της Πόλης τη δεκαετία του 1940 παίζοντας ένα tok sesli (με βαθύτερο ήχο δηλαδή) kemence (μάλλον κρητική λύρα!). Ο συγγραφέας, παρόλο που έψαξε σχετικά, καμιά αναφορά ή ηχογράφηση δεν βρήκε από τον Κρητικό Αλή. Μια πληροφορία όμως που του δόθηκε από το νησί Cunda έλεγε ότι ένας Κρητικός ονόματι Αλή εξαφανίστηκε από το σπίτι του στο Αϊβαλί στα μέσα της δεκαετίας του 1930. Ο Αλή ήταν λυράρης…

Άλλα τραγούδια

Ας επιστρέψουμε στα αστικά τραγούδια…
Ίσως πρέπει να εντάξουμε στα ευρύτερα πλαίσια του είδους και τα ρεμπέτικα που ηχογράφησε από το 1920 ο κορυφαίος Αποκορωνιώτης λυράρης Χαρίλαος Πιπεράκης (1892-1981), ο οποίος βέβαια έδρασε και ηχογράφησε στις Η.Π.Α, αλλά έπαιξε πολλές φορές και στην Κρήτη, ενώ αρκετά χρόνια πριν πεθάνει επέστρεψε στο χωριό του, το Ξηροστέρνι, και συμμετείχε σε πολλές παρέες με το γνωστό του παιχνιδιάρικο ύφος και το χαρακτηριστικό ρεπερτόριο.
Επίσης, το 1951 ηχογράφησε στην Αμερική ο εξαίρετος Αλέκος Καραβίτης το τραγούδι Είντά ’χεις, γιασεμάκι μου, στα πρότυπα των αστικών τραγουδιών (παρόλο που ο ίδιος ήταν κυρίως φορέας την μουσικής παράδοσης της υπαίθρου). Δεν ξέρουμε αν η μουσική του τραγουδιού ήταν δική του σύνθεση. Στην επόμενη γενιά Κρητικών μουσικών (την «κλασική γενιά») δημιουργήθηκαν επίσης τραγούδια στα πρότυπα των παλαιότερων αστικών («τραγούδια της παρέας» ή «της ταβέρνας» ή «τραγούδια μερακλίδικα» τα ονομάζουν), με πιο γνωστό το τραγούδι του Μαρκοβαγγέλη Πες μου και γιάειντα τη χτυπάς, με τραγουδιστή το Νίκο Μανιά (δίσκος «Κρητική Λεβεντιά»), ενώ ο Μαρκοβαγγέλης είχε ηχογραφήσει και το Σ’ ένα κλαδί του μενεξέ με τον εξαίρετο λυράρη από το Σπήλι Γιώργο Καλογρίδη. Άλλα τραγούδια, το Κρητικό ακρογιάλι και το Καλύτερα στη μαύρη γη του Θαν. Σκορδαλού, διάφορα καλαματιανά και πολλά άλλα, τα οποία βρίσκονται διάσπαρτα στην κρητική δισκογραφία μέχρι και σήμερα, αν και πλέον οι πληθυσμοί χωριών και πόλεων έχουν αναμιχθεί καταλυτικά (ολοκληρώθηκε η αστυφιλία της δεκαετίας του 1960), από χρόνια δεν υπάρχει πια ιδιαίτερο ύφος χωριού και πόλης, ενώ οι παρέες στις ταβέρνες, με την ισότιμη συμμετοχή ορχήστρας και μερακλήδων, έχουν αντικατασταθεί από τις εξελιγμένες μικροφωνικές και το πάλκο.



«Ταμπαχανιώτικα»;

Μια τελευταία παρατήρηση. Όλα αυτά τα «μερακλίδικα τραγούδια» έχει επικρατήσει τα τελευταία χρόνια να ονομάζονται «ταμπαχανιώτικα». Ο όρος προέρχεται από την τούρκικη λέξη ταμπαχανέδες (=βυρσοδεψία) και υπήρχε ιδίως στη Σμύρνη, όπου η ανάλογη συνοικία ονομαζόταν Ταμπάχανα, ενώ καταγράφεται στη σμυρνέικη μουσική παράδοση ο Ταμπαχανιώτικος μανές, που ηχογραφήθηκε πολλές φορές και από διάφορους καλλιτέχνες. Στην Κρήτη όμως ο όρος δε φαίνεται να χρησιμοποιήθηκε όταν τα τραγούδια αυτά ήταν εν χρήσει (όταν δηλαδή λειτουργούσαν στην ακμή τους οι παρέες των μερακλήδων που τραγουδούσαν στις ταβέρνες των πόλεων και των κοντινών χωριών ή στις αυλές και τα σπίθια τους) και μάλλον «πέρασε» σε μας από παρανόηση, που οφείλεται σε μια σημείωση στην τελευταία σελίδα του ένθετου βιβλίου στην κλασική πλέον αρχειακή δισκογραφική έκδοση «Οι Πρωτομάστορες». Εκεί μάλιστα αναφέρεται άστοχα ότι «ταμπαχανάδες» λέγονταν στα τούρκικα τα σανατόρια, πράγμα ανακριβές, και συνδυάζεται το υποτιθέμενο όνομα των τραγουδιών με τον πόνο των φυματικών (τροφίμων των σανατορίων), λόγω του πάθους και του ψυχικού πόνου που αναδίδουν.
Η φυματίωση θα λέγαμε συμπτωματικά πως είχε έναν ερωτικό συμβολισμό: επειδή συχνά προκαλούνταν από τον υποσιτισμό (ή τουλάχιστον εκεί αποδιδόταν, επειδή ο φυματικός ήταν χλομός, ασθενικός κ.τ.τ.), οι παλιοί Κρητικοί θεωρούσαν ότι ο έρωτας, με την ανορεξία και το γενικό «μαρασμό» που προκαλούσε λόγω της «στέρησης» του αγαπημένου ή της αγαπημένης (σκληρά τα ήθη της εποχής), ήταν μια από τις αιτίες της φυματίωσης για πολλούς νέους και νέες. Έτσι σε έντονο ψυχικό «πάθος» (δηλαδή μεγάλη αγάπη, και μάλιστα για τη λύρα) αποδίδεται από λαϊκό μύθο η φυματίωση του Ροδινού, ενώ ήδη έχουμε αναφέρει και την περίπτωση του Σταφιδάκη. Επίσης οι αδύναμες κοπέλες, εύθραυστες και ανυπεράσπιστες (επομένως ερωτικές), ήταν από τις ομάδες υψηλού κινδύνου για τη φυματίωση...
Παρόλα αυτά η σύνδεση των αστικών τραγουδιών με τη φυματίωση, τα σανατόρια κ.λ.π. και με την ονομασία ταμπαχανιώτικα δε φαίνεται να ευσταθεί καθόλου. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι ο σπουδαίος Σπηλιανός λαγουθιέρης Γιάννης Μαρκογιαννάκης μας είπε πως άκουσε τη λέξη ταμπαχανιώτικα μόλις το 2004, που εξέδωσε τον ομώνυμο δίσκο του ο Λάμπης Ξυλούρης!

Τρίτη 5 Φεβρουαρίου 2013

Η γενιά του 50, 60 Κρήτη

Με τα σημερινά δεδομένα, όλοι εμείς που ήμαστε μικροί στις δεκαετίες 50 και 60, για να μη βάλω τους παλαιότερους, σύμφωνα με τις στατιστικές δεν θα έπρεπε να είχαμε επιζήσει. Αυτό γιατί οι συνθήκες διαβίωσής μας ήταν, το λιγότερο, άθλιες. Βεβαίως είχαμε προσαρμοστεί σε αυτές , είχαμε αποκτήσει ανοσία σε πολλές αρρώστιες, πέρα από τα εμβόλια ή απλώς είμαστε τυχεροί που επιζήσαμε.
Θα επιδιώξω να σας μεταφέρω τις αναμνήσεις της παιδικής μου, και όχι μόνο, ηλικίας, από το χωριό και από την πόλη, όχι γιατί έχουν σημασία αυτές καθ’ αυτές μα γιατί μέσα από αυτές οι παλιοί θα θυμηθούν δικές τους αντίστοιχες καταστάσεις και οι νέοι κάτι θα μάθουν! Κάποιες τοποθεσίες που ονοματίζω είναι για μένα και τους χωριανούς μου προφανώς, όμως εσείς βάλτε τις αντίστοιχες δικές σας και θα βγάλετε κάποιο νόημα θαρρώ.

Στο χωριό
Περιβάλλον
Το χωριό μου, Μούντρος το λένε και είναι στο νομό Ρεθύμνης, με τα σημερινά δεδομένα, είναι ένα πανέμορφο μικρό χωριό. Δύο φαράγγια, περιμετρικά θεόρατοι κατακόρυφοι ριζιμιοί βράχοι, νερά που τα παλιά χρόνια έτρεχαν ασταμάτητα, πράσινο πολύ και τα δέντρα, φορτωμένα φρούτα, έγερναν στους δρόμους του. 

Η Κάτω Βρύση
Δύο βρύσες, η Πάνω και η Κάτω Βρύση με δεξαμενές και οργιώδη βλάστηση. Στην Κάτω βρύση ένας καταρράχτης έτρεχε συνεχώς από ψηλά, που ήταν ο δρόμος για το σχολείο, και οι πρωινές χαρές κρέμονταν σε όλη του τη διαδρομή, κρύβοντας στις φυλλωσιές τους χιλιάδες πεταλούδες. Πέταγες μια πέτρα εκεί, στο Ρούμα ή στον επαρχιακό δρόμο μετά την Παναγία και γέμιζε ο αέρας πεταλούδες. Όμορφες πεταλούδες σαν αυτές που υπάρχουν στη Ρόδο. Δυστυχώς δεν υπάρχουν πια ή είναι σπάνιες.
Η Πάνω Βρύση
Στην Πάνω Βρύση μια τούρκικη δεξαμενή και απέναντι το Ενετικό Δικαστήριο του 1611 με επιγραφή από την Αινειάδα.  PER TOT DISCRIMINA RERUM    MDCXI.

 
Μια σειρά παλαιών σπιτιών και πιο δίπλα στην Καμάρα, μια στοά λιθόκτιστη με σπίτια από πάνω, τα κελιά, τρύπες για αρουραίους…
 
Πάνω από τη Βρύση ένας τεράστιος ίσιος βράχος (Τζιγιάννης)  με σπηλιές και την πηγή νερού στις ρίζες του.
Το Μούντρος είν’ καλό χωριό
μα εμένα δεν μ’ αρέσει
Γιατί έχει τον Τζιγιάννη του
που κρέμεται να πέσει!

Πολύ νερό τότε. Έσκαβες λίγο το χώμα και τσουπ! έτρεχε νερό, κάθε εποχή του χρόνου, όχι μόνο το χειμώνα.
Βρύση να κλείνει δεν υπήρχε. Το νερό έτρεχε ασταμάτητα από μια πέτρινη υδρορροή, σε γούρνες για τα ζώα και σε μια στέρνα για το πότισμα των κήπων.
Η ποιότητα του νερού ονομαστή. Πολλοί από τα γύρω χωριά έρχονταν να γεμίσουν τα δοχεία τους.



΄Αχου Μουντριανό νερό
Και να’ χα ένα ποτήρι
Να στό’ δινα να το’ πινες
Να μου κρατάς χατήρι!

Λίγο το γόνιμο έδαφος μέσα στο χωριό μα, τα παιδικά μου χρόνια, το θυμούμαι γεμάτο περιβόλια. Οι χωριανοί πότιζαν με τη σειρά, από τις στέρνες στις βρύσες και τα τσιμεντένια αυλάκια που οδηγούσαν σε κάθε περιβόλι του χωριού. Μοσχοβολούσαν τα μποστανικά και παντού έβλεπες το κίτρινο των κολοκυθανθών…
Χρόνια αργότερα βεβαίως τα περιβόλια ξεράθηκαν, όχι από έλλειψη νερού, και οι χωριανοί αγόραζαν δυστυχώς ακόμη και τα βλίτα από τον πλανόδιο μανάβη. Εκεί οδηγηθήκαμε από τις πολιτικές των τελευταίων χρόνων, που έδιναν έμφαση στις επιδοτήσεις των αγροτών, για να μην καλλιεργούν στην ουσία και στην καταστροφή της πρωτογενούς παραγωγής...
Τα γόνιμα χωράφια αρκετά μακριά, πάει να πει μεγαλύτερος ο βαθμός δυσκολίας για την επιβίωση.
Ο έναστρος ουρανός απίστευτος! Σαν πολυέλαιος αναμμένος πάνω από το χωριό. Ο λόγος απλός. Το χωριό, βουλιαγμένο λες από καθίζηση πολλών μέτρων, περικλείεται από βουνά, ηλεκτρικό δεν υπήρχε και ο σκοτεινός ορίζοντας τόνιζε τη φωτεινότητα των άστρων.

Απού’ χει θηλυκό παιδί
Στο Μούντρος μην το δώσει
Γιατί βραδιάζει γρήγορα
Κι αργεί να ξημερώσει!

Πολλές οι εκκλησίες. Η διπλή της Παναγίας και του Αγίου Νικολάου, ο Άγιος Κωνσταντίνος (με ένα γιασεμί, εκατοχρονίτικο τώρα, στην γωνία του απέναντι σπιτιού (λιοτρίβι) που μοσχομύριζε) , ο Χριστός, οι Άγιοι Ανάργυροι, μια μικρή και πάρα πολύ παλιά εκκλησία ( άνω των 1000 ετών) με τρούλο και απίστευτες αγιογραφίες στους τοίχους της. Δυστυχώς άσχετοι και αδαείς άνθρωποι την κατέστρεψαν, μετατρέποντάς την σε αποθήκη. Χάλασαν τον τρούλο και ασβέστωσαν τις αγιογραφίες. Κάτι σώθηκε αργότερα σε μια αποκατάσταση μα η ζημιά είναι τεράστια. Έξω από το χωριό η Αγία Παρασκευή δίπλα στο παλιό νεκροταφείο  και ο Αη Γιώργης. Προφανώς μια περιοχή με όνομα Αγία Φωτεινή θα είχε εκκλησία παλαιότερα, δεν την θυμούμαι όμως! Γιατί τόσες; Ποιος ξέρει…
Πολλά και τα καφενεία. Τρία θυμούμαι στο Πανωχώρι και τρία στο Κατωχώρι. Σε ένα χωριό που ο μεγαλύτερος ποτέ πληθυσμός του ήταν 150 – 200 άτομα ήταν πολλά και εξακολουθούν, με πολύ λιγότερο πληθυσμό, να είναι πολλά. Σήμερα είναι τέσσερα με πέντε. Κακό χωριό τα λίγα σπίτια όμως και οι διαχωρισμοί Πανωχωρίτες – Κατωχωρίτες, δεξιοί και κεντρώοι (ήμουν από τους μετρημένους στα δάχτυλα του ενός χεριού αριστερούς μετά τη χούντα, τώρα φαντάζομαι ότι πλήθυναν), δημιουργούσαν κάποιο κλίμα! Καφενεία – εμπορικά κάποια τότε, σήμερα υπάρχει και καφετέρια!
Παρατσούκλια, όπως σε όλα τα χωριά απανταχού της Ελλάδας. Τσούκνης, Καλλιτσουνάς, Σκλομπώνης, Σάββας, Κανιάς, Γύπαρης, Μαντάς, Χατζής, Αγρονόμος, Γεωργούλης, Ζούμπερος, Καούδης, Μηχανικός, Χαλκιάς, Φεσαράς, Κωσταντούλιος, Κωσταρός, Κύκλωπας, Μανιάς, Αγρίμης, Τάταρος, Μανέλης, Μακρές, Τυλίπης, Μαρνιέρος, Ξυρούχης, Τζιμπούκης, Σπαντής, Ερωντας, Μπουγιούκαλος, Κεφάλας, Κοντύλης, Καλέμης, Ορφανός, κ.α., παραφθορά των επωνύμων συνήθως, σε σημείο όμως να ξεχνάς τα πραγματικά επώνυμα! Ίσως να είναι και η επαναφορά των κανονικών επωνύμων γιατί, όπως είναι γνωστό το – άκης μας το επέβαλαν οι Τούρκοι προκειμένου να μας μειώσουν!
Κατά τα άλλα … πέτρα. Πολύ πέτρα. Οι περισσότεροι αγροτικοί δρόμοι ήταν ανοιγμένοι πάνω σε ριζιμιά βράχια. Σκαλισμένοι από τους χωριανούς στην ουσία. Τα μονοπάτια του χωριού που σήμερα μαγεύουν τον επισκέπτη, όσα έχουν μείνει δηλαδή γιατί η «πρόοδος» φέρνει και καταστροφή όταν δεν σκέφτεσαι μακροπρόθεσμα, λαξευμένα στα βράχια και χτισμένα με λιθιές ένθεν κακείθεν, μόνο πεζή ή με γαϊδουράκια τα διάβαινες. Δύσκολα ακόμη και για τα ζώα!
Φτωχό χωριό λοιπόν και η επιβίωση δύσκολη.

Βάσανα
Τα βάσανα ξεκινούσαν από τη γέννησή μας κιόλας. Γεννιόμαστε στα σπίτια μας με τη βοήθεια μιας πρακτικής μαμής η οποία, με πρόχειρα μέσα, έκανε ότι μπορούσε. Σε κάθε περίπτωση δυσκολίας το αποτέλεσμα ήταν τραγικό συνήθως είτε για τη μάνα είτε για το παιδί. Η παιδική θνησιμότητα θεωρούνταν φυσιολογική και εκφράσεις του τύπου «έκανα οκτώ παιδιά και μου έμειναν πέντε» ήταν συνηθισμένες.
Μας φάσκιωναν, δίκην αιγυπτιακής μούμιας, για ένα περίπου χρόνο. Ζούσαμε δηλαδή τη φυλακή από την πρώτη μας ανάσα!
Ξυπόλητοι και κακοντυμένοι οι περισσότεροι, κοιμόμαστε, όλα τα παιδιά μαζί, σε πρόχειρα ξύλινα κρεβάτια, με στρώματα από άχυρο που τσιμπούσε απαίσια, ή σε κούνιες, όποιοι είχαν, βαμμένες με γυαλιστερή λαδομπογιά με βάση το μόλυβδο.
Σκεπάσματα από μπατανίες που έφτιαχνε η μάνα μας στον αργαλειό, σεντόνια δεν θυμούμαι. Όμορφες πολύχρωμες μπατανίες είναι αλήθεια!
Τα σπίτια μας είχαν τσιμεντένιο πάτωμα ή χωμάτινο, χωρίς στρωσίδια, με μια πολύχρωμη κουρελού το πολύ – πολύ, και αυτή φτιαγμένη στον αργαλειό από τη μάνα μας, με πρώτη ύλη λωρίδες από παλιά ρούχα!
Σπίτια για ανθρώπους και ζώα, σκεφτείτε στο πάνω πάτωμα οι άνθρωποι και στο ισόγειο ο στάβλος με τα ζώα, οι κοπριές, τα ούρα και η όποια άλλη βρωμιά και δυσωδία!
Στο ισόγειο και η αποθήκη. Πιθάρια με το λάδι και το κρασί, πατητήρι για τα σταφύλια, εργαλεία για το χωράφι ή το κτίσιμο (ακόμη θυμούμαι εκείνα τα οδοντωτά εργαλεία για την επεξεργασία της πέτρας), κ.α.
Σε μια γωνιά του δωματίου μια καταπακτή άνοιγε για να ρίχνουμε τα άχυρα, τροφή για τα ζώα το χειμώνα, στην αποθήκη του κατωγιού. Μπαίναμε μέσα για να τα πατήσουμε και αυτό ήταν μιας μορφής διασκέδαση, με τις τούμπες που κάναμε.
Τα σπίτια χτίζονταν με ομαδική δουλειά από τους άντρες του χωριού. Πήγαιναν όλοι και βοηθούσαν κουβαλώντας πέτρες ή με τον τενεκέ το τσιμέντο.
Τα παράθυρα με φτενά τζάμια και πρόχειρα παντζούρια, φτιαγμένα με τάβλες, έμπαζαν από παντού.
Για τουαλέτες δεν συζητάμε, ύπαιθρος και ρομάντζο πάει να πει, με «χαρτί» ένα φύλλο τετραδίου, κάποιο φύλλο δέντρου ή και κάποια πέτρα πολλές φορές.
Βρύση στο σπίτι δεν υπήρχε, μια κοινή σε κάθε γειτονιά στην καλύτερη περίπτωση, εκείνο το δοχείο με το βρυσάκι μόνο και το πράσινο σαπούνι, άντε το μοσχοσάπουνο στους έχοντες και ένας μικρός καθρέπτης κρεμασμένος στον τοίχο δίπλα του! Το νερό το κουβαλούσαμε από τη βρύση, αν είχαμε κοντά, αλλιώς από τη δεξαμενή του χωριού.
Για μπανιέρα μια σκάφη και … άγιος ο Θεός! Μια φορά τη βδομάδα μπάνιο και πολύ μας έπεφτε…
Οι παιδικές αρρώστιες έκαναν θραύση. Κάθε τόσο κι ένας φίλος ή συμμαθητής πάθαινε ιλαρά, κοκίτη, μαγουλάδες, ανεμοβλογιά, κοιλιακά, ορμήγγους( με εκείνα τα απαίσια άσπρα σκουλήκια) κ.α. Πουντιάζαμε και η μύξα έτρεχε μόνιμα από τη μύτη μας πηχτή και απαίσια. Γιατροσόφια για θεραπεία, ζεστά ροφήματα, εντριβές με πετρέλαιο ή οινόπνευμα και κούπες (βεντούζες), κοφτές κάποιες φορές! Τα φάρμακα ελάχιστα, χωρίς καπάκια ασφαλείας στα μπουκάλια και ενέσεις με τη γυάλινη σύριγγα που έπρεπε να τη βράσεις πρώτα σε ένα κατσαρόλι.
Βεβαίως είχαμε πάθει και κάποιου είδους ανοσία. Πέρα από τα ομαδικά εμβόλια που μας έκαναν, τις περίφημες βατσίνες, είχαμε συνηθίσει την, ελάχιστη είναι αλήθεια, μόλυνση. Πίναμε νερό απ΄ ευθείας από τα ρυάκια, τρώγαμε άπλυτα τα πάντα και δεν παθαίναμε τίποτα. Κάποτε ένας ξάδελφός μου ήρθε από την Αθήνα, ήπιαμε από το ίδιο νερό, φάγαμε τα ίδια πράγματα και… έπαθε τύφο! Εγώ τίποτα!
Ζεσταινόμασταν με το τζάκι, μαγκάλια, σόμπες με ξύλα ή με θερμάστρες πετρελαίου οι έχοντες. Που να βρεθεί καλοριφέρ τότε (εδώ δεν είχαμε ρεύμα…).
Στο τζάκι, παρασιά για μας, μαγειρεύαμε στην κατάμαυρη αλουμινένια κατσαρόλα ή στο μαυροτήγανο, ψήναμε πατάτες και κουκιά στη χόβολη και, στο έξω μέρος της καμινάδας του, σε μια στερεωμένη τάβλα, τοποθετούσαμε τα καρβέλια με το σπιτικό ψωμί, το τυρί μας, το ανθόγαλο (Θεέ μου τι νοστιμιά) και ότι άλλο για τη μαγειρική.
Εξωτερική παρασιά
Στην παρασιά ζεσταινόμαστε, εκεί η γιαγιά μας έλεγε ιστορίες εκεί, όταν καθόμαστε κοντά στη φωτιά, παθαίναμε «κούκληδες»  δηλαδή κάνανε κάτι κόκκινα σημάδια τα πόδια μας, δεν είμαι σε θέση να εξηγήσω περισσότερα! «Κούκλης» είναι πάντως ο κόκκορας!
Ηλεκτρικό ρεύμα είχαν λίγα χωριά. Λάμπα πετρελαίου λοιπόν, λυχνάρι με λάδι, με αυτό κάναμε και εντριβές, και λουξ μόνο στα καφενεία. Έτσι διαβάζαμε, κάτω από το λυχνάρι ή τη λάμπα, άθλιος φωτισμός πάει να πει.

Γιατροσόφια
Η πρακτική ιατρική ήταν το μοναδικό μας σχεδόν αποκούμπι, όταν αρρωσταίναμε. Ο αγροτικός γιατρός ερχόταν σπάνια και τον καλούσαν μόνο σε σοβαρές περιπτώσεις!
Η Κρήτη έτσι κι αλλιώς φημίζεται για τα βότανά της αλλά και για τους πρακτικούς γιατρούς της (Αγάπιος μοναχός κ.λ.π).
Στα χτυπήματα, κατάπλασμα με κρεμμύδι στο χτυπημένο μέρος.
Στους καλόγερους ψήνανε ξερό κρεμμύδι στη χόβολη, το κοπανίζανε ζεστό όπως είναι και το βάζανε επάνω στο σπυρί
Στο κρύωμα,  βραστάρια (αφεψήματα) φασκόμηλο, χαμομήλι ή σταμνόχορτο,
Στο πονίτιασμα (πούντα) εντριβές με πετρέλαιο ή οινόπνευμα και κούπες (βεντούζες). Σε σοβαρή περίπτωση τις έκαναν κοφτές, πάει να πει έκοβαν με ξυραφάκι το δέρμα! Πολλά τα εγκαύματα που παθαίναμε ειδικότερα όταν μας έτριβαν με πετρέλαιο!
Στον πυρετό έβαζαν στο κούτελο ένα μαντήλι βρεγμένο με ξύδι και ρακή.
Στον πονόκοιλο ζεσταίνανε στην χόβολη ένα βίσσαλο, το τυλίγαν σ’ ένα μάλλινο ύφασμα και το έβαζαν εκεί που πονούσαν.
Στους ορμήγκους και στα κοιλιακά, φρέσκο λάδι.
Στις πληγές  έβαζαν πάσπαρο(χώμα σκόνη) και βουτσέ(κοπριά) πάνω στην πληγή!
Στον πονόδοντο κάπνιζαν τσιγάρο(οι γυναίκες) και μάσαγαν γαρύφαλλο! Έκαναν και γαργάρες με ρακή.
Όταν κουνιόταν κάποιο δόντι, το δέναμε με ένα σπαγκάκι (κόκκινο θυμούμαι) και το βγάζαμε τραβώντας το σπαγκάκι! Γίνεται και τώρα φαντάζομαι!
Στις αμυγδαλές γαργάρες με λεμόνι και αλατόνερο, σκέτο αλάτι ή ιώδιο που μας έβαζαν πάνω τους με το δάκτυλο.
Στον πονόλαιμο, καταπλάσματα εξωτερικά με κοπανισμένους σπόρους (μάλλον λιναρόσπορους), ή έπιναν ζεστή ρακί με ζάχαρη (ή ρακόμελο).
Όταν πονούσε η μέση μας, μας σήκωναν το φάλι (αφαλός). Τσιμπούσαν δηλαδή το δέρμα πάνω από τη σπονδυλική στήλη από πάνω προς τα κάτω και όταν έφταναν στη μέση, το τραβούσαν απότομα προς τα πάνω!
Στα πληγωμένα ζώα, κατουρούσαν την πληγή!
Στα ζώα με πρόβλημα στα δόντια, τους τα έβγαζαν με τανάλιες χωρίς αναισθητικό (βάρβαρο).

Διασκέδαση
Αυτοκίνητο δεν βλέπαμε πέρα από το λεωφορείο της γραμμής. Όταν το βλέπαμε να έρχεται, από τον αμαξωτό απέναντι από το χωριό, τρέχαμε φωνάζοντας έντο, έντο, νάτο δηλαδή!
Που και που κάποια κούρσα ερχόταν στο χωριό και τη …χαζεύαμε.
Σινεμά βλέπαμε στον τοίχο της εκκλησίας σπάνιες φορές, αν τύχαινε και κάποιος πλανόδιος έφερνε ελληνική ταινία και αν είχαμε λεφτά φυσικά. Το ίδιο συνέβαινε με άλλους πλανόδιους, σχοινοβάτες, μασίστες κλπ. Θυμούμαι έναν που κάρφωνε τεράστιες πρόκες σε σανίδες και τις έβγαζε με τα δόντια του ή έβαζε στην κοιλιά του ένα γεμάτο βαρέλι και το σήκωνε με καθισμένους ανθρώπους πάνω του (Ο Αγρονόμος μάλιστα, καθισμένος διάβαζε εφημερίδα)!
Τα γλέντια μας λίγα. Ένας γάμος στο χωριό ήταν διαδικασία και χαρά. Το κουβάλημα της προίκας από το χωριό της νύφης, οι γαμοκουλούρες, το γλέντι του γάμου με τα σφαχτά και τα άλλα φαγητά, οι λυρατζήδες και ο χορός, τα κουφέτα …
Κάποιο πανηγύρι στη γιορτή του πολιούχου του χωριού Αγίου Κωνσταντίνου, κάποια σπάνια χοροεσπερίδα, αποτελούσαν διέξοδο.
Εκεί πάντα οι χαρακτηριστικοί τύποι του χωριού «ξεσάλωναν» και όσοι δεν άντεχαν το ποτό σέρνονταν στο δρόμο να μην πω σε τι χάλια.
Εκεί οι νέοι του χωριού φλερτάριζαν με τις λέφτερες κοπέλες ή έλεγαν κάποια μαντινάδα όλο νόημα σε κάποια παντρεμένη που ορέγονταν… Ξέρετε τώρα, σαν αυτή την παραδοσιακή «μια παντρεμένη αγαπώ, κι έχει και δυο παιδάκια κ.λ.π.». Ευκαιρία για παρεξηγήσεις πάει να πει και καυγάδες ενίοτε!
Κατά τα άλλα καφενείο, τάβλι, κολτσίνα, ξερή, πρέφα, 66, για τους άντρες και βεγγέρα για τις γυναίκες σε κάθε γειτονιά. Μαζεύονταν και συζητούσαν, ξεθεωμένες μετά την ημερήσια δουλειά και κάποιες «κανάτιζαν», κοιμόντουσαν όρθιες δηλαδή.
Ενδιαφέρον είχε το κουτσομπολιό και η στιχοπλασία σε περιπτώσεις που κάποιο ζώο του χωριού, κυρίως γάιδαρος, ψοφούσε. Κάθε μια και κάθε ένας, στην παρέα της βεγγέρας, έφτιαχνε και ένα σατιρικό στιχάκι για τον άμοιρο ιδιοκτήτη του ζώου. Θυμούμαι ακόμη μερικά, κάποια μάλιστα τα είχα φτιάξει εγώ, από τότε έχω το χούι…

Εψόφησε ο γάιδαρος                          
απού’ τρωγε τα χόρτα
και δεν θα ξαναπάει μπλιό
στου …….. την πόρτα.

Εγλάκαγε κι η ……..
και τσούραγε στους δέτες
για να τσι δώσουν τ’ άντερα
να κάνει καλτσοδέτες.
…
Πάρε Μ….. μια μπουκιά
να φάνε τα παιδιά σου
ο Μ….. Σου κι ο Γ…... σου
κι όλη η οικογένειά σου

Για τη Γ….. έκοψα
ξεχωριστή μερίδα
γιατί με παρηγόραγε
στο δρόμο η κακομοίρα…

Πηγαίναμε και εμείς στα καφενεία του χωριού για κάποια γκαζόζα ή πορτοκαλάδα, όταν είχαμε λεφτά ή όταν μας κέρναγαν. Κάποιο λουκουμάκι επίσης γλύκαινε το στόμα μας, μόνο που πολλές φορές μας έβγαινε ξινό!. Βλέπετε οι μεγάλοι, θέλοντας να παίξουν μαζί μας, έδεναν ένα τετράγωνο λουκούμι σε ένα σπάγκο, το σήκωναν ψηλά και μας έλεγαν να πηδήσουμε, να το φτάσουμε και να το φάμε! Αν ήμαστε μόνοι μας, καλώς κάτι καταφέρναμε. Μετά από ταλαιπωρία φυσικά. Ήταν φορές όμως που μας έβαζαν δυο, δύο αντικριστά να … μονομαχήσουμε για το λουκούμι και τότε … Μια φορά ο Ηλίας μάτωσε τη μύτη του Λαμπρινού, δαγκώνοντάς την αντί το λουκούμι!

Στο σχολείο

Πλάκα και κοντύλι στην αρχή, τετράδιο και μολύβι αργότερα και μπλε κόλλα (υποχρεωτικά) για το ντύσιμο των τετραδίων! Μελανοδοχείο και στυπόχαρτο, πένες και κοντυλοφόροι, μουντζούρες στα τετράδια από τους απρόσεκτους και … τιμωρία φυσικά! Για τσάντα ένα σακούλι που μας έραβε η μάνα μας, κάτι σαν ταγάρι ας πούμε.
Σύνθημα για το σχολείο η (μικρή) καμπάνα της εκκλησίας του Αγίου Κωνσταντίνου, που βάραγε κάποιο μεγαλύτερο παιδί, κάθε πρωί. Για κάποια χρόνια έκανα τον κωδωνοκρούστη, δίπλα στο σπίτι μου ήταν η εκκλησία!
Ο Αγιος Κωνσταντίνος
Το σχολείο με ένα δάσκαλο για όλες τις τάξεις και μια αίθουσα επίσης. Έτσι από την πρώτη τάξη ακούγαμε όλα τα μαθήματα του δημοτικού. Επανάληψις μήτηρ πάσης μαθήσεως! Τι να πρωτοκάνει και ο έρμος ο δάσκαλος ή η δασκάλα! Που να κρατήσει την ησυχία στην τάξη! Λύση η … τιμωρία!
Δύο πίνακες, στη μέση η έδρα και στους τοίχους δύο … κρικέλια! Πρώτη τιμωρία όρθιος με τη μύτη στον πίνακα και στο ένα πόδι. Δεύτερη, φάλαγγα στα χέρια με το χάρακα ή τη βίτσα, από αγριελιά συνήθως. Άνοιξε τα χέρια σου, πάρε και αυτή, πάρε και την άλλη. Το ένα χέρι τεντωμένο για τη βίτσα, το άλλο να τρίβεται στα πόδια μας για να φύγει ο πόνος και τούμπαλιν. Βασανιστήριο σε παιδικά χέρια, που έκαναν να συνέλθουν και να ξεπρηστούν κάποιες ημέρες!
Δεν θα ξεχάσω ποτέ το ξύλο που έφαγα από το δάσκαλο, γιατί άνοιξα τον κατάλογο να δω τους βαθμούς. Είχε βρέξει και μια σταγόνα νερό έπεσε από το κεφάλι μου πάνω στον κατάλογο και λέκιασε το μελάνι. Ομολόγησα την πράξη μου και ο δάσκαλος με άρχισε με τη βίτσα. Θυμάμαι που κοίταζα προς το παράθυρο και έβλεπα ένα γάιδαρο απέναντι στο σόχωρο, μέσα σε ένα πλαίσιο από κυκλάκια, να κινείται πάνω κάτω σαν καράβι σε φουρτούνα. Σταμάτησε εγκαίρως ο δάσκαλος το ξύλο και γλύτωσα τη λιποθυμία.
Τρίτη και χειρότερη τιμωρία το κρέμασμα από το κρικέλι, ενώπιον όλου του σχολείου. Ένα σχοινί δεμένο στη μέση μας, πέρασμα από το κρικέλι και … στον αέρα για κάμποσο, μέχρι να βάλει μυαλό ο … αληταράς! Το σχοινί το κρατούσε ο … «ρουφιάνος» της τάξης ή η «ρουφιάνα» αναλόγως! Νέα παιδαγωγική, κατά πως αναφέρει ο Καζαντζάκης! Τα κόκκαλα των γονιών,  το κρέας του δασκάλου και εμείς τα … σφάγια! Δεν αναφέρομαι φυσικά σε απλά πράγματα, όπως ξεκόλλημα αυτιών, σφαλιάρες κ.λ.π.
Παλαιότερα το κρέμασμα γινόταν σε μια χαρουπέ έξω από το σχολείο. Σε κρέμαγαν και σε άφηναν εκεί για ώρα πολύ. Ο μεγαλύτερος αδελφός μου ο Νίκος είχε υποστεί το μαρτύριο και μάλιστα υπάρχει μια ωραία ιστορία γύρω από αυτό. Μόλις τον είδε ο ξάδελφός μας ο Ηλίας (μεγάλος αλάνης όταν ήταν μικρός), δεν πήγαινε ακόμη σχολείο, γέμισε την τσέπη του πέτρες και μπήκε στην τάξη.
-          Μωή τάνα, άσε μωή τον τσάδεφό μου γιατί θα σε ασβολώσω (τραυματίσω), φώναζε στη δασκάλα, πετώντας της πέτρες!
Φυσικά υπήρχε και αποβολή από την τάξη, δηλαδή μας έβαζε ο δάσκαλος να βγούμε έξω στη βροχή ή στο αγιάζι και να σταθούμε στο απέναντι υπερυψωμένο σόχωρο (επίπεδο χωράφι) για να μας βλέπει, μη και πάμε σπίτι μας! (Ο ξάδελφός μου ο Ηλίας ήταν μονίμως εκεί στημένος)!
Αιτίες για την τιμωρία πολλές. Πέρα από τα του σχολείου, τιμωρούμαστε συνήθως αν αλητεύαμε και μας έπιανε ο δάσκαλος έξω από το σπίτι. Ευτυχώς ο δάσκαλος (τον είχα στις μεγάλες τάξεις) έμενε στο δίπλα χωριό και δεν τον είχαμε συχνά στα … πόδια μας!
Με τα νύχια μας άλλο μαρτύριο.
-  Τα χέρια στο θρανίο, διατάζει η δασκάλα! Όλοι και όλες λοιπόν τα χέρια μας πάνω στο θρανίο, περνά η δασκάλα και όπου βλέπει βρώμικα νύχια, τσουπ! το χάρακα ή τη βίτσα πάνω τους! Που σε πονά και που σε σφάζει… Έτσι μάθαμε να τρώμε τα νύχια μας ορισμένοι…
- Τι μυρίζει; Πήγαινε  …. (καρφί του σχολείου) να μυρίσεις όλους τους μαθητές να δεις ποιος … αερίστηκε! Τέτοια κατάντια! Καλά λοιπόν έκανε ο Ηλίας και την … κέρασε την κατάλληλη στιγμή! Εκδίκηση γλυκιά, ασχέτως αν μετά … υπέφερε!
(Η πρώτη μου δασκάλα ήταν αυστηρή μεν όμορφη δε. Σαν τα κοράκια την περιτριγύριζαν οι νέοι του χωριού και κάποιοι παντρεμένοι που το έπαιζαν «εραστές».
Φορούσε μακριά φούστα και φουρό κι από μέσα απ’ το φουρό… Μια ζωή το μολύβι μας έπεφτε κάτω και το ψάχναμε, όταν καθόταν σταυροπόδι…)
Στο μέσον η δασκάλα
Για βιβλίο το, κλασσικό πια Αλφαβητάριο. Λα, λα όλα, λα, λα Λόλα! Ο ταρσανάς του καπετάν Μαλάμου κ.λ.π
Στα διαλλείματα παίζαμε διάφορα παιχνίδια ή σκαλίζαμε αυλάκια στον τεράστιο ριζιμιό βράχο της αυλής, ο οποίος χρησίμευε και σαν εξέδρα για θεατρικές παραστάσεις, με όπλο μια πέτρα και το χερούλι από ένα σπασμένο κουτάλι, τότε τα κουτάλια ήταν χοντρά και σκληρά. Τα αυλάκια χρησίμευαν για να τρέχει το νερό της πηγούλας, που μόλις είχαμε ανακαλύψει σκάβοντας το χώμα του ανισόπεδου χωραφιού από πάνω. Σκαλίζαμε φυσικά και το όνομά μας, έτσι για την «αθανασία». 
Το σχολείο
Παίζαμε και με τις βροντότριχες, κάτι σκουληκάκια ψιλά σαν κλωστή που βρίσκαμε σε λακκούβες με νερό και που, αν βάζαμε το δάχτυλό μας, τυλίγονταν γύρω του και το έσφιγγαν δυνατά.
Στις μεγάλες τάξεις βοηθούσαμε σε δουλειές του σχολείου. Κουβαλούσαμε πέτρες και τσιμέντο για να χτιστεί ο μαντρότοιχος, κάναμε τρύπες για φουρνέλα πάνω στον τεράστιο βράχο, προκειμένου να μικρύνει, φυτεύαμε φυτά στον μικρό κήπο, ξεχορταριάζαμε κ.α.
Κούρεμα με την ψιλή φυσικά. Άντε να μας άφηναν κάποια ωφέλεια. Κουρέας ένας στο χωριό που έμαθε στο στρατό ή μόνοι μας, κουρεύοντας ο ένας τον άλλο με τη χειροκίνητη μηχανή που σου άφηνε πληγές στα χέρια η χρήση της..
Η εκκλησία υποχρεωτική. Υποχρεωτικό και το «Πιστεύω» ή το «Πάτερ ημών» για κάποιο μαθητή κάθε Κυριακή. Αλίμονο σου αν κάτι ξέχναγες! Πόσες φορές δεν στήθηκα, μπροστά στην Ωραία Πύλη, για απαγγελία!
Στις εθνικές επετείους παίζαμε θέατρο. Σκηνή ο βράχος έξω από το σχολείο σκεπασμένος με κάποιες κουρελούδες ή η έδρα του γραφείου του δασκάλου, μέσα στο σχολείο. Σκετσάκια ηρωικά ή και αστεία, ευκαιρία να κάνουμε την επίδειξή μας στην κοινωνία του χωριού.
Θέατρο (κατηγορούμενος και ... ξυπόλητος)

Κάναμε και γυμναστικές επιδείξεις στο τέλος της χρονιάς στις οποίες μόνιμη κατάληξη ήταν η τσουβαλοδρομία. Μπαίναμε σε ένα τσουβάλι και προσπαθούσαμε να τρέξουμε, συναγωνιζόμενοι ποιος θα φτάσει κάπου πρώτος!
Θρύλοι
Πηγαίναμε και εκδρομές που και που. Στην Αγία Φωτεινή, έξω από το χωριό μια περιοχή με πηγές νερού και μια στέρνα γεμάτη βδέλλες. Πηγαίναμε και στην Κεφάλα στον Πύργο. Ο πύργος ήταν ένας σωρός από πέτρες, κάτι σαν οικοδόμημα πάντως, που έλεγαν όσοι ξέρανε πως ήταν αρχαίο τηλεγραφείο. Από εκεί με φωτιά ειδοποιούσαν τις γύρω περιοχές για επικείμενο εχθρό. Πρέπει να αληθεύει γιατί στο απέναντι χωριό, το Νησί, υπήρχε ένας αντίστοιχος πύργος και γιατί, στη μέση του πουθενά που βρίσκεται το χωριό μου, υπήρχε Ενετικό Δικαστήριο.
Στον πύργο στην Κεφάλα, κατά τα θρυλούμενα, ήταν κλεισμένη μια κοπέλα και ύφαινε σε ένα χρυσό αργαλειό. Την κοπέλα αυτή τη φύλαγε λένε ένας αράπης που έβγαινε κάθε Πρωτοχρονιά έξω και αλίμονο όποιον πετύχαινε! Η γιαγιά μου έλεγε πως τον είχε δει …
Βάζαμε το αυτί μας στο χώμα και ακούγαμε τις «πεταλές» του αργαλειού. Τακ, τακ, τακ. Προφανώς νερό θα έτρεχε από κάτω, τι άλλο! Αυτό γιατί σε μικρή απόσταση ήταν ένα μαγκανοπήγαδο, από αυτά που τα γυρνάει ένα ζώο και βγάζουν νερό με μια αλυσίδα  δεξαμενών.
Ένας άλλος θρύλος στο χωριό έλεγε για μια χρυσή καμπάνα θαμμένη κάπου σε ένα φαράγγι, στον Λαγγό. Εκεί επίσης, απέναντι από τον Κορακιά, λένε πως σκότωσαν έναν ληστή(;), τον Λούκα και συχνά έβγαινε το φάντασμά του στην περιοχή.
Οι μεγάλοι πάντα είχαν τρόπο να μας τρομάζουν σαν παιδιά με ιστορίες που ποιος ξέρει από πού πήγαζαν. Είναι και το περιβάλλον του χωριού με τα βουνά, τους γκρεμνούς  και τις χαράδρες που εμπνέει τον φόβο, άρα…
Ένας άλλος θρύλος μιλά για μια τρύπα που διαπερνά ένα ολόκληρο βουνό και βγαίνει αρκετά χιλιόμετρα μακρύτερα. Του «Κατσουλιού η τρύπα» είναι αυτή που ξεκινά από το Φαράγγι και βγαίνει στον Παρασυρέ, περνώντας κάτω από τη Στραβορά και τον Λαγγό. Την λένε έτσι γιατί έβαλαν λέει ένα κατσούλι (μικρό γατάκι), έκλεισαν την τρύπα και μετά το βρήκαν τόσο μακριά. Κάποιοι δοκιμάσαμε να μπούμε μέσα, είναι στενή και έχει όντως αρκετό βάθος μα, ποιος ξέρει μέχρι που φτάνει!
Του κατσουλιού η τρύπα
Στο δρόμο για τη Χαλέπα ήταν του Αη Γιωργιού η πεταλέ, ένα σημάδι οπλής πάνω στο βράχο. Τούτο το σημάδι δεν έσβηνε ποτέ γι αυτό οι παλιοί λέγανε πως το έκανε το άλογο του Αη Γιώργη!
Αυτός ο Αη Γιώργης έχει ένα ξωκλήσι έξω από το χωριό και λένε πως κάποτε έδειρε ένα παπά γιατί τόλμησε να βγει έξω από την εκκλησία εν ώρα λειτουργίας. Δεν παίρνω όρκο για το συμβάν, δεν θυμούμαι ακριβώς το λόγο του ξύλου, όλοι όμως στο χωριό το ανέφεραν σαν γεγονός!

Φαγητό
Το σχολείο είχε και συσσίτιο. Κίτρινο τυρί και γάλα σκόνη το πρωί, φαγητό το μεσημέρι, πλιγούρι, πατάτες, μακαρόνια κ.λ.π. που αναλάμβανε να μαγειρέψει μια γυναίκα στο χωριό.
Αμερικάνικη βοήθεια! Κόκκινες καραμέλες, κάτι παλιά ρούχα τεραστίων διαστάσεων και ενίοτε μπομπότα και κάποια κονσέρβα!
Μεγάλη υπόθεση να πήγαινε κάποιος συγγενής στη Χώρα (Ρέθυμνο) και να μας φέρει κάποιο κουλούρι με σησάμι ή κάτι άλλο φαγώσιμο!
Πόσες φορές αλήθεια δεν λιμπιστήκαμε τα ζαχαρωτά που στόλιζαν τα κόλλυβα και πόσες άλλες δεν χαζεύαμε τα παγωτά που έφερνε ο παγωτατζής, μη έχοντας δραχμή στην τσέπη να τα αγοράσουμε!
Ακόμη και τις κηδείες θεωρούσαμε ευκαιρία για να φάμε τυρί και παξιμάδι και να πιούμε κρασί, στο δρόμο για το νεκροταφείο. Κάποτε μάλιστα ένας «έξυπνος» κεραστής, μας έδωσε και ήπιαμε τόσο κρασί (ήμαστε τρεις κολλητοί φίλοι), που μεθύσαμε και κοντεύαμε να πνιγούμε στη στέρνα. Εκεί μας έβγαλε η μέθη, να κάνουμε μπάνιο… Σωθήκαμε τελευταία στιγμή από τον πατέρα μου και ξυπνήσαμε, μέσα στη λέρα, μια μέρα μετά! Ήμαστε μόλις εφτά άντε οκτώ χρόνων…
Πείνα!  Το χειμώνα χόρτα και κουκιά, χοχλιοί, ομανίτες (μανιτάρια), ξινόχοντρος (σκέτος ή με πατάτες) , γαλόχοντρος, φασολάδα, φακές (όταν περίσσευαν τις κάναμε με ρύζι), αυγά τηγανητά με ανθόγαλο (αυτό ήταν γκουρμέ πραγματικό), κάποιες ελάχιστες φορές μακαρόνια (σκέτα ή με γάλα) ή ρύζι, το κρέας σπάνιο. Θυμούμαι ακόμη πως, όταν πέθανε η γιαγιά μου (ήμουν 7 στα 8) , έφαγα στη θειά μου την Ελένη, που με πήρε για να μην είμαι σπίτι, κότα κοκκινιστή με πιλάφι! Χαράχτηκε στη μνήμη μου εκείνο το φαί, ότι και να σημαίνει αυτό!
Το ανθόγαλο ήθελε τη διαδικασία του. Μετά το άρμεγμα της κατσίκας βάζαμε το γάλα που δεν πίναμε σε μια μεταλλική λεκάνη και το βγάζαμε στον αέρα. Μαζεύαμε την κρούστα που δημιουργούνταν και τη βάζαμε σε ένα πάνινο σακούλι,  για να στραγγίξει, που κρεμάγαμε σε ένα καρφί πάνω από την παραστιά. Φυσικά φτιάχναμε και ανθότυρο μα ήταν λίγος.
Χαρά μου να πάω στο χωριό της μάνας μου, στην Καλή Συκιά που ήταν κοντά και να μου δώσει η θειά μου η Ελένη και στον μπάρμπα Μιχάλη, που είχαν τυροκομείο, ανθότυρο ή στάκα και ψωμί για το δρόμο! Εκεί βέβαια πάντα τρώγαμε καλά, γιατί ο μπάρμπας μου ο Νίκος ήταν δεινός κυνηγός και πάντα είχε λαγούς και πέρδικες στο σπίτι του! Πηγαίναμε όμως σπάνια!
Οι τηγανητές πατάτες μενού πολυτελείας (- διάσο λάχανα θέλω γω, θα πάω στη θειά μου τη Μαρία να φάω πατάτες, φώναζα κάποτε και έμεινε!), οι χορτόπιτες  (με κουρνοπόδους και τσιλιμπινίδια, χόρτα νοστιμότατα) και οι μαλαμουδόπιτες (μια φτενή φέτα ζύμης με ενσωματωμένα υλικά (τυρί, μυρωδικά κλπ), που την τηγανίζαμε) συχνές, όπως και τα «τουρσού», πάει να πει ξεραμένα βλίτα, στύφνος, φασολάκια, πυρόβολοι (είδος φασολιού σε σχήμα D) και άλλα μποστανικά που περίσσευαν το καλοκαίρι και δεν είχαμε την πολυτέλεια να πετάξουμε! Τα ξεραίναμε λοιπόν στον ήλιο και τα βάζαμε σε ένα τσουβάλι, προμήθεια για το χειμώνα.
Το καλοκαίρι ότι έβγαζε το περιβόλι κυρίως, (αχ! εκείνοι οι ντολμάδες με τους κολοκυθανθούς), κρέας αν σφάζαμε κάποια κότα μας, ένα γουρουνάκι, ένα ρίφι κ.λ.π. , άντε να αγοράζαμε κιόλας λίγο, αν ο πατέρας μας έκανε κάποιο έξτρα μεροκάματο.
Χαρά μας αν έσφαζαν κάποιο γουρούνι να μας δώσουν τη «φούσκα», την κύστη πάει να πει, για να την κάνουμε μπαλόνι και τρελή χαρά αν μουνούχιζαν (ευνούχιζαν) γουρουνάκια και μας έδιναν τα … αποτελέσματα του ευνουχισμού, μεζέ για το πεινασμένο μας στομάχι!
Αυτονόητο το ότι δεν αφήναμε φρούτο για φρούτο σε, (ξένο κυρίως) δέντρο! Τα πρώιμα ιδιαίτερα. Επικίνδυνο γιατί αν μας έπιαναν οι ιδιοκτήτες μας τσάκιζαν στο ξύλο. Κάποτε οι … τρεις Καμπαλέρος (Λάμπρος, Μανόλης, Μάρκος) πήγαμε να κόψουμε απίδια στην Κεφάλα, μας πέτυχε ο ιδιοκτήτης και, επειδή δεν μπορούσε να μας φτάσει, μας πέταξε την κατσούνα του στα πόδια! Αυτή πέτυχε το Μανόλη που κουτρουβαλιάστηκε και …τσακίστηκε! Γλυτώσαμε τα χειρότερα όμως γιατί ο … μπάρμπας ήταν άγριος! Κάποτε με είχε πιάσει από το στήθος έξω από την εκκλησία της Παναγίας, επειδή μάλωσα με το γιό του, και με ασφεντούριξε (εκσφεντόνισε)  μακριά, όπως πετούνε οι αθλητές τη … σφαίρα! Ζω ακόμη, ευτυχώς!
Όταν έβγαιναν τα σταφύλια, βάζαμε ένα μικρό ξυλάκι σε μια ρόγα και, παίρνοντας διαδοχικά από μία ρόγα, ψάχναμε να μη βρούμε το ξυλάκι γιατί όποιος το έβρισκε έκανε το … γάιδαρο! 
Τα πρώτα σταφύλια τα τρώγαμε παραδοσιακά, στη γιορτή του Χριστού στις 6 Αυγούστου. Γιόρταζε μια εκκλησία του χωριού και μετά τη λειτουργία μοίραζαν λιάτικα σταφύλια.
Τρώγαμε ακόμη και τα στυφά μύρτα (εγώ το κάνω ακόμη), τους καρπούς από τις φασκομηλιές και το μέλι από τα άνθη τους (μαζί με μυρμήγκια συνήθως), κούμαρα, μούρα, βάτσινα (βατόμουρα), αγραπίδια,  χαρούπια και ότι άλλο μας γυάλιζε και ήταν φαγώσιμο!
Οι μπουρνιελές (μπουρνέλες) ήταν αδυναμία μας. Τις μαζεύαμε τις πλέναμε στο παγωμένο νερό της βρύσης και τρώγαμε μέχρι να σκάσουμε. Κλεμμένες φυσικά, γιατί όσοι τις είχαν τις προστάτευαν. Κέρναγαν με αυτές τους μουσαφίρηδές τους. Τις ρίχναμε με πέτρες αν ήταν ψηλά το δέντρο ή τις κόβαμε σκαρφαλώνοντας, με τσιλιαδόρους εννοείται. Σαν τώρα θυμούμαι που, σαν παίζαμε κρυφτό, ανέβαινα στη μπουρνελιά του Κωσταρού και κρυβόμουν, τρώγοντας συγχρόνως. Το τερπνόν μετά του ωφελίμου!
Ήταν φορές που μας ζητούσε μια γειτόνισσα να της τις μαζέψουμε από τη μπουρνελιά και τότε μας έδινε κάμποσες να πάμε και στο σπίτι μας. Μεροκάματο πάει να πει!
Τα χλωρά καρύδια επίσης. Μόνο που άφηναν σημάδια στα χέρια και ο αγροφύλακας, αν τα χέρια μας ήταν βαμμένα από φλούδες καρυδιού, μας έσπαγε στο ξύλο αν μας έπιανε ή το έλεγε στον πατέρα μας!
Το φθινόπωρο άρχιζε το κυνήγι του χαρουπολάχανου, του μύκητα δηλαδή που αναπτύσσεται πάνω στις χαρουπιές. Ημέρες γυρνούσαμε στα χωράφια να τα εντοπίσουμε. Αν ήταν μεγάλα τα κόβαμε, πεσκέσι για τη μάνα μας που τα μαγείρευε όπως το κρέας και ήταν πεντανόστιμα, αν ήταν μικρά τα σκεπάζαμε με κλαδιά να μην τα δουν άλλοι και περιμέναμε να μεγαλώσουν. Συνήθως δεν τα ξαναβρίσκαμε μα αυτό ήταν στους κανόνες του παιγνιδιού.
Χαρά μας όταν όργωνε ο πατέρας μας, αν έβρισκε και μας έφερνε βολβούς που τους τρώγαμε βραστούς με ξύδι!
Άνοιξη και φθινόπωρο (με τα πρωτοβρόχια) άρχιζε το κυνήγι του χοχλιού. Μόλις σκοτείνιαζε πηγαίναμε με τη μάνα μας, με μόνα εφόδια ένα λυχνάρι ή ένα κερί και μια τσάντα, για χοχλιούς. Αν δεν φυσούσε είχε καλώς. Φωτίζαμε το κακοτράχαλο έδαφος στις πλαγιές του βουνού και μαζεύαμε τους χοχλιούς. Αν φυσούσε ήταν σκέτη ταλαιπωρία! Φακούς δεν είχαμε τότε βλέπετε, δεν υπήρχαν ή ήταν ακριβοί για τις τσέπες μας. Θα ήταν όμορφα πάντως τώρα που το φέρνω στο νου μου. Πολλά μικρά φωτάκια μέσα στη σκοτεινιά και σκιές σε διαρκή κίνηση!

Δουλειά
Η ζωή μας δουλειά και … αλητεία. Η δουλειά σκληρή για τα παιδικά μας χέρια μα απαραίτητη για την οικογένεια.  Από τα πέντε ή έξι μας χρόνια μπαίναμε στην … παραγωγή.
► Πηγαίναμε τις αίγες στο βουνό το πρωί για βοσκή, τις κοστεκιάζαμε ή τις μπουζιάζαμε (με μικρό σκοινί δέναμε τα πόδια τους σταυρωτά ή παράλληλα για να μη φεύγουν μακριά) και το βράδυ τις ξαναφέρναμε αφού κάναμε αγώνα για να τις βρούμε.
-          Έλα πα να ε να και ξανά έλα πα να ε να, αυτό ήταν το κάλεσμά μας στις κατσίκες!
Ακόμη και κοστεκιασμένες όμως, ζοριζόμαστε πολύ για να τις βρούμε!
Αν αργούσαμε να τις βρούμε και γυρνούσαμε σαν σκοτείνιαζε, δίναμε μάχη με το φόβο μας, ειδικά όταν περνούσαμε έξω από το νεκροταφείο, στην Αγία Παρασκευή. Άσπρα ασβεστωμένα μνήματα, προκαταλήψεις και δεισιδαιμονίες, τρόμος. Τραγουδούσαμε ή φωνάζαμε περνώντας, για να ακούμε τη φωνή μας και η καρδιά μας στην … πέμπτη ταχύτητα! Φυσικά πριν το σπίτι τις ποτίζαμε, πάει να πει τις περνούσαμε από τη βρύση για να πιουν νερό στη γούρνα!
► Πηγαίναμε τα ζώα για ζευγάρωμα στους αντίστοιχους επιβήτορες, κάπρους, τράγους, βόδια κ.λ.π. Βλέπαμε τη διαδικασία και… αγριεύαμε από μικροί!
Αλήθεια τι έβλεπαν τα μάτια μας τότε! Μέχρι κατσίκα ξεγέννησα στα δέκα μου, έχω τη σκηνή ακόμη στα μάτια μου, όταν τη βοήθησα να βγάλει το κατσικάκι και μετά το καθάρισε γλύφοντας το.
Τέτοια βλέπαμε ολημερίς και μετά, άντε να μας κρατήσεις, για να μην κυνηγούμε τις κοπελίτσες στο χωριό …
► Κουβαλούσαμε στα περιβόλια, που ήταν μακριά συνήθως, κοπριά με το γάιδαρο, γράφοντας αρκετά χιλιόμετρα πεζοπορίας, άχυρα και καρπούς από το αλώνι στο σπίτι, χειμωνιάτικη τροφή για τα ζώα, σταφύλια από το αμπέλι στο πατητήρι του σπιτιού, ξύλα για την παραστιά κ.λ.π. Διαδικασία δύσκολη για τα παιδικά μας χέρια, το φόρτωμα και το ξεφόρτωμα γιατί, πέρα από το βάρος, έπρεπε να βάλεις αντιστύλι μια χαχαλόβεργα (βέργα με διχάλα στην κορυφή) στο ένα σακί για να κατεβάσεις το άλλο και δεν τα καταφέρναμε πάντα, άρα πάει το σαμάρι!
Ο γάιδαρος, τι μανία, δεν άλλαζε το δρομολόγιό του ακόμη κι αν πλησίαζε δίπλα σε γκρεμνό. Τρέμαμε όταν περνούσαμε το Πρόβαρμα, όταν κατεβαίναμε στον Βόλακα, όπως τρέμαμε και όταν συναντούσε θηλυκό. Φορτωμένος, ξεφορτωμένος άρχιζε το γκάρισμα και το τρεχαλητό κι έκανε σάλτο πάνω στη γαϊδούρα ενώ όλη την υπόλοιπη ημέρα έκανες αμάν για να προχωρήσει!
Στο χωριό οι περισσότεροι είχαν γάιδαρο ή γαϊδάρα. Ελάχιστοι είχαν μουλάρια και ένας – δύο μπεγίρια (άλογα). 
Το χωριό από τον Κούμαρο
► Θερίζαμε και αλωνεύαμε με τους γονείς μας γυρνώντας μέσα στο λιοπύρι ολημερίς στο αλώνι με την αγελάδα μας, προσέχοντας μην αφοδεύσει μέσα (όταν ήταν έτοιμη τρέχαμε πίσω της με στάχυα και μαζεύαμε στον … αέρα τις βουτσές (κόπρανα) της ή με δύο αγελάδες(η μία δανεική) και βολόσυρο (ξύλινη επιφάνεια με λάμες πριονωτές από κάτω), αν είμαστε τυχεροί.  Για καπέλο ένα μαντήλι με τέσσερις κόμπους, για ξεκούραση μια κούνια με σχοινί, κρεμασμένη σε δέντρο και η κατασκευή μύλων με ασφόντυλους, χαρτί και αγκάθια από βάτα σαν καρφιά, έτσι για να βλέπουμε στο λίχνισμα προς τα πού φυσάει ο αέρας. Νερό από τη στέρνα ή το ρυάκι και φαγητό πρόχειρο, ψωμί, τυρί, ντομάτα, κρεμμύδι κ.λ.π.
Τα αλώνια στο χωριό πολλά, τα περισσότερα σκαμμένα σε βράχο. Σε κάθε μεγάλο χωράφι, εκεί τουλάχιστον που υπήρχε πέτρα από κάτω, υπήρχε και ένα. Κάπου υπήρχαν περισσότερα όπως στα Τέσσερα αλώνια. Δυστυχώς σήμερα τα περισσότερα έχουν καταστραφεί στο όνομα μιας… μελλοντικής καλλιέργειας που τελικά μένει στα σχέδια! Δυστυχώς δεν έχουμε καταλάβει ότι ανάπτυξη δεν είναι η καταστροφή της παράδοσης μα η συνύπαρξή της με τις νέες τεχνολογίες. Άλλωστε τουριστική χώρα καταντήσαμε και η παράδοση είναι σημαντικό μέρος της τουριστικής προβολής!
► Ποτίζαμε και ξεχορταριάζαμε τα περιβόλια μας σε ολοήμερη απασχόληση. Τα περιβόλια μακριά από το χωριό, στο Λιμνί ή στο Γέρμα, σε ήθελαν εκεί ολημερίς αφού ήταν δύσκολο να πας και να ξαναγυρίσεις. «Σπάγαμε» τον ποταμό (ρυάκι στην ουσία), δηλαδή κάναμε πρόχειρο φράχτη, και γεμίζαμε τη στέρνα. Μετά ποτίζαμε με φυσική ροή αυλάκι το αυλάκι. Αν η στέρνα δεν ήταν γεμάτη, το νερό έτρεχε απελπιστικά αργά με αποτέλεσμα να θέλουμε ώρες για το πότισμα!
Ρολόι μας ο ήλιος και η σκιά των βράχων του Κορακιά (περιοχή σε ένα φαράγγι).
Φαγητό σαλάτα συνήθως. Ένα τσίγκινο πιάτο, ένα μπουκάλι λάδι, ένα ξύδι και αλάτι κρυμμένα σε μια κουμαριά, φασολάκια, γλιστρίδα, ντομάτα, κρεμμύδι και αγγούρι στη σαλάτα (αν είχαμε και λίγο τυρί) και για πιρούνια διχαλωτά κλαδάκια από ένα θάμνο. Η αλήθεια είναι πως νοστιμότερη σαλάτα δεν έχω φάει έκτοτε!
Νερό πίναμε από το Βρυσίδι. Μια πηγή κάτω από ένα πλάτανο με καταπληκτικό νερό. Παραμέριζες τα χιλιάδες κουνούπια πάνω στο νερό, έσκυβες και έπινες ή γέμιζες ένα γαβανόζι ή μια αλουμινένια κούπα που πάντα υπήρχε εκεί. Πίναμε και από τον ποταμό, τις στέρνες ή τα ρούματα (ρυάκια) που συναντούσαμε στο δρόμο μας. Κανένας φόβος, καμία επιφύλαξη!
Παρένθεση. Στο χωριό υπήρχαν και υπάρχουν καταπληκτικές πηγές με πολύ καλό νερό (Χαλασές κ.α).
Πηγαίνοντας για το περιβόλι αξίζει να σταθώ σε ένα μικρό χορτάρι που βρίσκαμε στο δρόμο μας, στον Κορακιά, στον Παρασυρέ συνήθως αλλά και αλλού, και που έβγαζε ένα δάκρυ. Το δάκρυ αυτό, στερεοποιημένο βεβαίως, το μασούσαμε σαν τσίχλα. Ήταν τσίχλα, αφού ποτέ δεν έλιωνε όσο και να το μασούσες.
► Μαζεύαμε δάφνη, φασκόμηλο και ρίγανη και τα πουλούσαμε στον έμπορο, πρόσθετο εισόδημα για τις ανάγκες μας. Δουλειά κοπιαστική στα βουνά και στα χωράφια για δάφνη και ρίγανη και στο Λαγγό ή στο Φαράγγι, που είναι κακοτράχαλα μέρη, για φασκόμηλο. Μια ποδιά στη μέση, ένα – δυο τσουβάλια παραπέρα, τα γεμίζαμε, τα φορτωνόμαστε, τα πηγαίναμε στον έμπορο και φτου κι απ’ τη αρχή. Το φασκόμηλο που μαζεύαμε στο χωριό, δεν είναι το γνωστό μας φασκόμηλο. Είναι άγριο είδος που, κατά πως λέγαν οι παλαιότεροι, αν το έπινες μόνο του κινδύνευες με έμφραγμα! Έχει μια πολύ δυνατή μυρωδιά και βγάζει καρπούς που τρώγαμε!
Το Φαράγγι
► Μαζεύανε χαρούπια, ραβδίζοντας τις χαρουπές μας στη Χαλέπα και αλλού, και τα πουλούσαμε στον έμπορο του διπλανού χωριού, πάει να πει πολλά δρομολόγια με το γάιδαρο κάθε ημέρα εκείνη την περίοδο.
► Μαζεύαμε τις ελιές (τσουνολές κυρίως) χωρίς δίκτυα και ραβδίσματα (μόνο τις λιανολές (ψιλές ελιές) ραβδίζαμε), πάει να πει τις περιμέναμε να πέσουν. Χρόνος πολύς, κόπος πολύς, οξύτητα δεν θυμάμαι. Όμως η διαδικασία είχε και τα καλά της. Θυμούμαι πως μια φορά, όσο μαζώναμε τις ελιές, μια χωριανή μου, η Σπαντιδοβαγγέλαινα ήταν ή η Σπαντιδοστελλήδαινα, απήγγειλε Ερωτόκριτο τον οποίο ήξερε απ’ έξω! ΄Εχει άλλη χάρη να μαζεύεις ελιές βουβός και άλλη χάρη να ακούς, για πρώτη φορά μάλιστα, τις κονταρομαχίες του Ερωτόκριτου!
Το άλεσμα το κάναμε στο λιοτρίβι του χωριού με τις μεγάλες μυλόπετρες και το άλογο που τις γύριζε, με την πρέσα, τις γούρνες με νερό και το κομμένο φλασκί που μάζευε ο μυλωνάς το λάδι.
► Κουκολογούσαμε τα ραβδισμένα δέντρα, καρυδιές, μυγδαλιές κ.λ.π., πάει να πει ψάχναμε σε ξένα δέντρα, μετά το μάζεμα των καρπών και αφού είχαν φύγει οι ιδιοκτήτες, και μαζεύαμε ότι καρπό τους είχε ξεφύγει. Κάτι βρίσκαμε πάντα σε ρεματιές και θάμνους, στην Κάτω Βρύση και στο Ρούμα κυρίως, τα βάζαμε στην μπλούζα μας και τα πηγαίναμε σπίτι πεσκέσι στη μάνα μας.
► Οι μεγαλύτεροι από εμάς, έφηβοι ή και άντρες, ενίοτε ασχολούνταν με το μάζεμα του σταμνόχορτου, του δίκταμου όπως είναι γνωστό. Άγριο δίκταμο όχι αυτό που σήμερα καλλιεργείται και έχει γίνει ανάρπαστο. Τότε δεν ήταν ευρείας κατανάλωσης, το προμηθεύονταν φαρμακευτικές εταιρίες θαρρώ. Κάποιες νοικοκυρές το φύτευαν και σε γλάστρες τότε και το λέγαμε έρωντα.
Διαδικασία δύσκολη και επίπονη. Κατά μήκος ενός θεόρατου ριζιμιού βράχου, 500 μ Χ 60 μ περίπου, στον Τζιγιάννη ή στη Λέσκα , κρεμιόντουσαν με παλαμάρια από τον Κούμαρο και μάζευαν το πολύτιμο φυτό. Θυμούμαι πολύ καλά ότι τότε, αρχές της δεκαετίας του 60, η τιμή του ήταν το, πολύ μεγάλο, ποσό των 4.000 δρχ/κιλό.
► Βοηθούσαμε τους γονείς μας σε όλες τις δουλειές τους. Κουβαλώντας πέτρες για χτίσιμο, άμμο από τον ποταμό, γυρνώντας το χειρόμυλο για το σπάσιμο του σιταριού, φτιάχνοντας καλάθια με καλάμια ή με κλαδιά από άλλους κατάλληλους θάμνους, ανοίγοντας τα μεγάλα κούτσουρα για την παραστιά με βαριοπούλα και μεταλλικές σφήνες και όπου αλλού μπορούσαμε.
Προσωπικά έχω φτιάξει εκατοντάδες κεριά και πολλές λαμπάδες για την εκκλησία, στο σπίτι μου. Είχαμε μια κατασκευή με μια κυκλική στεφάνη που γυρνούσε γύρω από ένα άξονα. Η στεφάνη είχε δεκάδες καρφιά επάνω της. Εκεί βάζαμε τους σπάγκους – φυτίλια και με μια ειδική μακριά κουτάλα αδειάζαμε πάνω τους καυτό κερί δεκάδες φορές, σε μια κυκλική εναλλαγή, μέχρι να φτάσει το κερί στο επιθυμητό πάχος.

Παιγνίδια και … αλητεία
Στο χρόνο που μας έμενε από τη δουλειά, όχι μόνο στις διακοπές, λίγο διάβασμα και πολύ παιχνίδι. Δεν αναφέρομαι φυσικά στα κλασσικά παιγνίδια, κουτσό, κρυφτό, κυνηγητό,  κ.λ.π. ούτε στον πετροπόλεμο. Από τον τελευταίο έχω «οικονομήσει» κάποια βαθουλώματα μόνιμα στο κεφάλι! Σε άλλα παιγνίδια αναφέρομαι και παρακάτω θα προσπαθήσω να τα περιγράψω. Όσα θυμούμαι τουλάχιστον!
Παιχνίδια όπως είναι φυσικό, δεν υπήρχαν. Κάποιο λαστιχένιο τόπι ίσως, άντε και κάποια ξεφούσκωτη δερμάτινη μπάλα ποδοσφαίρου. Είχαμε όμως φαντασία.
► Ψήναμε πηλό και φτιάχναμε βόλους, αυτοκινητάκια και ότι άλλο μας ερχόταν κατά νου.
► Χρησιμοποιούσαμε τις μπανέλες από τις παλιές ομπρέλες (ήταν συμπαγείς και είχαν τρύπες στις άκριες) και φτιάχναμε βέλη και τόξα (με χορδή κόκκινο σπάγκο), σημαδεύοντας την ξύλινη πόρτα της εκκλησιάς του Αγίου Κων/νου που, περιττό να σας πω, θύμιζε κόσκινο!
► Βγάζαμε ατόφια τη φλούδα (εκτός από το χερούλι) από ίσια κλαδιά σφάκας (πικροδάφνης) που κόβαμε από τον ποταμό και, με έμβολο τον κορμό, κάναμε σφακοπιστόλες, ένα αυτοσχέδιο αεροβόλο, με σφαίρες κομμάτια σφάκας που χωρούσαν ίσα - ίσα στη φλούδα.
► Με τους βλαστούς από τις πρωινές χαρές, φτιάχναμε, πλέκοντάς τις, μαστίγια που τα λέγαμε χλιμπάτσια. 
► Με κορμούς από ασφόντυλους, χαρτί τετραδίου και αγκάθια από βάτα, φτιάχναμε μύλους που γυρνούσαν με τον αέρα! Με τα αγκάθια στερεώναμε τα τετραγωνισμένα χαρτάκια πάνω σε, χωρισμένα στη μέση, κλαδιά ασφόντυλου, για να κάνουμε τη φτερωτή του μύλου. Τη φτερωτή την ενώναμε με τον κορμό του ασφόντυλου με τη βοήθεια ενός λεπτού ξύλου!
► Στα μικράτα μας παίζαμε αλεκατρίδες (πεντόβολα). Πέντε πετρούλες όσο γινόταν πιο στρογγυλές που πετούσαμε στον αέρα και προσπαθούσαμε να πέσουν στην ανάστροφη της παλάμης. Για όσες έπεφταν κάτω, πετούσαμε μια πετρούλα στον αέρα και προσπαθούσαμε, χωρίς να μας πέσουν οι άλλες από τη φούχτα μας, να τις πιάσουμε, μια – μια, δύο – δύο, κ.λ.π.,  πριν πέσει κάτω η άλλη που ήταν στον αέρα, την οποία έπρεπε επίσης να πιάσουμε! Μεγαλώνοντας(;), το θεωρούσαμε κοριτσίστικο παιγνίδι και … δεν καταδεχόμαστε…
► Με ένα (δεμένο) σπάγκο που περνάγαμε πίσω από τον αντίχειρα και το δείκτη κάθε χεριού μας, με τη συνεργασία άλλου παιδιού, πιάναμε με τα δάκτυλα διαδοχικά το σπάγκο, ο ένας από τα χέρια του άλλου, σχηματίζοντας διάφορα σχέδια με αυτόν (κρεβάτι, ψαλίδι κ.λ.π).
► Παίζαμε βόλους με αστυρακοκούκουτσα (κουκούτσια από ένα ενδημικό θάμνο της Κρήτης που λέγεται αστύρακας) και με τα ίδια φτιάχναμε κολιέ και βραχιόλια αφού τα τρυπούσαμε, μετά δυσκολίας, με καυτό σουβλί. 
► Με βέργες από κλαδεμένες μουρνές (μουριές), που τις χρησιμοποιούσαμε σαν μπαστούνια του γκολφ (είχαν χοντρή γυριστή βάση), χτυπούσαμε στρογγυλές πέτρες προσπαθώντας να τις βάλουμε σε μια τρύπα ή να τις φτάσουμε κοντά σε μια μεγάλη πέτρα. Τώρα αμάδες το λέγαμε το παιγνίδι; Δεν θυμούμαι, λυπάμαι.
► Βαθουλώναμε ένα παλιό νόμισμα (τάλιρο του τριάντα (Μεγαλέξανδρος) συνήθως) και παίζαμε δεκάρες. Χτυπούσαμε το νόμισμα στον πέτρινο τοίχο της εκκλησίας και προσπαθούσαμε να φτάσουμε το νόμισμα του άλλου σε απόσταση μικρότερη από την πιθαμή μας. Τότε κερδίζαμε μια δεκάρα από τον αντίπαλο.
► Η χαρά μας βέβαια ήταν η σφεντόνα. Ένα κλαδί ελιάς ή ροδιάς σε σχήμα Υ  που το γυρίζαμε και το δέναμε με σύρμα που στρίβαμε ψήνοντάς το στο φούρνο ή στη χόβολη μέχρι να ξεραθεί, λάστιχα, πετσιά και κόκκινη κλωστή από το περίπτερο του «στραβού» στο διπλανό χωριό, τα Ρούστικα, και τέχνη στην κατασκευή. Παρένθεση. Ο «στραβός» ήταν ένας τυφλός άνθρωπος, που είχε ένα περίπτερο. Καταπληκτικός. Πουλούσε εκατοντάδες μικροπράγματα και τα έβρισκε στη στιγμή. Ξεχώριζε με την αφή κέρματα και χαρτονομίσματα και ήταν αδύνατο να τον κοροϊδέψεις. Τον θαυμάζαμε και τον σεβόμαστε όλοι ακόμη και εμείς οι «αληταράδες» της εποχής!
Με τη σφεντόνα στην τσέπη γραμμή για πουλιά. Σκαρφαλώναμε σε κάτι θεόρατες μαύρες μουριές και στήναμε καρτέρι, σε κοτσύφια κυρίως, τρώγοντας και μούρα την εποχή που ωρίμαζαν. Το τερπνόν μετά του ωφελίμου. Γυρίζαμε στα βουνά για φωλιές και καπνίζαμε κάποιο τσιγάρο που αγοράζαμε «στη ζούλα» από το μαγαζί, λέγοντας στο μαγαζάτορα ότι μας έστειλε ο τάδε χωριανός( ο Σηφάκης συνήθως), από την άκρη του χωριού. Χύμα τσιγάρα βέβαια. Μια δραχμή τα δέκα. Καταφύγιο μας συνήθως τα σπηλιάρια στη Λέσκα (ένας πέτρινος διάδρομος πάνω στον μονοκόμματο βράχο που κάπου στένευε επικίνδυνα) , από όπου αγναντεύαμε και το χωριό. Μετά τρίβαμε το στόμα μας με φλούδες πορτοκαλιών από την πορτοκαλιά στην Πάνω Βρύση , που ρίχναμε με πέτρες ή με ότι άλλο φρούτο βρίσκαμε πρόχειρο.

Σκάρα ή όρνιο
► Κάναμε … ορειβασία, προσπαθώντας να κατακτήσουμε τις, (όχι ψηλές μα δυσπρόσιτες για τα γυμνά μας πόδια) κορυφές των βουνών (Άμπελος, Στραβορά κ.λ.π) και για να βρούμε φτερά από σκάρα (μεγάλο πτωματοφάγο όρνεο) που χρησιμοποιούσαν οι λαουτιέρηδες για πένα. Τις σκάρες, πολλές εκείνη την εποχή, χαιρόσουν να τις βλέπεις να ισορροπούν στον αέρα με τα τεράστια φτερά τους. Δυστυχώς τείνουν να εκλείψουν, όπως και τόσα άλλα είδη!
Θέα από την Αμπελο
Στην επιστροφή, για να κόψουμε δρόμο, κατεβαίναμε από επικίνδυνα μέρη με μεγάλη κλίση και πολλά χαλίκια! Πόσες φορές δεν τσουρήσαμε (κατρακυλήσαμε) και μετράγαμε τις πληγές μας!
Δεν σας κρύβω πως, όποτε πάω στο χωριό μου, ανεβαίνω πρωί – πρωί στην Άμπελο! Είναι πανέμορφη η θέα από εκεί ψηλά!
► Φτιάχναμε κατσούνες, μπαστούνια δηλαδή με ξύλο αγριελιάς η ροδιάς. Ένα ίσιο ξύλο που είχε μια διακλάδωση ψηλά, γυρίζαμε τη διακλάδωση, ψήνοντάς την να μη σπάσει, κάνοντας περίπου κύκλο, τη δέναμε με σύρμα που στρίβαμε με μια πρόκα και τη βάζαμε στη χόβολη ή στο φούρνο να ξεραθεί. Κόβαμε μετά το ξύλο στα μέτρα μας και το γύρισμα εκεί που περίσσευε και είχαμε την κατσούνα μας. Το σύρμα το βγάζαμε αρκετά αργότερα περιμένοντας να σταθεροποιηθεί το γύρισμα!
► Ανεβαίναμε στη σκεπή του Αγίου Κωνσταντίνου και με όπλο ένα καλάμι με πιρούνι δεμένο στην άκρη του, χαλούσαμε τις φωλιές από τα σπουργίτια στο απέναντι σπίτι. Θέλαμε τα μικρά πουλάκια για να παίξουμε ή να τα βάλουμε στο κλουβί που πλέκαμε με τα ξυλάκια από τα παγωτά που μαζεύαμε επιμελώς. Καταστροφή κάναμε βεβαίως και τίποτα παραπάνω. Η βαρβαρότητα σε όλο της το μεγαλείο!
Όπως βαρβαρότητα ήταν το τραγικό παιγνίδι με τους βορθακούς (βατράχια) ή τους καβρούς(καβούρια) που βρίσκαμε στα ποτάμια. Στους μεν καβρούς σπούσαμε τις δαγκάνες και τους αφήναμε ανυπεράσπιστος στον ποταμό (κάποιες φορές τους ψήναμε και τους τρώγαμε), στους δε βορθακούς βάζαμε ένα αναμμένο τσιγάρο στο στόμα και τους χαζεύαμε να σκάνε, γιατί ο βορθακός μόνο εισέπνεε και μη μπορώντας να εκπνεύσει φούσκωνε και … έσκαγε! (εγκληματικό λέω τώρα, τότε όμως…).
► Η χαρά μας οι σφηκοφωλιές και οι φωλιές των κοκκινομπουμπούρων. Μόλις ανακαλύπταμε μια τέτοια φωλιά, στον Αμαξωτό κυρίως, καίγαμε ένα λάστιχο και το βάζαμε μέσα. Οι σφήκες ή οι μπουμπούροι έβγαιναν έξω και άρχιζαν την επίθεση εναντίον μας. Πόσες φορές αλήθεια δεν γυρίσαμε σπίτια μας με πρησμένα μάτια, τόσο ώστε να μη βλέπουμε σχεδόν καθόλου!
► Την άνοιξη με τις πασχαλινές διακοπές άρχιζε η δραστηριότητα του Οφανού, πάει να πει της τεράστιας φωτιάς που ανάβαμε με το Χριστός Ανέστη. Μέρες ολάκερες κόβαμε και κουβαλούσαμε ξύλα από απόσταση μισού χιλιομέτρου και βάλε στη Στραβορά, τα κάναμε σωρό και περιμέναμε την Ανάσταση. Πετραμυθιές, αστυράκοι, αζώηροι, μυρτιές κ.λ.π εξαφανίζονταν στο διάβα μας. Κάναμε φυσικό καθαρισμό, χωρίς να το καταλαβαίνουμε τότε!
Φορές κάποιες γιαγιάδες μας έκλεβαν ξύλα για το φούρνο τους, χαλάλι τους, μα σε κάθε περίπτωση ο σωρός έφτανε σε ύψος τα 3 – 4 μέτρα. Με πριόνια, σαρακάκια (μικρά πριονάκια), μαναράκια (μικρά τσεκούρια), τρέχαμε στα βουνά, κόβαμε και κουβαλούσαμε οι ίδιοι.
Σχοινιά για δέσιμο δεν είχαμε, ούτε και σύρματα. Μάθαμε όμως να δένουμε φτιάχνοντας αυτοσχέδιο σχοινί, με βέργες από αζωήρους. Κόβαμε δυο μακριές βέργες με φούντα στην άκρη, δέναμε μεταξύ τους τις φούντες, στρίβαμε τις άλλες άκριες ώσπου να «σπάσουν» και δέναμε τα ξύλα!
Αν κοβόμαστε είχαμε έτοιμο το γιατροσόφι. Πάσπαρο (χώμα σκόνη) και βουτσέ (κοπριά αγελάδας) κατάπλασμα στην πληγή και συνεχίζαμε. (Ανατριχιάζω στην ιδέα της μόλυνσης και του κινδύνου που διατρέχαμε, αυτό ήταν όμως το γιατροσόφι).
► Φτιάχναμε πλακατζίκια, αυτοσχέδιες βόμβες με μια ταινία μπλε χαρτί που, αφού βάζαμε μπαρούτι, στρίβαμε σε τρίγωνο και κολλούσαμε με αλευρόκολλα. Σε μια τρύπα στην κορυφή βάζαμε το βραδύκαυστο φυτίλι. Έκανε θραύση στις κάλτσες των γυναικών ή στα πόδια του παπά και μεγάλο κρότο.
► Παίρναμε ένα κλειδί μαντεμένιο, αυτά με την τρύπα. Δέναμε ένα καρφί με σύρμα, που στην άλλη άκρη του ήταν δεμένο στο κλειδί, βάζαμε μπαρούτι ή ξύναμε μέσα σπίρτα. Το κεφάλι του καρφιού, όσο η τρύπα συνήθως το κάναμε πυροκροτητή κρατώντας το σύρμα και κοπανώντας το άλλο μέρος του καρφιού στον τοίχο. Μπαμ! Πόσες φορές δεν έσπασε το κλειδί και μας τραυμάτισε! Τα πόδια μας, πέρα από την χοντρή πέτσα στις πατούσες λόγω ξυπολησιάς, ήταν μονίμως τραυματισμένα, με κάτι χοντρά «κάκαδα», σημάδια ηρωισμού, πάνω τους!
► Την Κυριακή του Πάσχα, συνήθως, η χαρά μας ήταν η προσπάθεια να διπλοκουρτιάσουμε την μεγάλη καμπάνα της εκκλησίας στην Παναγία.
Η καμπάνα ήταν και είναι πολύ μεγάλη, από αυτές που το σχοινί είναι δεμένο σε ένα μπράτσο ψηλά στο σταυρό, εκεί δηλαδή που είναι κρεμασμένη η καμπάνα. Έπρεπε, τραβώντας από κάτω το σχοινί να την κάνουμε να χτυπήσει τέσσερις φορές! Νταν, νταν, νταν, νταν! Αυτό λεγόταν διπλοκούρτιασμα! Η καμπάνα μεγάλη, εμείς μικροί και αδύνατοι, τις περισσότερες φορές, στην επαναφορά της καμπάνας, μας τραβούσε το σχοινί και μας σήκωνε στον αέρα ή μας έσερνε και μας πέταγε στο χώμα, με την όποια συνέπεια στα πόδια και στα χέρια μας! Αν τα καταφέρναμε όμως κορδωνόμαστε γεμάτοι περηφάνεια!
Η Παναγία 
► Το καλοκαίρι μπάνιο σε μια στέρνα γεμάτες βδέλλες στην Αγία Φωτεινή (μπάνιο φυσικά δεν ξέραμε) ή στον ποταμό σε μεγάλες «κολύμπες», σε λάκκους δηλαδή γεμάτους νερό. Γυμνοί στο παγωμένο νερό και όποιος άντεχε!
► Βόλτα στα βουνά και στα φαράγγια για να στήσουμε ξόβεργες ή να ανακαλύψουμε  φωλιές από πέρδικες και άλλα πουλιά. Πέρδικες στου Γιαννάκη το πορί και στο Αγόρι,  κοτσυφούς στον Κούμαρο,  συγαρδέλια (καρδερίνες)  και καλογρίδες στου Μανέλη το πορί,  Ποταμίδες (αηδόνια) στον Τζιγιάννη, στο Ρούμα και στο Φαράγγι,  κ.λ.π. Παίρναμε τα πουλάκια που βρίσκαμε και προσπαθούσαμε, ταΐζοντας τα με κάμπιες, να τα μεγαλώσουμε. Μάταιος κόπος, κρίμα τα πουλάκια…
► Τα βράδια, όταν δεν είχαμε σχολείο πηγαίναμε βόλτα στον αμαξωτό, τον επαρχιακό δρόμο δηλαδή που συνέδεε το χωριό μας με το διπλανό και που τον έφτιαξαν λιθόστρωτο μόνοι τους οι χωριανοί με εθελοντική εργασία , προκειμένου να έρχεται το λεωφορείο της γραμμής. Εκεί καθισμένη στην ελιά του Μπάρμπα Γιώργη, αγναντεύαμε απέναντι το χωριό και συζητούσαμε ή παρατηρούσαμε τα πεφταστέρια, πάρα πολλά κάθε βράδυ, σε ένα ουρανό σαν πολυέλαιο πάνω από τα κεφάλια μας.
Η ελιά του μπάρμπα Γιώργη
► Το χειμώνα στις γιορτές λέγαμε τα κάλαντρα. Ένα οκαδιάρικο μπουκάλι με μια πύργια (χωνί) ήταν ο μοναδικός μας εξοπλισμός. Γυρίζαμε στα σπίτια του χωριού, λέγαμε τα κάλαντρα και περιμέναμε να μας βάλουν λίγο λάδι στο μπουκάλι μας. Οι τσιγκούνες γριούλες μας έβαζαν λίγα δράμια μόνο. Εμείς όμως είχαμε το κόλπο μας. Σηκώναμε λίγο το μπουκάλι και όταν το λάδι άρχιζε να τρέχει το κατεβάζαμε απότομα. Έτσι η απροετοίμαστη γιαγιά χαμήλωνε και αυτή το δοχείο της για να μη χυθεί έξω το λάδι και … κονομάγαμε κάποια παραπάνω δράμια του πολύτιμου υγρού. Πολύτιμο, γιατί τότε το πουλούσαμε στον μπακάλη του χωριού προς 10 - 14 δρχ την οκά. Ε! κλέβαμε και λίγο από το σπίτι μας και έτσι βγάζαμε ένα μικρό χαρτζιλίκι για κανένα γλειφιτζούρι, λίγες καραμέλες, για τον εξοπλισμό της σφεντόνας και για όλες τις υπόλοιπες τρέλες μας.
Κάποια παιδιά τα φώναζαν την πρωτοχρονιά για ποδαρικό (ήμουν στους τυχερούς) και κονόμαγαν κάποιες δεκάρες ή κάποιο γλυκό.
► Φυσικά παίζαμε και μπάλα. Κάναμε ομάδα στο χωριό και παίζαμε με τα διπλανά χωριά σε όποιο ίσιο χωράφι βρίσκαμε, συνήθως όμως δίπλα στο νεκροταφείο του διπλανού χωριού (Ρούστικα). Ο ανταγωνισμός μεταξύ των χωριών τότε ήταν έντονος και αυτό μεταφέρονταν και στους αγώνες μας! Δύο πέτρες για τέρμα, ξυπόλητοι ή με πάνινα παπούτσια όσοι είχαν, ματώναμε και … πλακωνόμαστε για την τιμή του χωριού μας!

Στην πόλη

Ρέθυμνο μέσα της δεκαετίας του 60. Μια πόλη 14000 κατοίκων τότε, πανέμορφη. Εξατάξιο Γυμνάσιο. Οι εξετάσεις για να μπεις στο Γυμνάσιο έχουν καταργηθεί, τα πηλίκια επίσης. Κονκάρδες στο στήθος λοιπόν για τους μαθητές που έδειχναν σε ποιο γυμνάσιο φοιτούσες. Οι καθηγητές αυστηροί και παλαιάς κοπής οι περισσότεροι, θεωρούσαν απαράδεκτο να σε δουν να κυκλοφορείς αργά στους δρόμους της πόλης, να πηγαίνεις σινεμά ή να τους συναντήσεις και να μην τους χαιρετίσεις στο δρόμο. Αυτά σήμαιναν απλώς αποβολή.
Σινεμά μας πήγαινε το σχολείο για να δούμε, στο «Καρτάλειο» ή στην «Ευφροσύνη» έργα με μασίστες, θα θυμούνται οι παλαιότεροι τον Στηβ Ρηβς ή τον Τζακ Πάλλανς να πρωταγωνιστούν σε αυτά τα έργα. Έργα σινεμασκόπ, με μυθικούς ήρωες των αρχαίων ημών προγόνων… Χειροκροτήματα μέσα στην αίθουσα για κάθε νίκη του πρωταγωνιστή Στηβ εναντίον του εχθρού Τζακ… Πολιτισμός!
Θυμούμαι ακόμη με πόσο τρόμο πήγα σινεμά παράνομα, για να δω μια ελληνική ταινία, το «Μιας πεντάρας νιάτα» αν θυμάμαι καλά.
Κατά τα άλλα στριμωγμένοι σε ένα δωματιάκι, σε σπίτι με πολλούς «χωριάτες» μαθητές εκεί στο Μακρύ Στενό, με φαγητό από τη σπιτονοικοκυρά.
Τα σπίτια, με μια ξυλόσομπα συνήθως, κρύα και ουδέτερα. Μωσαϊκό στο γυμνό πάτωμα, με πόρτες και παράθυρα που έμπαζαν από παντού. Φορούσαμε όμως επιτέλους παπούτσια και κάλτσες, λίγο είναι αυτό;
Γευόμαστε την ελευθερία της πόλης και ανακαλύπταμε πράγματα που ποτέ δεν φανταζόμαστε. Το ποδήλατο, το γήπεδο, τη θάλασσα, το λιμάνι, τα μαγαζιά με τα φώτα και, κυρίως, τα αναγνώσματα στα περιοδικά της εποχής. «Μικρός Ήρωας», «Μικρός Σερίφης», «Μικρός Κάου Μπόυ», «Γκαούρ Ταρζάν»,«Κλασσικά Εικονογραφημένα» κ.λ.π. Γιώργος Θαλάσσης, Σπίθας, Κατερίνα, Ποκοπίκο, Χουχού, Τζωρτζ Ανταμς, Πεπίτο Γκοντζάλες, Ντιάνα, Πελεγκρίνο, που να τους θυμούμαι όλους… Παντού βεβαίως οι καλοί ήταν Έλληνες, δεν το συζητούμε αυτό!
Κουλτούρα μιας εποχής που αναπολώ με νοσταλγία, είναι αλήθεια.
Ποδήλατο νοικιασμένο φυσικά και προσπάθεια να ισορροπήσουμε! Στην αρχή «σκοτωνόμαστε» μέχρι να μάθουμε και δημιουργούσαμε ατυχήματα, σε πεζούς ευτυχώς, τότε τα αυτοκίνητα ήταν λιγοστά. Κάποτε κάρφωσα το ποδήλατο στα … σκέλια ενός ανθρώπου, έπεσα και άρχισα το τρέξιμο, παρατώντας και άνθρωπο και ποδήλατο. Δεν έπαθε τίποτα μη φανταστείτε μα να, δεν έπιασε το φρένο ή δεν ήξερα να το πατήσω!
Γήπεδο. Ρεθυμνιακός και ξερό ψωμί! Σκαρφαλώναμε τη μάντρα για να δούμε μπάλα ή περιμέναμε να μας βάλουν τσάμπα μέσα να δούμε τον Ανυφαντάκη, τον αδικοχαμένο πρόωρα τερματοφύλακα Μάνο, τον «Μαρία» ( τον έλεγαν έτσι γιατί κάποτε έβαλε ένα γκολ και πήγε στην εξέδρα φωνάζοντας «το έβαλα Μαρία») και άλλους που δεν θυμούμαι τώρα…
Περιμέναμε το λεωφορείο από το χωριό για να πάρουμε το καλάθι με φαγώσιμα της μάνας μας και τα ελάχιστα χρήματα του πατέρα μας, για μια τυρόπιττα στο σχολείο.
Οι πρώτοι έρωτες με τις γειτονοπούλες, όσες θέλαμε δεν μας ήθελαν, όσες δεν θέλαμε μας «την έπεφταν», πάντα η ίδια ιστορία! Πιτσιρίκια τώρα, τι ψάχνεις…
Ανακαλύψαμε τη θάλασσα και το μπάνιο. Σε ένα βραχάκι στην αρχή, εκεί μπροστά από το γήπεδο, και στα ρηχά για να πιανόμαστε, τι δεν επιπλέαμε.
Αργότερα κάτι καταφέρναμε και πηγαίναμε και στα «άπατα», για λίγο μόνο!
Δουλεύαμε κιόλας. Παιδί σε κουρείο, που ξεσκόνιζε τους πελάτες για λίγες δεκάρες, πολύτιμες όμως για εμάς.
Στις διακοπές, δεν το συζητάμε, στο χωριό για τα καθιερωμένα!